Φρανκ Βέντεκιντ «Το Ξύπνημα της Ανοιξης»

Η διαπαιδαγώγηση της νεολαίας πριν από 118 χρόνια

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Φρανκ Βέντεκιντ: Το Ξύπνημα της Άνοιξης, σκην.: Νίκος Μαστοράκης. Θέατρο: Εθνικό – Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας

Στη δική μας καθημερινότητα άλλοι τρώνε ξύλο –από τα όργανα της «τάξης»– και πηγαίνουν να διαμαρτυρηθούν στον εισαγγελέα, και σε άλλες πάλι, παλαιότερες περιπτώσεις, άλλοι νεολαίοι είχανε τους ξυλοδαρμούς μόνο ακουστά και παρακαλούσαν τους συνομήλικους φίλους τους να τους αστράψουν μερικά σκαμπίλια για να έχουνε κι αυτοί μια ζωντανή εμπειρία. Ετσι ακριβώς συμβαίνει στην 5η σκηνή της πρώτης πράξης, στο «Ξύπνημα της Ανοιξης», όταν ο νεαρός Μέλχιορ συναντιέται στο δάσος –λίγο προτού τη βιάσει κάτω από μια βελανιδιά– με τη 14χρονη Βέντλα. Δημοσιευμένο το 1891 το θεατρικό του Φρανκ Βέντεκιντ «Το Ξύπνημα της Ανοιξης» –με υπότιτλο «Μία παιδική τραγωδία»– αναφέρεται στις αποτρόπαιες συνθήκες μέσα στις οποίες μεγάλωνε η μικροαστική νεολαία της εποχής. Συνθήκες οι οποίες αφορούσαν κυρίως τη σεξουαλική τους διαπαιδαγώγηση.

Στην εποχή του –πριν από 118 χρόνια– το έργο θεωρήθηκε ανήθικο, απαγορεύτηκε και λογοκρίθηκε. Σήμερα διδάσκεται στα γερμανικά γυμνάσια, γεγονός που μαρτυρά ότι πολλά έχουν αλλάξει από τότε. Δηλαδή, από πότε ακριβώς; Εξαρτάται από ποια μεριά της Γερμανίας βρέθηκε κανείς τα τελευταία 50 χρόνια. Γιατί παρόλο που ο Βέντεκιντ με το ειρωνικό του, αποστασιοποιημένο από πάθη, έντονα αντι-συναισθηματικό του στυλ υπήρξε ένας από τους δασκάλους του φιλοαριστερού Μπρεχτ, δεν υπήρξε ποτέ ανάμεσα στους συγγραφείς που η Ανατολική Γερμανία είχε στο ρεπερτόριό της. Ο Μπρεχτ τον θαύμαζε απερίφραστα. «Ηταν» έλεγε «ένας από τους σημαντικότερους παιδαγωγούς μιας Νέας Ευρώπης». Στη Λαοκρατική Γερμανία (1945 – 1989) τον θεωρούσαν μεν ανατρεπτικό, αλλά ταυτόχρονα και αναρχικό. Ως κάποιον ο οποίος δεν ήταν σε θέση να «προτείνει τις αναγκαίες εποικοδομητικές κοινωνικές λύσεις». Μήπως ο υπαρκτός Σοσιαλισμός δεν είχε την ίδια γνώμη και για τον Τσε Γκεβάρα; Αυτά στην τότε σεμνότυφη κομμουνιστική εποχή. Για να θυμόμαστε. Τέλος πάντων.

Νεο-εξπρεσιονιστική

Σήμερα το έργο είναι σαφώς ξεπερασμένο –τουλάχιστον στην πλήρη μορφή που το παρουσιάζει τώρα το Εθνικό Θέατρο, σε μια ενδιαφέρουσα μεν πλην βεβιασμένη νεο-εξπρεσιονιστική παρουσίαση του σκηνοθέτη Νίκου Μαστοράκη. Βέβαια, η πάντα ισχύουσα σεξουαλική αφύπνιση της νεολαίας στο «Το Ξύπνημα της Ανοιξης» έχει κάνει πρόσφατα και μια πολύ εντυπωσιακή και πολυβραβευμένη καριέρα ως μιούζικαλ στην Αμερική. Τώρα μάλιστα –από τις 23 Ιανουαρίου– θα μεταφερθεί με βρετανικό θίασο και στο λονδρέζικο Γουέστ Εντ – μέχρι τις 28 Φεβρουαρίου. Στην περίπτωση αυτή βέβαια πρωταγωνιστούν η μουσική και ο χορός.

Στη σκηνοθετικά όχι και τόσο κλασική του, πλέον, μορφή, το «Ξύπνημα της Ανοιξης» στο Εθνικό Θέατρο ακολουθεί την ανατρεπτική πορεία –ή μάλλον την πολύφερνη μόδα, θα έλεγα– η οποία εδώ και μερικά χρόνια είναι ιδιαίτερα προσφιλής στις σύγχρονες γερμανικές σκηνές: του αναποδογυρίσματος των κλασικών κειμένων με τέτοιο τρόπο ώστε να βγάζουν μάτι με την όποια νεωτερικότητά τους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα: Ολοι οι «μεγάλοι», δηλαδή οι ενήλικοι, στο έργο παρουσιάζονται από τον Νίκο Μαστοράκη με έντονο ασπρόμαυρο μακιγιάζ, κι επάνω σε κοθόρνους λες και βγήκαν από ταινίες σαν τον Δρ Μαμπούζε και τον Γκόλεμ. Οταν δηλαδή, πριν από καμιά εκατοσταριά περίπου χρόνια, παρόμοιες φιγούρες αποτελούσαν την τελευταία λέξη της μόδας του εξπρεσιονισμού στον κινηματογράφο.

Και ναι, τότε μεν υπήρχε ένας λόγος για να θρυμματιστεί η παραδοσιακή αστική τεχνοτροπία. Τώρα, όμως, ποιος άλλος λόγος μπορεί να υφίσταται για να εντυπωσιάζει κανείς με ρηξικέλευθες εικαστικές φιγούρες, τις οποίες ο κάπως ενημερωμένος θεατής γνωρίζει καλά ήδη από τις εικόνες της γερμανικής και της σοβιετικής πρωτοπορίας – δηλαδή της δεύτερης δεκαετίας του περασμένου αιώνα; Ετσι, σημαντικές σκηνές όπως η τραγική έκτρωση της Βέντλας ή η σύναξη των καθηγητών στο γυμνάσιο του Μέλχιορ αποδυναμώθηκαν κι έγιναν καρικατούρες, χάνοντας την ουσιαστική τους σημασία. Βέβαια, από την άλλη μεριά η παράσταση ανέπνευσε χάρη στην ομάδα των νέων παιδιών, των «μαθητών» στο έργο. Η Ιωάννα Παππά (Βέντλα) είναι ήδη μια σημαντική ηθοποιός την οποία –να το δείτε!– θα ακούμε συχνά. Ο Ομηρος Πουλάκης (που ανέλαβε τον Μέλχιορ μετά το τραγικό δυστύχημα που χτύπησε τον Κωνσταντίνο Παπαχρόνη) έδωσε ζωή σ’ ένα διαχρονικό νέο Το εντυπωσιακό πάντως ήταν ότι όλοι οι «γυμνασιόπαιδες» –Μίλτος Σωτηριάδης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Κωνσταντίνος Ασπιώτης, Μιχάλης Φωτόπουλος, Νατάσα Ζάγκα κ.ά.– της παράστασης ήταν μακριά από κάθε εξεζητημένη επιτήδευση. Μια επιτήδευση η οποία –αντίθετα– έβγαζε μάτι στη σκηνοθεσία.

Αντιγράφοντας

Εικαστικά, η παράσταση του Νίκου Μαστοράκη ήταν ενδιαφέρουσα. Αλλά ταυτόχρονα ήταν και ξεπερασμένη, αντιγράφοντας μια μπαγιάτικη γερμανική θεατρική πρωτοπορία σαν κι αυτή που εφάρμοζαν πριν καμιά τριανταριά χρόνια οι «νέοι» ακόμα τεύτονες σκηνοθέτες, οι οποίοι επέμεναν να αναρριχηθούν επάνω στους κλασικούς τους συγγραφείς. Η γερμανική «σκηνοθετίτιδα» που ακολουθούν γερμανομαθημένοι δημιουργοί δείχνει να εκπροσωπείται αυτή τη στιγμή επάξια στο Εθνικό μας Θέατρο. Κι όχι βέβαια με τον ίδιο τρόπο της εποχής του Φώτου Πολίτη και του Ροντήρη όταν έμπαιναν τα θεμέλιά του, αλλά στηριζόμενο στον σύγχρονο γερμανικό θεατρικό εντυπωσιασμό.

Το «Ξύπνημα της Ανοιξης» ευτύχησε να πρωτοπαρουσιασθεί από τον δάσκαλο της παλιάς σχολής των Ελλήνων σκηνοθετών, τον πρωτοποριακό Μαξ Ράινχαρτ αρκετά χρόνια μετά τη συμπλήρωσή του (στις 20 Νοεμβρίου στο Ντόυτσες Τεάτερ του Βερολίνου) όμως τότε το ανέβασμα απαιτούσε τόλμη κι όχι μόνο πρωτοτυπία. Σήμερα, μόνο η αρκετά ρεαλιστική ομοφυλοφιλική σκηνή ανάμεσα στους δύο γυμνασιόπαιδες – την οποία μέχρι τώρα τα γερμανικά θέατρα αποφεύγουν ως επί το πλείστον – ήταν συγκλονιστική στην τολμηρότητά της. Παρόλο που –για να είμαστε δίκαιοι– ήταν έξω από το πνεύμα του συγγραφέα, ο οποίος σαφώς δεν επιθυμούσε τέτοιες νατουραλιστικές τρυφερότητες.

Παρόλα αυτά προσωπικά συνηγορώ να δει κανείς ένα από τα σημαντικότερα κείμενα της παγκόσμιας θεατρικής γραμματείας – αριστοτεχνικά μεταφρασμένο από τον Γιώργο Δεπάστα και με ενδιαφέρουσες λύσεις στο σκηνικό από την Εύα Μανιδάκη.

Advertisements