Τόμας Μπέρνχαρντ «Ρίττερ, Ντένε, Φος», Mάρτιν ΜακΝτόνα «Η Βασίλισσα της Ομορφιάς», Ανδρέας Στάικος «Ναπολεοντία», Εντεν φον Χόρβατ «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα»

Ισορροπώντας σε τεντωμένο σκοινί

Παθολογικές καταστάσεις ανάμεσα στη λογική και στην τρέλα

Τόμας Μπέρνχαρντ: «Ρίττερ, Ντένε, Φος», σκην.: Κ. Κωνσταντόπουλος. Θέατρο: Δημήτρης Ποταμίτης

Ανδρέας Στάικος: «Ναπολεοντία», σκην.: Ανδρέας Στάικος. Θέατρο: Τόπος Αλλού

Mάρτιν ΜακΝτόνα: «Η Βασίλισσα της Ομορφιάς», σκην.: Νικαίτη Κοντούρη. Θέατρο: Βικτώρια

Εντεν φον Χόρβατ: «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», σκην.: Πέτρος Ζηβανός. Θέατρο: Κέντρο Θεατρικής Ερευνας, Θεσσαλονίκης

Τικ-τακ, τικ-τακ, τικ-τακ. Ισα-ίσα να τ’ ακούς . Αλλά ίσα-ίσα και να σου τρυπάει τ’ αυτιά και μάλιστα μ’ εκνευριστικό τρόπο. Κι αυτό σ’ όλη τη διάρκεια της παράστασης. Μιας από τις σημαντικότερες παραστάσεις αυτής της χρονιάς. Το «Ρίττερ, Ντένε, Φος» του Τόμας Μπέρνχαρντ. Βέβαια, συγχρόνως και μιας «δύσκολης» μιας στριφνής παράστασης, επειδή εξίσου δύσκολος και στριφνός είναι κι ο Αυστριακός συγγραφέας Τόμας Μπέρνχαρντ –πέθανε πριν από 20 χρόνια– ο οποίος υπήρξε μία μοναδική λογοτεχνική προσωπικότητα: υπερόπτης, σαρκαστής της πολιτείας και της Εκκλησίας και, κυρίως, της αστικής κοινωνίας της πατρίδας του της Αυστρίας την οποία και –με όλο του το δίκιο!– κατάβριζε σαν μικροαστική και καθυστερημένη .

Ο Κωνσταντίνος Κωνσταντόπουλος, που σκηνοθέτησε αυτό το νιτρογλυκερινικό υλικό, έκανε μία αξιοθαύμαστη δουλειά. Ιδιαίτερα μάλιστα στον ρόλο του ψυχοπαθητικού αλλά μεγαλοφυέστατου Λούντβιχ, ο οποίος επιστρέφει στο πατρικό του και στις δύο αδελφές του έπειτα από παραμονή σε πολυτελές άσυλο.

Δεν υπάρχει χειρότερο –και δυσκολότερο– πράγμα για έναν ηθοποιό από το να παίζει έναν τρελό. Οι γραφικο-παθολογικές καταστάσεις οι οποίες εξαντλούνται σε 5΄ δεν ενδιαφέρουν κανέναν θεατή – εκτός βέβαια από τους ειδικούς ψυχίατρους. Ε, λοιπόν ήταν η πρώτη φορά που είδα έναν ερμηνευτή –τον Κ. Κωνσταντόπουλο– να χειρίζεται με τέτοια μαεστρία παθολογικά ψυχωτικές καταστάσεις και να μεταδίδει ρίγη στην πλατεία. Εντυπωσιακά σωστές ήταν δίπλα του και οι –ανύπαντρες– δύο αδελφές του που τον καταπίεζαν με τη λατρεία τους. Η αυτοσυγκρατούμενη Μαρία Καψή και η νευρωτική Μάντυ Λάμπου. Ενδεχομένως να βρίσκονταν και οι τρεις ηθοποιοί κάποιες –λίγες– οκτάβες ψηλότερα.

Ομως, ακόμα κι αυτό το μόνιμο το un po troppo crescendo λειτούργησε το ίδιο εκνευριστικά όσο και το τικ-τακ τριβέλισμα του ρολογιού. Ηθελημένα εκνευριστικά. Ηταν ο καλύτερος Τόμας Μπέρνχαρντ που έχω δει στην Ελλάδα.

  • Η Ελλάδα του Οθωνος

Από την άλλη τη μεριά, ο χειρότερος Ανδρέας Στάικος –ένας από τους πλέον ενδιαφέροντες σύγχρονους συγγραφείς μας– που είδα στην αθηναϊκή σκηνή ήταν η «Ναπολεοντία» του ένα κείμενό του το οποίο σκηνοθέτησε ο ίδιος. Η ιδέα του πικρο-ξινο-καγχαστικού έργου ήταν μεγαλειώδης: Η Ελλάδα του Οθωνος μικρο-αστικοποιείται και εξευρωπαϊζεται βαλσάροντας με όλα τα τραγελαφικά παρελκόμενα της υπόθεσης. Ομως, το κείμενο δεν σπάει τα κόκαλα που όφειλε. Αμήχανα σκηνοθετημένο από τον ίδιο τον συγγραφέα διαθέτει έναν χαρισματικό Μάνο Βακούση, ο οποίος «φωνάζει» ότι είναι μόνος – κατάμονος εδώ, μία νεαρή Ναπολεοντία (Κατερίνα Παυλάκη) η οποία έχει οδηγηθεί σε ανασφάλειες ως προς το εάν ο ρόλος της είναι χαρακτήρας ή τύπος. Το γεγονός αυτό ο θεατής το διαπιστώνει να συμβαίνει και με τους υπόλοιπους ερμηνευτές – Γιώργος Γιαννακάκος, Αντωνία Γιαννούλη, Ελενα Χατζηαυξενή. Το συμπέρασμα δεν μπορεί να είναι παρά το ότι ο ίδιος ο Ανδρέας Στάικος –ως σκηνοθέτης τουλάχιστον– δεν είχε ξεκαθαρίσει ούτε αυτός προς τα πού θα όδευε. Προς έναν μποσταντζογλισμό ή προς μία καθαρευουσιάνικη νικολαο-λασκαρεωτική ηθογραφία.

  • Ιρλανδέζικη ηθογραφία

Οι σύγχρονες ιρλανδέζικες ηθογραφίες συνηθίζουν να κονταροχτυπιούνται αναμεταξύ τους ως προς το ποια θα είναι η πιο αδυσώπητη σκληρή στη γλώσσα και στο περιεχόμενο. Σ’ αυτά τα χνάρια και η «Βασίλισσα της Ομορφιάς» του 39χρονου Μάρτιν ΜακΝτόνα. Σε ένα απομονωμένο αγροτόσπιτο στην δυτική Ιρλανδία ζούνε διαρκώς αλληλοκαταπιεζόμενες μάνα και κόρη.

Η εβδομηντάχρονη καταφέρνει να διώξει τον άνδρα που απειλεί να πάρει την κόρη μακριά της. Κι αυτή με τη σειρά της τη δολοφονεί. Υπάρχουν όμως και χειρότερες καταστάσεις – τα ψέματα τα οποία εξακοντίζονται για να πληγώσει η μία την άλλη. Γιατί η κόρη δεν είναι διόλου εξώλης και προώλης, όσο υποτίθεται πως είναι. Και όσο για το «όργιο» το οποίο διαδραματίζεται περίπου κάτω από τα μάτια της μάνας δεν ολοκληρώνεται καν. Ο επιβήτορας έχει πάθει σεξουαλική αφλογησία.

Ευτυχώς, η Νικαίτη Κοντούρη σκηνοθέτησε με φροντίδα στη λεπτομέρεια την ιρλανδέζικη ηθογραφία. Δίχως τις επίπλαστες μοντερνιές και τα ακροβατικά καμώματα όσων σκηνοθετών αγχώνονται να αποκαλύψουν το ταλέντο τους ακόμα και με έργα τύπου «Αυλές των Θαυμάτων». Χαρακτηριστικό της παράστασης ήταν πως ακόμα και ένας εικαστικός σαν τον Γιώργο Πάτσα, ο οποίος αρέσκεται να ξαφνιάζει πρωτοτυπώντας σκηνογραφικά, στην συγκεκριμένη περίπτωση έστησε ένα «στρωτό» σκηνικό.

Παρ’ όλη την περιγραφική υπερβολή της, η Ερση Μαλικένζου άντεξε δίπλα στους πιο συγκρατημένους Κωνσταντίνο Γαβαλά και Τάσο Γιαννόπουλο. Η Ναταλία Τσαλίκη ήταν η πλέον ζυγοσταθμισμένη της παράστασης. Η καλύτερη αν το θέλετε έτσι.

  • Η μεγάλη κρίση του ’30

Ανάμεσα στους αγαπημένους θεατρικούς συγγραφείς μου είναι και ο γερμανόγλωσσος –αλλά διόλου Γερμανός– Εντεν φον Χόρβατ («Ιστορίες από το Δάσος της Βιέννης). Κι από τα καλύτερα έργα του το «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα», έργο γραμμένο στη δεκαετία του ’30, την εποχή της μεγάλης παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Μοιραία υπάρχουν συγκλονιστικές αναλογίες με την σημερινή εποχή, όπου το φάσμα της ανεργίας ξανα-προβάλλει τόσο εκφοβιστικά. Την περασμένη εβδομάδα είδα μία ξεχωριστή παράσταση του έργου αυτού σ’ ένα ασφυκτικά γεμάτο μικρό υπόγειο όπου φιγουράριζε ένας μεγάλος τίτλος «Κέντρο Θεατρικής Ερευνας Θεσσαλονίκης» (Κ.Θ.Ε.Θ.).

Σε μία έξοχη μετάφραση (της Σουζάνας Ιωαννίδου) και με μία διδασκαλία (Πέτρος Ζηβανός) η οποία κατόρθωσε να αφομοιώσει ακόμα και τις ερμηνευτικές υπερβολές ηθοποιών, όπως του Αχιλλέα Ψαλτόπουλου, δημιουργώντας ένα ομοιογενές σύνολο, το οποίο έδειχνε να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη γενική αίσθηση –για το μήνυμα ας πούμε– του έργου παρά για τις μεμονωμένες υποκριτικές επιδόσεις, το «Πίστη, Αγάπη, Ελπίδα» ήταν ασφαλώς μία από τις πλέον ενδιαφέρουσες παραστάσεις αυτού του χειμώνα.