«Ταξίδι μιας μεγάλης μέρας μέσα στη νύχτα» του Ευγένιου Ο΄ Νιλ στο Απλό Θέατρο σε σκηνοθεσία Αντώνη Αντύπα

Ο Δημήτρης Καταλειφός και η Ράνια Οικονομίδου σε στιγμιότυπο από την παράσταση

Πικρός σαν δάκρυ…

ΚΡΙΤΙΚΗ. Λουιζα Αρκουμανεα | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Ιανουαρίου 2009

Πόσο πόνο μπορούν να προκαλέσουν τέσσερις άνθρωποι μέσα σε ένα δωμάτιο; Πόσο μπορούν να πληγωθούν και να πληγώσουν;

Η μέρα φεύγει. Εξω την πυκνή ομίχλη μπορείς να την κόψεις με το μαχαίρι: μια σειρήνα ακούγεται σε τακτά χρονικά διαστήματα να «βογκά σαν θλιμμένη φάλαινα έτοιμη να γεννήσει». Μέσα μια λάμπα καίει παράγοντας ελάχιστο φως, ανίκανη να νικήσει το σκοτάδι που καταφθάνει στα πρόσωπα και στις ψυχές τους. Νύχτα εξομολογήσεων, νύχτα αντιπαραθέσεων και σπαραγμού. Η οικογένεια Ταϊρόν, ο πατέρας, η μητέρα και οι δύο γιοι, συναντάται έπειτα από καιρό στο καλοκαιρινό σπίτι. Δεν είναι μόνη όμως: έχει ανελέητη συντροφιά τα φαντάσματά της.

Η κατάδυση αρχίζει σιγά σιγά. Η νότα αισιοδοξίας και τα γέλια του πρωινού παγώνουν καθώς δύο ερωτήματα αιωρούνται απειλητικά στην ατμόσφαιρα: Πρώτον, θα καταφέρει η Μαίρη Ταϊρόν να διακόψει τη χρόνια εξάρτησή της από τη μορφίνη; Δεύτερον, κινδυνεύει τελικά από φυματίωση ο μικρότερος γιος, Εντμουντ; Εξαιρετικά σύντομα, προτού καν τελειώσει η πρώτη πράξη, ξέρουμε δίχως αμφιβολία ότι η απάντηση και στα δύο ερωτήματα είναι η χειρότερη δυνατή. Ο Ο΄ Νιλ δεν χρονοτριβεί: το θέμα του δεν είναι να δημιουργήσει σασπένς μελοδραματικού τύπου γύρω από τα ζητήματα υγείας των ηρώων του.

Αυτό που τον ενδιαφέρει είναι αν θα βρουν τη δύναμη να πουν την αλήθεια έστω για μία φορά στη ζωή τους. Αδυναμίες, λάθη, μοιραία πάθη, αυτοκαταστροφικά ένστικτα: το μωρό που πέθανε και το μωρό που δεν θα ΄πρεπε να έχει γεννηθεί, τα χρήματα που πάντοτε ξοδεύτηκαν για τα άψυχα και όχι για τα έμψυχα, ο άχρηστος γιος που ποτέ δεν εργάστηκε, οι ωκεανοί αλκοόλ, ο εθισμός, η απώλεια της πίστης, ο φόβος της μοναξιάς, όλα όσα δεν έδωσε και όλα όσα δεν υπήρξε ο ένας για τον άλλο, ατέλειωτες ενοχές σε μια αλυσίδα που ενώνει τις ρημαγμένες ζωές τους και όμως δεν λέει να σπάσει.

Επειδή, όσα και αν έχουν ή δεν έχουν κάνει, το μόνο που δεν σταμάτησαν είναι να αγαπούν ο ένας τον άλλο: ο βαθύτατος συναισθηματικός δεσμός της οικογένειας διαγράφεται με επώδυνη καθαρότητα. Και είναι αυτή η αγάπη, που τραυματίστηκε ξανά και ξανά αλλά δεν χάθηκε, η οποία καθιστά τη σχέση τους τραγική και αδιέξοδη. «Δεν υπάρχει βοήθεια,γιατί τα πράγματα είναι όπως είναι/ Και όλος ο κόσμος πικρός σαν δάκρυ» απαγγέλλει από τον αγαπημένο του ποιητή ο Τζέιμι, καθώς το ταξίδι της μακριάς μέρας πλησιάζει στο τέλος. Δεν υπάρχουν απαντήσεις, δεν υπάρχουν λύσεις, το παρελθόν δεν μπορεί να διορθωθεί ή να διαγραφεί, και «κανένας από εμάς δεν μπορεί να κάνει τίποτε για όσα του έφερε η ζωή», όπως λέει η Μαίρη σε μια στιγμή διαύγειας. Και μόνο αυτή η βαθιά κατανόηση της ανθρώπινης κατάστασης καθιστά τη συνύπαρξη υποφερτή. Αυτή η διάθεση κατανόησης διαπνέει την παράσταση που σκηνοθέτησε ο Αντώνης Αντύπας: ακολουθώντας τον συγγραφέα ο σκηνοθέτης στέκεται με ιδιαίτερη συμπάθεια απέναντι στους τσακισμένους ήρωες. Η παράσταση δεν φιλοδοξεί να κάνει τίποτε άλλο από το να αναδείξει τις σχέσεις των μελών της οικογένειας σε όλο το βασανισμένο μεγαλείο τους. Και το επιτυγχάνει σε αξιόλογο βαθμό. Το ταξίδι μεγάλο, εξοντωτικό, μοιάζει ατελείωτο και απαιτεί προσήλωση, υπομονή, αντοχή εκ μέρους του θεατή. Χρειάζεται όμως σίγουρα πολύς χρόνος για όλη αυτή τη διαδρομή, για να λυθούν οι αντιστάσεις, να αναδυθεί το απέραντο τοπίο θλίψης, αγωνίας και συγχώρεσης.

Πραγματικά εξαιρετική σε έναν εξαιρετικά δύσκολο ρόλο, η Ράνια Οικονομίδου ως Μαίρη Ταϊρόν προκαλεί συγκίνηση, θαυμασμό και δέος για την ικανότητά της να συλλαμβάνει, να επεξεργάζεται και να μεταδίδει τέτοια τρομακτική γκάμα συναισθημάτων και μεταπτώσεων. Το εύθραυστο σώμα της εκπέμπει αμέσως το μήνυμα ότι έχει αντέξει πολλά και δεν μπορεί να αντέξει περισσότερα: βρίσκεται στο χείλος του γκρεμού. Ο περιποιημένος κότσος, ύστατη υπόσχεση υγιούς ματαιοδοξίας. Οι χαριτωμένες κινήσεις, το στροβίλισμα του μακριού φορέματος, το περιστασιακό νάζι στη φωνή, σημάδια μιας κοριτσίστικης διάθεσης που δεν έχει χαθεί ακόμη ολοκληρωτικά. Αεικίνητη, νευρική, με τη συνείδηση σε πλήρη εγρήγορση, ακόμη και όταν βρίσκεται κάτω από την επήρεια του «δηλητήριου», όπως το αποκαλούν οι δικοί της που τρέμουν μη τη χάσουν και κάνουν ό,τι μπορούν για να τη συνεφέρουν. Η ηθοποιός όμως το καθιστά ολοένα πιο ξεκάθαρο ότι δεν μπορούν να την προλάβουν, απομακρύνεται με αποφασιστικά βήματα προς τα πίσω, προς το παρελθόν, όταν όλα ξεκινούσαν, όταν η καταστροφή κάθε άλλο παρά βέβαιη ήταν και όταν το μέλλον φάνταζε λαμπερό.

Θεατρίνος και ισχυρογνώμων, ο σύζυγός της Τζέιμς αποδίδεται ως καρικατούρα από τον Δημήτρη Καταλειφό, που μοιάζει εκτός κλίματος. Ο γερο-τσιγκούνης του Ντίκενς που γκρινιάζει για τη λάμπα και τη ΔΕΗ δεν είναι, νομίζω, η καλύτερη επιλογή όταν οι ισορροπίες διαγράφονται τόσο ευαίσθητες.

Στωικός, ήπιος, σαν να έχει αποδεχθεί το μοιραίο, ο Κώστας Βασαρδάνης στον ρόλο του φυματικού po te manqu, μια προσγειωμένη, συγκροτημένη παρουσία που δεν ενθουσιάζει αλλά σίγουρα δεν απογοητεύει. Συγκινητικός, τέλος, ο Αλκης Κούρκουλος, ο μεγαλύτερος και «άχρηστος» γιος που παλεύει μέχρι τελικής πτώσης, ακόμη και αν ξέρει ότι είναι όλα όσα τον αφορούν χαμένη υπόθεση.

Advertisements