* Τζον Μίλινγκτον Σινγκ «Ενας ήρωας, το καμάρι της Δύσης», Θέατρο «Μεταξουργείο»

Παλιώνουν οι «ήρωες»;

Ο αγαθός Κρίστι, νομίζοντας πως πάνω στον καβγά σκότωσε τον πατέρα του με μια φτυαριά, το βάζει στα πόδια και βρίσκει καταφύγιο σε ένα καπηλειό. Ο λιγομίλητος, τρομαγμένος νεαρός κεντρίζει την περιέργεια της σκληροτράχηλης αντροπαρέας, που τον ωθεί να ομολογήσει τον λόγο της περιπλάνησής του νυχτιάτικα. «Αποπλάνησες μικρή;», «πολέμησες στη λάθος μεριά;», «έκλεψες;», «σκότωσες;». «Ναι». «Ποιον, πώς;».

Στη φωτογραφία: Γ. Δάμπασης, Μαρία Ναυπλιώτου και Β. Κουκαλάνι
Από τη μια στιγμή στην άλλη, στην ομήγυρη γιγαντώνεται ένας χειμαρρώδης θαυμασμός για τον «κτηνώδη πατροκτόνο», που μετατρέπει τον τσευδίζοντα φουκαρά με το γουρλωμένο βλέμμα και το κολλημένο μαλλί/χωρίστρα (Νίκος Καρδώνης) σε ήρωα του χωριού. Ακόμη και η ρωμαλέα αυταρχική κόρη του ταβερνιάρη Πέγκιν (Αννα Κουτσαφτίκη) ενδίδει στο καχεκτικό πλην γενναίο αντράκι, που έχει ενθουσιάσει και την πανέμορφη χήρα Κουίν (Μαρία Ναυπλιώτου) («ένας πατροκτόνος είναι μεγάλος πειρασμός»), αλλά και τον ταβερνιάρη (Αρης Τρουπάκης), που του προσφέρει θέση παραγιού («κάποιος που σκοτώνει τον πατέρα του, θα μου προστατεύει και το μαγαζί»).Το ηρωικό στάτους του Κρίστι, που για πρώτη φορά στη ζωή του αισθάνεται σπουδαίος και μεθυσμένος από τον εαυτό του αφηγείται την ιστορία του ξανά και ξανά, τορπιλίζει η εμφάνιση του τυραννικού γεννήτορά του (Δημήτρης Παπανικολάου), που ξέφυγε τον κίνδυνο και τον αναζητάει παντού. Ο λεπτόφλουδος παλικαρισμός του ξεφλουδίζει σε δευτερόλεπτα. Μολαταύτα, επιχειρεί μια δεύτερη φτυαριά (ο γέρος δεν σκοτώνεται με τίποτα), που αυτή τη φορά στρέφει το χωριό εναντίον του, διότι «άλλο μια ηρωική ιστορία κι άλλο η βρώμικη πραγματικότητα». Κι ο γερο-Μαχόουν μόλις προλαβαίνει να σώσει το ξεπουπουλιασμένο καμάρι του από τα νύχια του οργισμένου πλήθους.

Αυτή η αθώα κωμωδία του Σινγκ (1871-1909) ξεσήκωσε στη δουβλινέζικη πρεμιέρα της το 1907 θυελλώδεις αντιδράσεις, που έμειναν στη θεατρική ιστορία του τόπου ως τα διαβόητα «επεισόδια του «Ηρωα»». Είναι τα χρόνια που η ιδανική αγροτική Ιρλανδία έχει σχεδόν θρησκευτική σημασία για τους ρομαντικούς εθνικιστές, που βλέπουν τους χαρακτήρες του Σινγκ να συμμαχούν με τα στερεότυπα των εγγλέζικων γελοιογραφιών της εποχής: μέθυσοι, καυχησιάρηδες Ιρλανδοί, λάτρεις κάθε παραβατικότητας.

Στον αιώνα που ακολούθησε, ο «Ηρωας» διατήρησε σταθερή θέση στα ρεπερτόρια των αγγλόφωνων σκηνών, ως πολύτιμος φόρος τιμής στη ρωμαλέα τρυφερή ενέργεια, το χιούμορ, την ποίηση και, κυρίως, τη γλώσσα των απλών ανθρώπων της πρωτόγονης και απομονωμένης ιρλανδικής υπαίθρου. Τα θέατρα του υπόλοιπου κόσμου, ωστόσο, σπάνια θυμούνται αυτό τον ατσούμπαλο αντι-ήρωα ενός τελεσίδικα χαμένου κέλτικου παρελθόντος.

Για το ελληνικό κοινό, το έργο παρουσιάζει μάλλον πολύ μικρό ενδιαφέρον, είτε ως περίπτωση εξέγερσης στην αυταρχική εξουσία -με τη φροϊδική ή την πολιτική έννοια- είτε ως αναφορά στην παραδοσιακή αδυναμία των Ιρλανδών στους μύθους και στα παραμύθια, αλλά και ως συναπάντημα με το γαιώδες σπινθηροβόλο χιούμορ και τη μελωδική αγγλο-κέλτικη γλώσσα του Σινγκ, στην οποία δεν δύναται να ανταποκριθεί ουσιαστικά καμία μετάφραση (Γιώργος Δεπάστας, Ζένια Κριτσέφσκαγια).

Μια παρακινδυνευμένη και δυσνόητη επιλογή του ταλαντούχου Στάθη Λιβαθινού, η οποία, παρά τον ενθουσιασμό των φωτεινών συνεργατών του για μια αναπαράσταση της αδάμαστης ζωτικής ενέργειας και της τραχύτητας της αγροτικής Ιρλανδίας του 1900 (πράγματι, το ρουστίκ σκηνικό της Ελένης Μανωλοπούλου θαρρείς πως μύριζε άχυρο, ιδρώτα και μπίρα και η ζωντανή αναβίωση κέλτικων τραγουδιών του Κώστα Μαγγίνα προσμετρούσαν στα ωραιότερα στοιχεία της βραδιάς), η παράσταση παρέμεινε μια καλότεχνη απομίμηση, όπως τα γένια του γερο-Μαχόουν.

Υπόλοιποι ρόλοι: Γ. Δάμπασης, Β. Κουκαλάνι, Κ. Σίμου, Σ. Ιακωβίδης, Σ. Τσινάρη, Μ. Σαββίδου.

Advertisements