«Στάχτη στα μάτια» σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου και «Η λέσχη της αυτοκτονίας» σε σκηνοθεσία Κατερίνας Ευαγγελάτου

  • Ματιά σε δύο παραστάσεις
  • Η ΑΥΓΗ: 14/06/2009
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ
  • Το γαλλικό «καλοχτισμένο» θεατρικό έργο, στο οποίο περιλαμβάνεται ως υποκατηγορία και η φάρσα, έχει πίσω του μια μακρά παράδοση, με θαυμάσιους εκπροσώπους του είδους, τον Σκριμπ, τον Λαμπίς, τον Φεντώ κ.ά. Το είδος αυτό, με την παραπλανητικά «ελαφρά» ιδεολογική σκευή του, έχει ένα συγκεκριμένο πολιτικό στόχο: συνήθως αποθεώνει τη γαλλική καρτεσιανή «λογική των αστών», που θριαμβεύει πάντα στο τέλος, μέσω των υποδειγματικών, προγραμματικών παρεκβάσεών της, και με κατάχρηση ενός επαναλαμβανόμενου σχήματος καθ’ υπερβολήν.
  • Και όμως, κατά περίεργο τρόπο, το ίδιο «κατασκευασμένο» θέατρο κάποτε χρησίμευσε ως «μαμή», για να βγει στο φως το αντίδικό του, νεότερο, σοβαρό, ποιητικό αστικό δράμα, που αμφισβήτησε αυτή τη «λογική». Ο μέγας ‘Ιψεν μιμήθηκε αριστοτεχνικά τη γαλλική «συνταγή» του καλιχτισμένου «έργου σαλονιού», υπονομεύοντάς την όμως απ’ την αρχή συστηματικά και αποσυνδέοντας το αίτιο απ’ το αιτιατό, μέχρι να τιναχτεί στον αέρα το «καπάκι» του ορθού λόγου και να οδηγηθούν οι ήρωές του στη μόνη αλήθεια τους, μέσω μιας παράνοιας που λυτρώνει.
  • Βεβαίως η «λογική της φάρσας», για να επιστρέψουμε στο κύριο θέμα «κρατάει» απ’ το μεσαιωνικό «πανηγύρι των τρελών» μια γιορτή ανατροπής των πάντων, που διαρκούσε ωστόσο μια μονάχα μέρα, εμπεριέχοντας εν σπέρματι την επανίδρυση της πρόσκαιρα διασαλευμένης «τάξης». Και πώς αλλιώς; Πρόκειται λοιπόν για ένα θεατρικό παίγνιο με τους κανόνες του, που ο μάστορας Λαμπίς (1815-1888) ξέρει άριστα να το ανοίγει απλώνοντας και, κυρίως, να το κλείνει αναδιπλώνοντας τη δράση.
  • Εδώ, στο «Στάχτη στα μάτια», όχι από τα καλύτερα έργα του συγγραφέα, έχουμε ένα είδος μικτό, φάρσα και σάτιρα ηθών συγχρόνως, που απαιτεί ειδικούς χειρισμούς από έναν σκηνοθέτη γνώστη των κωδίκων, ώστε να μην επέλθει σύγχυση με τους συγγενικούς ρυθμούς της ελληνικής φαρσοκωμωδίας. Αυτό εν μέρει επιτυγχάνεται. Ακόμη, το έργο δεν διαθέτει τη «δομή καταστροφής» π.χ. του, «Ένα καπέλο από ψάθα Ιταλίας», που είναι μια εφιαλτική «μαύρη κωμωδία» με πρώιμα στοιχεία «παράλογου». Συντηρητικότερο, σώζει στο τέλος τα ζωτικά ψεύδη του αστικού βίου, τον γάμο και την οικογένεια, παρ’ όλο που μοιάζει επιφανειακά να τα εκθέτει ανεπανόρθωτα.
  • Η καλή μετάφραση του γνώστη, λόγιου σκηνοθέτη Νίκου Χατζόπουλου χρησιμεύει ως βάση μιας στρωτής κι ευανάγνωστης παράστασης που «μεταφέρει» τα λεκτικά αστεία τις παράλογα κωμικές καταστάσεις και τους «υποδειγματικούς» χαρακτήρες, κατ’ αναλογία, στην ελληνική πραγματικότητα και στο σήμερα. Σώζει απλώς το έργο. Χωρίς κάτι άλλο. Δεν προσφέρεται και το κείμενο για υπερβάσεις. Οι ρυθμοί είναι μάλλον αργοί και οι χρόνοι χαλαροί, τα κοστούμια, κυρίως των γυναικών, της Θάλειας Ιστικοπούλου «καταπίνουν» κάποιες στιγμές τους ρόλους. Αμήχανα τα σκηνικά (Εύα Μανιδάκη).
  • Με μουσική συνάδουσα στο κάπως απρόσωπο ύφος (Θόδωρος Αμπαζής), ανάλογους φωτισμούς (Λευτέρης Παπαδόπουλος), με καλούς επαγγελματίες ηθοποιούς. Η Μάνια Παπαδημητρίου φτιάχνει μια έξοχη μπούφα φιγούρα και η Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου μια σπαρταριστή αντιμπούφα. Η Λαμπρινή Αγγελίδου στους ποικίλους ρόλους της πείθει ως «μπριλάντε». Ο Κώστας Μπερικόπουλος ρέπει στην υπερβολή και ο Νίκος Γιαλελής παραμένει άχρωμος. Η Σοφιάννα Θεοφάνους, ο Δημοσθένης Ελευθεριάδης, ο Άκης Βλουτής, αβοήθητοι σκηνοθετικά, επιβιώνουν. Ο Γιώργος Ζιόβας είναι συγκεκριμένος και λιτός.

***

  • Στο «Αμφι-Θέατρο» η υποσχόμενη Κατερίνα Ευαγγελάτου, μας αιφνιδιάζει πάλι με μια προσωπική της επιλογή, να δώσει τη σκηνική εκδοχή ενός «παράδοξου» αφηγήματος του Σκώτου Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, που φέρει τον τίτλο: «Η λέσχη της αυτοκτονίας». (Το τελικό κείμενο διαμορφώθηκε, διαβάζω στο πρόγραμμα της παράστασης, κατά τη διάρκεια των προβών). Όποιος γνωρίζει το σκοτεινό και απρόβλεπτο Εδιμβούργο, πατρίδα του συγγραφέα, μπορεί εύκολα νομίζω να καταλάβει τη ρευστή ατμόσφαιρα μυστηρίου του έργου. Καταθέτω σχετική προσωπική μου εμπειρία: έπαιρνα το πρωινό μου σε υπαίθριο «παμπ» επάνω μας έπεφτε η βαριά σκιά του τρομερού κάστρου της πόλης, και το γκαρσόνι με πληροφόρησε απαθώς ότι κάτω απ’ την καρέκλα μου βρίσκονται θαμμένα τα υπολείμματα των θυμάτων ενός κατά συρροή δολοφόνου, ο οποίος αποκεφαλίστηκε δημόσια, στο ίδιο σημείο, πριν ογδόντα χρόνια. Κλείνω την παρένθεση.
  • Ατμόσφαιρα απροδιοριστίας που υπηρετεί πολύ καλά η σκηνοθεσία της Ευαγγελάτου, επικεντρωμένη στο έντονο στοιχείο του «παιγνίου», που εμπεριέχει το έργο. Με ιδανικούς φωτισμούς της Μελίνας Μάσχα, επιλεγμένες μουσικές του Σταύρου Γασπαράτου, ευρηματική όψη του Κωνσταντίνου Ζαμάνη και καλές, ομότροπες, ισοδύναμες «σκιώδεις» υποκριτικές. (Νικόλας Παπαγιάννης, Στάθης Μαντζώρος, Λευτέρης Πολυχρόνης, Τάσος Δαρδαγάνης, Φώτης Μπάτζας). Με αυτό το σημείωμα κλείνω τον κύκλο των χειμερινών και εαρινών παραστάσεων.
Advertisements

ΕΥΓΕΝΙΟΣ ΛΑΜΠΙΣ Στάχτη στα μάτια. Σκην.: Νίκος Χατζόπουλος. Θέατρο: Από μηχανής (ομάδα Συν-επί)

  • Μάταιη αναζήτηση καμπανίτου

    Και η φάρσα μπορεί, αν το προσπαθήσουν, να γίνει βαρετό θέατρο

  • Του Γιαννη Βαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 31/5/2009

Είτε ως αφρώδεις οίνοι ελληνικής κατασκευής είτε ως αιθέριες Mo�t et Chandon, οι φάρσες του ευφυούς και αβαθούς Παριζιάνου Λαμπίς (1815-1888) καταπίνουν χαρακτήρες για να προτάξουν τις εκ των απιθανοτήτων παρεξηγήσεις. Μαγιά του είδους είναι ο αστός και το ήθος του. Ενώ όμως ο στόχος μοιάζει να είναι ο καυτηριασμός, ο Λαμπίς τον θυσιάζει στον επιφανειακό ειρωνικό χυμό. Προς την κατεύθυνση της παραδοσιακής φάρσας όπως την εννοούσε ο συγγραφέας είχαμε δει το 1988 τη δουλειά του Γ. Ιορδανίδη με το Καπέλο από ψάθα Ιταλίας στο Εθνικό, ένα γαλλικό σύνολο ευφορίας με τον πολύ αρμόδιο Γ. Παρτσαλάκη. Εξάλλου, ο Μπαντής το 1996 με τις «Μορφές» έδωσε ένα μουσικό, μελαγχολικό και χαρίεν βάθος σε έναν άλλο Λαμπίς, στην Υπόθεση της οδού Λουρσίν και έτσι κατέκτησε κατ’ εμέ τον τίτλο της καλύτερης παράστασης εκείνης της χρονιάς. Ο σκηνοθέτης Τ. Μπαντής και οι συνεργάτες του μας είχαν παραδώσει -θα τολμήσω εν τέλει την άκομψη αξιολόγηση- την καλύτερη παράσταση που εγώ τουλάχιστον είδα εκείνη τη χρονιά. Υπήρξε αληθινά καθηλωτικός ο τρόπος με τον οποίο μια αφρώδης φάρσα μεταμορφώθηκε σε ένα νόμιμο κράμα μεταξύ αστυνομικού, noir, εφιαλτικής οπερέτας, θεάτρου του παραλόγου και παράλληλα αστειογόνου φαρσικού έργου, όπως και είναι η αρχική υφή του. Χωρίς να διαταραχθούν οι αυθεντικοί όροι του ελαφρού είδους, με άνεση και φαντασία προσετέθη στις πανουργίες της πλοκής η πανουργία της σκηνοθεσίας. Ετσι, το υλικό (ξανα)έλαμψε, έγινε υφολογικά ερεθιστικό και ερμηνευτικά προκλητικό.

Μόλις η παράσταση άρχιζε, ο θεατής απορούσε βλέποντας αντεστραμμένους σε αργές ηρεμίες και παρατεταμένες παύσεις εκπλήξεων τους συνήθως φρενήρεις ρυθμούς της φάρσας. Σιγά-σιγά όμως έμπαινε στο μυστικό της κωμικότατης υπερυπογράμμισης, καθώς οι ηθοποιοί διερωτώντο, συμπέραιναν ή αντιδρούσαν επισημαίνοντας (και άρα εκσυγχρονίζοντας) τον παραλογισμό της ανθρώπινης φάρσας. Η φάρσα του Λαμπίς, δεν είχε μείνει πια συρροή φαιδρογόνων αλλά καθόλου αληθοφανών παρεξηγήσεων, ρηχό παίγνιο βίου. Είχε γίνει παίγνιο κινδυνώδες περί τη ρηχότητα του βίου.

Στην περίπτωση του Κακλέα (Τεχνοχώρος), η φάρσα του Καπέλου έγινε εφιάλτης, το ανθρωποκυνηγητό φυγάδευση, η παρεξήγηση εικαστικό σοκ, το σκάνδαλο περίπου εκβιασμός και η γκάφα περίπου τρόμος. Στη λογική αυτή υπετάχθησαν ευφάνταστα οι συνεργάτες (Παντελιδάκης, Κωστέα, Δρόσος) κι όλοι μαζί μετατόπισαν τον άξονα του είδους προς μια φοβογόνο συνταγή. Το κύριο συν της συνταγής ήταν η φωτογενής κινηματογραφική αίσθηση του απροσδόκητου με ρινίσματα θρίλερ και το κύριο μείον η μοιραία όσο και σημαντική υποχώρηση του αστειογόνου αποτελέσματος.

  • Η παράσταση

Ο Νίκος Χατζόπουλος, εξαίρετος πρόσφατος μεταφραστής και σκηνοθέτης ενός Μαριβώ, δεν είχε τις ίδιες επιδόσεις στην γαλατική ιστορία των δύο επηρμένων οικογενειών που «φουσκώνουν» τα μυαλά αλλήλων στο συνοικέσιο των παιδιών τους για να αποδειχθούν όλοι τελικά ματαιωμένες και γελοίες καρικατούρες. Το «Στάχτη στα μάτια» (1861) είναι ένα σοφά χτισμένο οικοδόμημα, εύθυμο, τρελό, ειρωνικό, εύθραυστο. Η μετάφραση αλλού βρήκε τις υφολογικές αναλογίες στην ελληνική κι αλλού παραστράτησε σε εντελώς κούφια σημερινά σχήματα αγοραίου χαρακτήρα που αποδιοργάνωναν την ευκταία ομοιογένεια. Ολο το εύθρυπτο αλλά και δηλητηριώδες παίγνιο του Λαμπίς αποδίδει τους χυμούς του όταν εκληφθεί ως ξιφομαχία ατάκας, θνησιγενής αφρός, ακραία αλλά στιγμιαία, άβαθη πόζα, χάρτινη γελοιογράφηση αλλά όχι ένσαρκη χαρακτηρολογία, ήτοι ως κέφι σαν γοργό «τίποτα».

Εδώ δυστυχώς δεν τηρήθηκε καμιά τέτοια προδιαγραφή. Αντιθέτως. Η παράσταση, σχεδόν δίχως χιούμορ, υπήρξε τελείως άρρυθμη, αργόσυρτη, αποτυχημένα οπερετική κατά σημεία και ιδίως γεμάτη σχόλια στο κείμενο και εγκεφαλικές υπογραμμίσεις. Τίποτε δεν πετούσε, όλα λίμναζαν. Με τέτοια ρότα ο Λαμπίς απλώς δεν βλέπεται. Κι ας τον υποστηρίζουν με τη στέρεη και δοκιμασμένη υποκριτική τους προσωπικότητα, ιδίως όταν συνδιαλέγονται μεταξύ τους, οι κυρίες Μάνια Παπαδημητρίου και Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου. Ο Κώστας Μπερικόπουλος εισέφερε ένα ευπρόσδεκτο γκροτέσκο και ο Γιώργος Ζιόβας έναν επαρχιώτη ρεζονέρ τύπου Φερναντέλ. Ουδέν το αξιοσημείωτον στους δεύτερους ρόλους (Λαμπρινή Αγγελίδου, Νίκος Γιαλελής, Σοφιάννα Θεοφάνους, Δημοσθένης Ελευθεριάδης). Το μέγα ναυάγιο υπήρξε ο έτερος των συζύγων Ακις Βλουτής, ένας ηθοποιός τραγικά αδύναμος και άοπλος για τον ρόλο. Δεν ήταν λιτά τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη, ήταν εκτός εποχής και θανασίμως φτηνά. Σώθηκαν κάπως από τα κοστούμια, ιδίως του φινάλε, της Θάλειας Ιστικοπούλου.

Λάθος σκέψη, λάθος εκτέλεση, με δυο ανεκμετάλλευτες πρωταγωνίστριες. Κι ένα έξοχο πρόγραμμα. Εμεινα μ’ αυτό, να κοιταζόμαστε εν απορία, μεσάνυχτα, κάτω απ’ τη λάμπα.

YΓ. Το παρόν κείμενο γράφτηκε πριν από τους βανδαλισμούς εναντίον της αίθουσας και των ανθρώπων της προς τους οποίους εκφράζω την αμέριστη συμπάθειά μου.

«Στάχτη στα μάτια» στο «Aπό Mηχανής Θέατρο»

  • Tο 1988 είχαμε παρακολουθήσει στη Nέα Σκηνή του Eθνικού Θεάτρου το «Eνα καπέλο από ψάθα Iταλίας» του Λαμπίς και δεν είχαμε γελάσει καθόλου. Aντίθετα, η πλήξη είχε σκεπάσει την έξυπνη φάρσα με το ανατρεπτικό της δηλητηριώδες χιούμορ και την είχε ακυρώσει.

  • Tο 1998, αντίθετα, το ίδιο έργο στον Tεχνοχώρο, σκηνοθετημένο από τον Γ. Kακλέα, αποτέλεσε ένα από τα γεγονότα της σεζόν, αναδεικνύοντας όλη τη σουρεαλιστική ματιά του συγγραφέα, δικαιώνοντας όσους θεωρητικούς είχαν ήδη διαγνώσει από τον προηγούμενο αιώνα ότι ο Λαμπίς προηγείται του Iονέσκο, του Dada και του αμερικάνικου μπουρλέσκ της δεκαετίας του 1920. Tι είχε συμβεί;
  • Aυτές οι σκέψεις με κατέκλυζαν παρακολουθώντας την παράσταση του Xατζόπουλου στο «Aπό Mηχανής Θέατρο», περιμένοντας κάτι να συμβεί επί σκηνής που να δικαιώνει αυτόν τον ιδιοφυή φαρσέρ, τον Λαμπίς, που με «τρυφερότητα» και ανυπόκριτη χαρά, έστριβε το μαχαίρι πάνω στην πληγή της εποχής του, την κοινωνική πληγή που είχε το όνομα του περιβόητου μεσοαστού, της υποκρισίας του, του κομφορμισμού του, της μανίας του για κοινωνική καταξίωση. Mια αδυσώπητη επίθεση με κωμικά μέσα στον θεσμό του γάμου, στο κοινωνικό ψέμα που εθίζονται σύζυγοι, νεαροί γόνοι και το ευρύτερο περιβάλλον της πόλης. Kαταστάσεις τόσο παλιές και τόσο σημερινές.
  • Πώς τα κατάφερε λοιπόν και δεν αξιοποίησε τους καλούς του ηθοποιούς (Mάνια Παπαδημητρίου, Aλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Kώστα Mπερικόπουλο, Nίκο Γιαλελή κ.ά.), προκειμένου να μας παρουσιάσει τουλάχιστον κάτι ευφάνταστο;
  • Γιατί κάνοντας το βασικό λάθος να μη «δει» την αλήθεια των προσώπων, έβαλε τους ερμηνευτές να κοροϊδεύουν τους ρόλους τους. Oμως, όταν τα πρόσωπα της φάρσας γίνουν απλοί γελωτοποιοί, κανένας θεατής δεν θα αναγνωρίσει τα αληθινά στοιχεία της κατηγορίας που εκτοξεύει ο συγγραφέας. Oύτε τα ομοειδή στοιχεία του εαυτού του. Eπομένως γράφει απλώς «άκυρον».
  • Όλγα Mοσχοχωρίτου, Ημερησία, 9/5/2009

«Στάχτη στα μάτια» στο Από μηχανής θέατρο, «Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης» στο Θέατρο Τέχνης

  • Κλασική γαλλική κωμωδία
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 8 Απρίλη 2009
«Στάχτη στα μάτια» στο «Από μηχανής θέατρο»
«Στάχτη στα μάτια»
  • «Απόγονος» του Μαριβό, αθάνατος επίσης κωμωδιογράφος του 19ου αιώνα, «ακάθεκτα», αποκάλυπτε με τα έργα του «τις πιο δυσάρεστες πραγματικότητες. Το κωμικό του είναι φτιαγμένο από τις πιο σκληρές αλήθειες της ζωής, κοιταγμένες όμως από τη γελοιογραφική τους σκοπιά», όπως επισήμαινε μεταξύ άλλων ο Εμίλ Ζολά για τον Ευγένιο Λαμπίς (1837-1888). «Εχω αφοσιωθεί σχεδόν ολοκληρωτικά στη μελέτη του αστού, αυτού του Φιλισταίου, το ζώο που προσφέρει αμέτρητα ερεθίσματα σε όποιον μπορεί να τα δει. Είναι υπόδειγμα βλακείας που μπορούμε να τα παρουσιάσουμε στη σκηνή με χίλιους δυο τρόπους», δήλωνε ο ίδιος ο Λαμπίς. Οταν καταπιαστεί με έναν τόσο δαιμόνιο παρατηρητή της κοινωνικής και ανθρώπινης γελοιότητας, ένας σπάνιας γνωσιακής, πνευματικής, μεταφραστικής, σκηνοθετικής και αισθητικής ικανότητας καλλιτέχνης, όπως ο Νίκος Χατζόπουλος, τότε το σκηνικό αποτέλεσμα προσφέρει ευφρόσυνα νοήμον γέλιο και αισθητική απόλαυση και αποδεικνύει ότι ο δραματουργός αυτός έκανε «θέατρο μάχης», θέατρο διαχρονικό. Η παράσταση του έργου του Λαμπίς «Στάχτη στα μάτια» είναι μια πολύπλευρη, καθόλα αξιέπαινη, θεατρική δημιουργία του Ν. Χατζόπουλου. Αριστη, γλωσσικά σπιρτόζα, υφολογικά πνευματώδης η μετάφρασή του. Αψεγάδιαστου κωμικού και εκσυγχρονιστικού μέτρου, σε βάθος μελετημένη (όπως φανερώνουν τα εξαιρετικά διαφωτιστικά θεατρολογικά κείμενα που επέλεξε και παρέθεσε στο πρόγραμμα της παράστασης), απόλυτα στέρεης αισθητικής άποψης η σκηνοθεσία του. Η φαρσικά παιγνιώδης, με χιουμοριστικό οίστρο, σκηνοθετική καθοδήγηση ενέπνευσε όλους τους καλλιτεχνικούς συνεργάτες του (Εύα Μανιδάκη: λιτότατα λειτουργικό σκηνικό, Θάλεια Ιστικοπούλου: ευφάνταστα κοστούμια, Θοδωρής Αμπαζής: σαρκάζουσα μουσική, Λευτέρης Παυλόπουλος: φωτισμοί) και απέφερε ατομικά και συλλογικά εύφορες ερμηνείες των ηθοποιών. Ερμηνείες που δημιουργούν την αίσθηση ότι «ζωντανεύουν» γελοιογραφικές γκραβούρες, που μπορούν να αναλογούν στον 20ό αιώνα, αν όχι και στο σήμερα. Ερμηνείες άμιλλας, η μια καλύτερη από την άλλη, των (με σειρά εμφάνισης): Λαμπρινής Αγγελίδου (πολύ καλές οι μεταμορφώσεις της σε τέσσερις ρόλους), Μάνιας Παπαδημητρίου, Κώστα Μπερικόπουλου, Νίκου Γιαλελή, Σοφιάννας Θεοφάνους, Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου, Ακι Βλουτή, Δημοσθένη Ελευθεριάδη, Γιώργου Ζιόβα. Στο έργο, δυο μεσήλικα ζευγάρια μικροαστών, επιθυμώντας και οι μεν και οι δε ένα πλούσιο γάμο για το μοναχοπαίδι του, προσπαθώντας να συμπεθερέψουν, παντρεύοντας οι μεν τη μοναχοκόρη τους, οι δε το μοναχογιό τους, μηχανεύονται – και οι μεν και οι δε – πώς να δώσουν μικρή προίκα αλλά να αρπάξουν μεγάλη και αυτογελοιοποιούνται, παριστάνοντας όμως τους σπουδαίους κοινωνικά, οικονομικά, μορφωτικά, πολιτιστικά. Εκείνο που πρωτεύει και για τα δύο τα ζεύγη των γονιών δεν είναι ο έρωτας που νιώθουν οι δυο νέοι, αλλά το χρήμα. Λύση στο «παζάρι» για την προίκα τη δίνει ο θείος της κοπέλας – ένας λαϊκός άνθρωπος, ένας πολύ εργατικός, αλλά άτεκνος αγρότης, που με την προσφορά των οικονομιών του στο ερωτευμένο νεαρό ζευγάρι αποκαλύπτει και, εμμέσως, χλευάζει τη γελοιοδέστατη νοοτροπία, τη συμπεριφορά και «λογική», τη συμφεροντολογική πονηριά και τα προικοθηρικά παζάρια των μικροαστών.
«Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης»

«Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης», στο «Θέατρο Τέχνης»

  • Περίπου, έναν αιώνα πριν τον Λαμπίς, ο μεγάλος κωμωδιογραφικός «διάδοχος» του Μολιέρου, και σε βάθος χρόνου «απόγονος» της ιταλικής κομέντια ντελ άρτε, ο Μαριβό, δημιουργός ενός απολύτως προσωπικού γλωσσικού ήθους, πνευματώδους χιούμορ και φαρσικής πλοκής, «αφοσιώθηκε», σχεδόν αποκλειστικά, στην υποδορίως σατιρική κωμωδιογράφηση των ηθών, αξιών, πρακτικών, συμπεριφορών (θεσμικών, οικονομικών, οικογενειακών, ερωτικών κλπ.) μιας άλλης κοινωνικής τάξης. Της τάξης των αριστοκρατών, των πλουσίων αστών, καθώς και των κάθε λογής «δορυφόρων» και υπηρετών τους. Εκπρόσωποι αυτής της τάξης είναι τα πρόσωπα της ερωτικής κωμωδίας του «Το παιχνίδι του έρωτα και της τύχης», η οποία σε χυμώδη, αλλά και ταιριαστή στο πνευματώδες γλωσσικό ήθος του Μαριβό, μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, παρουσιάζεται στο θέατρο της οδού Φρυνίχου, σε ευφρόσυνου, παιγνιώδους χιούμορ, πλαισιωμένη με τραγούδια σκηνοθεσία του άξιου και πολύπειρου Εύη Γαβριηλίδη, λιτό σκηνικό και όμορφα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ, εκφραστικότατη χορογραφική κινησιολογία της Σοφίας Σπυράτου, με αρμόζοντες φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου. Πολύ ενδιαφέρουσα δουλειά είναι η «πρόσθεση» λυρικότροπων τραγουδιών σε στίχους του Κώστα Ρωσσίδη και μουσική του Κώστα Κακογιάννη, καλοδιδαγμένων από την Μαρίνα Χρονοπούλου. Ενας αριστοκράτης προορίζει έναν νεαρό και όμορφο αριστοκράτη για σύζυγο της κόρης του. Επειδή εκείνη διεκδικεί να αποφασίσει ποιον θα παντρευτεί, ο πατέρας της καταστρώνει ένα «παιχνίδι», ερήμην και της κόρης του και του υποψήφιου γαμπρού. Το ίδιο όμως «παιχνίδι» καταστρώνουν και η κόρη, με την καμαριέρα της, και ο νεαρός αριστοκράτης, με τον υπηρέτη του. Οι νεαροί αριστοκράτες ενδύονται τα ρούχα των υπηρετών τους και οι νεαροί υπηρέτες των αφεντάδων τους. Καθώς ο έρωτας ρούχα δεν κοιτά, από τα μάτια πιάνεται, στα χείλη κατεβαίνει, ο καθένας από τους τέσσερις νέους επιλέγει από ταξικό ένστικτο και αίσθημα …το σωστό ταίρι. Η αριστοκράτισσα τον αριστοκράτη, η υπηρέτρια τον υπηρέτη. Και όλα βαίνουν κατ’ ευχήν. Αλίμονο αν δε γινόταν έτσι …την εποχή του Μαριβό. Στις συνολικά καλές ερμηνείες κυριαρχούν των Νίκου Χαραλάμπους, Στάθη Κόκκορη, Νατάσας Μαρματάκη. Αξιοσημείωτες είναι και οι ερμηνευτικές προσπάθειες των Εφης Λογγίνου, Οθωνα Μεταξά και Θοδωρή Αντωνιάδη.