«Συμπέθεροι από τα Τίρανα» στο θέατρο «Λαμπέτη»

  • Εμείς και οι άλλοι

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 18 Ιανουαρίου 2010

Ο Χρήστος Χατζηπαναγιώτης με τη Βίκυ Σταυροπούλου στην  κωμωδία «Συμπέθεροι απ΄ τα Τίρανα» που παίζεται στο θέατρο  «Λαμπέτη»
  • Στο «Λαμπέτη» παίζεται η λαϊκή φαρσοκωμωδία «Συμπέθεροι από τα Τίρανα»

Το συγγραφικό δίδυμο Μ. Ρέππας – Θ. Παπαθανασίου, που φέτος τροφοδοτούν τη θεατρική μας αγορά με ένα δράμα (που μας απασχόλησε το Σάββατο- την «Αττική Οδό») και μια επιθεώρηση, συνεχίζουν από πέρυσι μια λαϊκή φαρσοκωμωδία που σημειώνει αθρόα την ανταπόκριση του κοινού, το «Συμπέθεροι από τα Τίρανα» Oι δύο συγγραφείς στο είδος αυτό έχουν δώσει έως τώρα δείγματα που τείνουν να τους κατατάξουν στη μεγάλη και συνεχώς καταναλώμενη πλειάδα των ανάλογων συγγραφέων που κυριάρχησαν μετά τον πόλεμο. Έχω κι άλλες φορές (κι από συνεδριακές θέσεις) αναλύσει θετικά το υβριδιακό είδος της φαρσοκωμωδίας, που στην εποχή του η κριτική όχι μόνο το καταδίκαζε αλλά το απαξίωνε τόσο, ώστε σπάνια θα βρει ο ιστορικός του μέλλοντος τη γνώμη της τότε θεσμικής κριτικής. Το είδος βέβαια εκδικήθηκε με το να διασωθεί μέσω του λαϊκού και πλέον δημοφιλούς και αθάνατου ασπρόμαυρου κινηματογράφου, που στις μέρες μας σώζει ταμεία.

Υπήρξα παιδιόθεν θαυμαστής του είδους, πιθανόν διότι στην επαρχία που μεγάλωσα ευτύχησα να δω αξιοπρεπή και επαγγελματικά άψογα μπουλούκια που μετέφεραν στην περιφέρεια πριν από την κυριαρχία του λαϊκού κινηματογράφου τις επιτυχίες των Αθηνών, του Λογοθετίδη, του Αργυρόπουλου, του Κυριακού, του Παρασκευά Οικονόμου. Η τύχη το έφερε να γαλουχηθώ από έναν μείζονα κωμικό, τον Λουκά Μυλωνά, ο οποίος, μειράκιο, με μύησε στον κώδικα της φάρσας, της νούτικης κωμωδίας και της φαρσοκωμωδίας. Αυτή η τελευταία, υβρίδιο, τερατάκι κυρίως μεταπολεμικό, είναι μια μαστοράδικη σύνθεση και ισορροπία μέσων και καταστάσεων κωμωδίας ηθών, κωμωδίας καταστάσεων, φάρσας και νούτικης τεχνοτροπίας. Όλοι οι σπουδαίοι της μεταπολεμικής γενιάς συγγραφείς παρήγαγαν μικρά διαμάντια του είδους, έτσι ώστε όχι μόνο νομιμοποίησαν το νόθο τέκνο, αλλά απέδειξαν ότι ήταν, όπως όλα τα μπασταρδάκια, ανθεκτικό, ευάγωγο και αγαπησιάρικο.

«Η θεία από το Σικάγο», «Οι Γερμανοί ξανάρχονται», «Ο Φαταούλας», το «Εξοχικόν κέντρον», «Ο Έρως», η «Σωφερίνα», «Η Χαρτοπαίχτρα», «Η κυρία εκυκλοφόρησε», το «Μιας πεντάρας νιάτα», το «Και η γυνή να φοβήται τον άνδρα», «Η κυρία έχει νεύρα», «Ο Μπακαλόγατος», έργα των Σακελλαρίου, Γιαννακόπουλου, Ψαθά, Ρούσσου, Τσιφόρου- Βασιλειάδη, Πρετεντέρη- Γιαλαμά, Γιαννουκάκη, αλλά και άλλα των Τσεκούρα, Ιωαννόπουλου, Καγιά, Ιμπροχώρη, του Γιώργου Λαζαρίδη είναι κωμωδίες που πάντα κυριαρχούνται από την εμμονή της κοινωνικής κριτικής, της ανάλυσης των αντικοινωνικών ηθών, των ατομικών ελαττωμάτων, των δυσχερών συνθηκών της λούμπεν και της μικροαστικής ζωής, τους μεγάλους αγώνες για μια μίζερη θέση στη ζωή, αλλά και τους νεόπλουτους, τους κοινωνικούς νταβατζήδες, τους κομπιναδόρους, τους καπάτσους και τους ατσίδες, τους ψεύτες της πολιτικής και τα ψώνια της πολιτικής, εν γένει το συνεχές του κοινωνικού ασανσέρ που στην Ελλάδα, ευτυχώς θα έλεγα, ανεβοκατεβαίνει «αταξικά», αυθαίρετα σαν πανούργος χαμαιλέων. Οι Ρέππας- Παπαθανασίου έχουν ευτυχήσει να μελετήσουν ως θαυμαστές, νομίζω, ως παιδιόθεν οπαδοί μιας δραματουργίας που θρέφει ακόμη τη νέα γενιά που μπορεί να απολαμβάνει με την ίδια ευχαρίστηση τον Γούντι Άλεν και τους Γιου Του και τον Χατζηχρήστο, τον Ηλιόπουλο, τον Φιλιππίδη, τον Καρακατσάνη σε φαρσοκωμωδίες της ακμής.

Ιδού όμως που το δίδυμο που εξετάζουμε επαναφέρουν στην κατάσταση αιχμής τη φαρσοκωμωδία με νέο θεματολόγιο, σύγχρονη γλώσσα, αναγνωρίσιμες και οικείες καταστάσεις, με έμφαση στην κοινωνική μας παθογένεια. Είναι το τρίτο έργο τους στη σκηνή που αναφέρεται στους μετανάστες και στους λαθρομετανάστες, στα προβλήματα που αντιμετωπίζουν στην προσπάθειά τους να βρουν μια θέση βιώσιμη στην ξενιτιά, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν ξενοφοβικά σύνδρομα, προκαταλήψεις, μυθεύματα και γελοίες κατασκευές μιας κοινωνικής ομάδας που αποκλείεται να μη μαρτυρείται στο οικογενειακό τους ιστορικό ένας ξενιτεμένος στην Αμερική, στην Αργεντινή, στην Αυστραλία, στη Γερμανία, στο Βέλγιο, στη Σουηδία αλλά και στην Αίγυπτο, την Αβησυνία, τη Λιβύη, το Μαρόκο. Τα τραγούδια της ξενιτιάς του λαού μας είναι ισάριθμα με τα τραγούδια της αγάπης και τα μοιρολόγια!!

Οι Ρέππας- Παπαθανασίου στους «Συμπέθερους από τα Τίρανα» καταπιάνονται με τους μεικτούς γάμους και αναλύουν με ακρίβεια φαρμακευτικού ζυγού τα κίνητρα, τα μέσα, τους σκοπούς, τα ιδεολογήματα και τα προσχήματα που συγκροτούν το θολό και συγκεχυμένο ιδεοληπτικό σύνδρομο της μικροαστικής μικρόνοιας γύρω από τους όμορους μετανάστες που καταφεύγουν στη χώρα μας για να βρουν στον ήλιο μοίρα. Η ανάλυση των δύο συγγραφέων είναι καταλυτική, αφού ανατέμνοντας την κοινωνία, αυτή τουλάχιστον που λειτουργεί έτσι, που ορθώνει μουλαρίσια πείσματα με γλίσχρα επιχειρήματα προκατειλημμένα, ενώ οργιάζει μεταξύ των ομοφύλων της η αισχροκέρδεια, η φαυλότητα, η αυθαιρεσία, η δωροδοκία, η πολιτική διαπλοκή, το ξεπούλημα, τα στραβά μάτια, η απάτη και η λαγνεία. Οι συγγραφείς χρησιμοποιώντας ως όπλο πανίσχυρο και αποτελεσματικό το γέλιο ξετινάζουν όλα τα χυδαία ρατσιστικά επιχειρήματα και τις πομφόλυγες του ξενοφοβισμού.

Γιατί τώρα καταλαβαίνει κανείς με επιχειρήματα της σκηνικής πειθούς πως οι αντιδράσεις των βλακών για τους μετανάστες μαθητές σημαιοφόρους είναι γιατί πολλά φιντανάκια της ευλαβούς υποκριτικής μικροαστικής μιζέριας ακολουθώντας τους γονείς τους φοροδιαφεύγουν ή χαρτοπαίζουν, αντί για τη σημαία της προκοπής επιλέγουν τα σινιέ σημαιάκια, το αραλίκι στις καφετέριες και την ανταλλαγή SΜS.

ΙΝFΟ«Συμπέθεροι απ΄ τα Τίρανα» στο θέατρο «Λαμπέτη» (Αλεξάνδρας 106, τηλ. 6457086)

Ξεπέρασαν πολλά δημοφιλή

Οι δύο γόνιμοι συγγραφείς και μ΄ αυτό τους το έργο ξεπέρασαν πολλά δημοφιλή έργα των προπατόρων της φαρσοκωμωδίας και έφτασαν συχνά ώς το κόκαλο, ίσως γιατί εκείνοι (οι Σακελλάριοι, Ψαθάδες, Ρούσσοι, Τσιφόροι) δεν μπορούσαν σε εποχές λογοκρισίας, Εμφυλίου και εξορίας να φτάσουν τόσο βαθιά.

Έδωσαν όμως στους δύο συγγραφείς γερό εργαλείο, δοκιμασμένο κώδικα και νομιμοποιητικό κοινό, ώστε να προχωρήσουν σε αποκαλυπτικό βάθος. Αν έμενα σε κάποιες τεχνικές ατέλειες της σάτιρας, θα ήμουν πιο μίζερος από τους αντιήρωές τους. Προσωπικά είχα χρόνια να γελάσω από καρδιάς με ανάλογο κείμενο και παράσταση.

Με ούριο και κόντρα άνεμο

Η σκηνοθεσία των δύο δημιουργών δείχνει πως δεν γνωρίζουν μόνο τα κοινωνικά κακά, αλλά και τα υποκριτικά μέσα, ώστε να οδηγήσουν ταλαντούχους και νεώτερους ηθοποιούς στη σωστή χρόνωση (ελληνιστί τάιμινγκ), τη σημαίνουσα παύση και το πλασάρισμα της ατάκας. Αλλά όλα αυτά δεν γίνονται χωρίς ικανούς στο είδος ηθοποιούς. Με τρία καταδρομικά, Βίκυ Σταυροπούλου, Χρήστος Χατζηπαναγιώτης, Δημ. Μαυρόπουλος, ο στόλος κυριαρχεί σ΄ ανοιχτό πέλαγος και πλέει με ούριο και κόντρα άνεμο.

Η Τζόυς Ευείδη άλλη μια φορά δείχνει την ευρεία γκάμα της. Οι νέοι Δήμητρα Στογιάννη και Δημ. Τσέλιος στέκονται χωρίς προβλήματα δίπλα στον καταιγισμό πυρών των τεσσάρων. Ο Χρ. Τριπόδης αλλά και το «αλλοδαπό» ζεύγος Νατάσα Κοτσοβού, Κ. Καζάκας πλέουν πλησίστιοι στο εύφορο θαλάσσιο τοπίο με τόσους υφάλους και τόσες νησίδες σωτηρίας.

Ο Δαγκλίδης και η Σιούπη (σκηνικά- κοστούμια), μόνιμοι συνεργάτες του διδύμου, στο ύψος και το ύφος του κειμένου.

//

Advertisements