Αλέξανδρου Οστρόφσκι «Σε στενό οικογενειακό κύκλο» στο θέατρο «Βασιλάκου»

  • Κουνημένη φωτογραφία

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, TA NEA: Δευτέρα 30 Νοεμβρίου 2009

Η Ελένη Καστάνη και ο Παύλος Χαϊκάλης σε σκηνή από την  παράσταση «Σε στενό οικογενειακό κύκλο»
  • Πολλά προβλήματα περιεχομένου, φόρμας και αισθητικής θέτει η παράσταση του Νίκου Μαστοράκη στο θέατρο «Βασιλάκου» με το έργο του Αλέξανδρου Οστρόφσκι «Σε στενό οικογενειακό κύκλο»

Εν πρώτοις πρέπει να σημειωθεί πως ο ίδιος σκηνοθέτης είχε ανεβάσει το ίδιο έργο ως τελευταίο του ρεπερτορίου του θεάτρου «Αμόρε» πριν εκείνο το σπουδαίο και θεσμικό σχήμα κλείσει τον κύκλο του. Στην πρώτη του σκηνοθεσία ο Μαστοράκης είχε κρατήσει την εποχή συγγραφής του έργου (1847) αλλά και της πρώτης του παράστασης (1861). Ορθά κατά τη γνώμη μου γιατί το έργο αυτό εγκαινιάζει μαζί με άλλα κατώτερα αλλά μέσα στο ίδιο κλίμα, το θεατρικό ιδίωμα που ονομάζεται στη ρωσική θεατρική παράδοση «Μπιτ», ένα είδος νατουραλισμού, κριτικού ρεαλισμού, αποτύπωσης σχεδόν φωτογραφικής και φωνογραφικής της καθημερινότητας. Ως περιεχόμενο αυτά τα έργα μέχρι τον Τσέχωφ (που απογείωσε το είδος) και τον Γκόρκι καταγράφουν σκηνές του ρωσικού βίου, των λούμπεν, των μικροαστών και των μεγαλοαστών, της γραφειοκρατικής υπαλληλίας (ραχοκοκαλιάς του ρωσικού κράτους), των εμπόρων και των παράσιτων γύρω από τους εμπόρους (δικηγόρους, αργυραμοιβούς, τοκογλύφους, μεσάζοντες, προξενήτρες, ψυχοκόρες κ.λπ.).

Το ρωσικό μπιτ είναι η εκδοχή στη χώρα του Βορρά της κεντροευρωπαϊκής ηθογραφίας ή, για να μην παρεξηγηθεί πάλι η ταλαιπωρημένη έννοια στην Ελλάδα, το δράμα ή η κωμωδία ηθών.

Το κύριο θέμα, το οποίο παράγει μια αλυσίδα σατιρικών στιγμιότυπων, στο έργο του Οστρόφσκι είναι μία δόλια χρεοκοπία, μια δηλαδή οικονομικής φύσεως απάτη με σκοπό να απαλλαγεί ο ενεργών από τους δανειστές του. Είναι βέβαια η εποχή που ακόμη δεν έχει φουντώσει η τραπεζική πίστη και οργιάζει η τοκογλυφία και μόνο κριτήριο εγγύησης είναι το πρόσωπο, η προκοπή του και οι αξιόπιστοι εγγυητές. Ο ήρωας του Οστρόφσκι μεταβιβάζει την περιουσία του, κυρίως την ακίνητη στον γαμπρό του, οι δανειστές του μένουν στον άσο αλλά ο γαμπρός, όταν πετύχει η απάτη, με τη συνέργεια της γυναίκας του, κόρης του «ήρωα», αρνούνται να επιστρέψουν το προϊόν της εικονικής μεν, αλλά νομικά έγκυρης μεταβίβασης.

Δυστυχώς αυτό το οικονομικό πλαίσιο δεν μπορεί να μετατοπιστεί στα καθ΄ ημάς, διότι ναι μεν γίνονται και σήμερα τέτοιες δόλιες χρεοκοπίες αλλά είναι τελείως διαφορετικά τα νομικά και τα εθιμικά δεδομένα, τα οποία ο Οστρόφσκι αναπτύσσει εκτεταμένα και λεπτομερώς.

Ήταν λοιπόν κατά τη γνώμη μου λάθος του Μαστοράκη που στη νέα του παράσταση μετατόπισε τον χρόνο σχεδόν στο σήμερα. Η μεταφορά του χρόνου στα καθ΄ ημάς οδήγησε σε υφολογικό λάθος την παράσταση. Περιγράφοντας επί σκηνής η δράση μια σημερινή μικροαστική συνθήκη κάτι σαν το «Μια τρελή, τρελή οικογένεια», την «Κάλπικη λίρα», το «Δελησταύρου και υιός», υποχρέωσε τη σκηνοθεσία να αναπτύξει τεχνικές και ευρήματα της λαϊκής φάρσας, πράγμα τελείως ασύμβατο με το ύφος του μπιτ που δεν προσπαθεί να κάνει γελοιογραφίες, καρικατούρες, αλλά να δείξει στην κοινωνία τον εαυτό της.

Το ύφος των κωμωδιών ηθών (π.χ. για να επιμείνω στα ελληνικά ανάλογα: «Φον Δημητράκης», «Ήρωας με παντούφλες», «Χαρτοπαίχτρα») και όταν καταφεύγει σε χαρακτηρολογικές υπερβολές δεν ταράσσει την εικόνα της γνωστής πραγματικότητας και της συνήθους καθημερινότητας. Ο Μαστοράκης πιθανόν για να μην επαναλάβει τον εαυτό του τράβηξε ρυθμούς, σκηνικές συμπεριφορές στα όρια της εξτραβαγκάντσας, δηλαδή συνάντησε το ύφος του «Μπακαλόγατου». Για να μείνω και να δεχτώ, έστω, το σημερινό ανάλογον που αναζητούσε.

Τιμώ απεριόριστα τον Μαστοράκη και την έως τώρα προσφορά του. Πάντα έδειχνε πως έψαχνε σε σωστούς δρόμους και όταν αποτύγχανε (σπάνια), τα λάθη του δεν ήταν ούτε αποτέλεσμα άγνοιας ούτε προχειρότητας.

Εδώ θα μου επιτρέψει να πιστεύω πως έκανε λάθη ουσίας. Εξαιτίας, ήδη το σημείωσα, της νέας προσέγγισης του ίδιου έργου. Ίσως γιατί ήταν δοσμένη η διανομή και νόμισε πως ο Παύλος Χαϊκάλης και η Ελένη Καστάνη, ηθοποιοί δόκιμοι με ευανάγνωστο και δημοφιλές στίγμα, θα αναδείκνυαν μια φαρσική εκδοχή.

  • ΙΝFΟ«Σε στενό οικογενειακό κύκλο» στο θέατρο «Βασιλάκου» (Προφήτου Δανιήλ 3- Πλαταιών, Κεραμεικός. Τηλ. 210-3470.707 και 210-3467.735)

Οι νέοι του θιάσου ξεσάλωσαν

Ο Χαϊκάλης και λιγότερο η Καστάνη ήταν οι πλέον μετρημένοι, οι πλέον λιτοί και με σαφείς τάσεις ηθογράφησης, ενώ τα νεώτερα στελέχη του θιάσου όχι χωρίς ταλέντο, αντίθετα, αλλά επιρρεπείς σε μεταμοντέρνες τσαχπινιές ξεσάλωσαν.

Η Κοκόση, μπριόζα ηθοποιός αλλά έρμαιο στις ευκολίες της (συχνή παγίδα των ταλαντούχων πρωτοεμφανιζόμενων σε μεγάλους ρόλους) έπαιζε τρελή μπουρλέσκ, ασύδοτη.

Η Ελένη Ουζουνίδου μια ηθοποιός με σκηνικό ήθος και γενναία τεχνική είναι η δεύτερη φορά (μετά τον «Φορτουνάτο» του Εθνικού) που οργιάζει προσπαθώντας να κλέψει την παράσταση, έναν δηλαδή επικίνδυνο σκηνικό ναρκισσισμό. Επειδή την τιμώ και περιμένω απ΄ αυτήν μεγάλα πράγματα, έστω δασκαλίστικα τη μαλώνω.

Ο Παναγιώτης Παναγόπουλος ερχόταν από καρικατούρες του Γκόρκι, αλλά η απόδοση είχε μια τηλεοπτική σιριαλική τυπολογία.

Η Ηλεάννα Μπάλλα είχε ταλέντο, παρουσία, ωραία φωνή (όταν δεν υποχρεώνεται να ξεφωνίζει ως τάχα κάτι υστερικά κωμικό) και στο δεύτερο μέρος έδειξε συνθετικές ικανότητες και σοβαρή προσέγγιση του ρόλου της.

Ο Φώτης Σπύρος είναι σκηνικά λίγος αλλά επαρκής, τονίζει με έμφαση και τον λόγο σαν το συναίσθημα αλλά στο φινάλε βρήκε το ηθογραφικό χαρακτηρολογικό γράδο.

Ο Παύλος Χαϊκάλης είναι σπουδαία πλέον μονάδα του θεάτρου μας. Ο στακάτος ρυθμός του, η χρόνωση της ατάκας, το υπόγειο χιούμορ και οι έξοχες κάθε φορά πινελιές που εμπλουτίζουν και βαθαίνουν το πορτρέτο που ζωγραφίζει, έχουν σπάνιο μέτρο και ουσία.

Η Καστάνη δεν μπορεί να συνυπάρξει σκηνικά με συναδέλφους που δεν έχουν την ικανότητα να την ακολουθήσουν στην εξπρεσιονιστική της τεχνική, στις βαθιές χαράξεις του ρόλου και στην απολαυστική αφέλεια με την οποία πλασάρει τον λόγο.

Έξοχο κιτς

Δεν μπορώ να διακρίνω πού τελειώνει η δουλειά του Γιώργου Δεπάστα, ο οποίος εμφανίζεται ως μεταφραστής και πού αρχίζει η διασκευή και οι προσαρμογές στο σήμερα του Μαστοράκη. Θα πρέπει να γίνει μια σύγκριση με την παλιά παράσταση. Η Εύα Μανιδάκη που σχεδίασε και «κόσμησε» το κιτς σκηνικό (το πιο έξοχο κιτς που έχω απολαύσει τα τελευταία χρόνια) υπάκουσε στις εντολές του σκηνοθέτη και απέδωσε με πιστότητα ό,τι της ζητήθηκε. Τα ίδια ισχύουν και για τα κοστούμια του Π. Θανόπουλου.

Advertisements