Ουίλιαμ Σαίξπηρ: Σονέτα ΚΑΙ Γιώργος Διαλεγμένος: Λόγω Φάτσας

  • «Πρωτοπορία» και σταθερές αξίες
  • Ο Λ. Γιοβανίδης δεν τόλμησε στα σαιξπηρικά σονέτα – Αντεξε στον χρόνο ο Γ. Διαλεγμένος
  • Ουίλιαμ Σαίξπηρ:  Σονέτα. Σκην.: Λ. Γιοβανίδης. Θέατρο Κέντρο Λόγου και Τέχνης 104
  • Γιώργος Διαλεγμένος: Λόγω Φάτσας. Σκην.: Δ. Κομνηνός. Θέατρο Βικτώρια

– Μήπως έτυχε να πάτε να δείτε τα Σονέτα του Σαίξπηρ στη σκηνοθεσία του Μπομπ Ουίλσον στο… Μπερλίνερ Ανσάμπλ του Βερολίνου; Οχι; Κακώς, πολύ κακώς, αν ενδιαφέρεστε είτε για σαιξπηρικά έργα εν γένει είτε για μετα-μετα-μοντέρνες σκηνοθεσίες του τύπου Ουίλσον ή στην περίπτωση που είσαστε λάτρεις της θεατρικής πρωτοπορίας.

– Σίγουρα θ’ αστειεύεστε! Πώς να πάω έτσι εύκολα στο Βερολίνο για μία και μόνο παράσταση;

– Ναι, αλλά πήγατε ή θα πάτε να δείτε τα Σονέτα στη σύνθεση και σκηνοθεσία του Λευτέρη Γιοβανίδη.

– Ασφαλώς! Αλλά δεν είμαι και τόσο φανατικός –ή πλούσιος– για να πετάγομαι έτσι μέχρι το Βερολίνο για να κάνω τις συγκρίσεις. Κι ας ξέρω κι ας θαυμάζω τη δουλειά του Μπoμπ Ουίλσον που είδαμε κι εδώ στην Ελλάδα.

– Πείτε μου, χρησιμοποιείτε Ιντερνετ;

– Ολοένα και περισσότερο. Να μόλις έκλεισα και κάτι ξενοδοχεία για το καλοκαίρι.

– Λοιπόν, σας πληροφορώ ότι ούτε κι εγώ είδα την παράσταση των Σονέτων στο Μπερλίνερ Ανσάμπλ. Να τι έγινε: μπήκα απλούστατα στο YouTube και στην ιστοσελίδα της Deutsche Welle και πήρα μια πολύ σαφή εικόνα. Εκεί βρίσκει κανείς τα πάντα. Φανταστικό, ε; Βάζοντας σ’ εφαρμογή την πασίγνωστη πλέον στυλιζαρισμένη εικαστική τεχνική του, και χρησιμοποιώντας έναν νέο ποπ συνθέτη –τον Ρ. Γουέινραϊτ– και παίζοντας διαρκώς με τα φύλα –αρσενικό – θηλυκό– ο Τεξανός Μπ. Ουίλσον πήρε 24 σονέτα κι έκανε μία δίωρη παράσταση όπου δύσκολα μπορείς να βαρεθείς.

– Μήπως αυτό είναι μπηχτή για τα 60 λεπτά που διαρκεί η παράσταση του Γιοβανίδη;

– Ακριβώς. Σ’ αυτήν την δική μας παράσταση τη στημένη πάνω σε συμβατικούς θεατρικούς κώδικες, εκτός από τις ικανοποιητικές μελιστάλαχτες απαγγελίες των δύο ηθοποιών –του Μάνου Καρατζογιάννη και της Μαρίας Κίτσου– που υποδύονται το ζευγάρι των νεαρών εραστών, δεν υπάρχει τίποτα να σε ξαφνιάσει, να σου βάλει ψύλλους στ’ αυτιά. Γιατί για τα συγκεκριμένα σονέτα ερίζουν εδώ και 400 χρόνια λόγιοι και μελετητές ως προς το γένος των πρωταγωνιστών. Η ενδεχόμενη ομοφυλοφιλική διάθεση μέσα τους παραμένει πάντα ένα μυστήριο. Εδώ ο –καλός– μεταφραστής Διονύσης Καψάλης αναφέρει σ’ ένα σύντομο εισαγωγικό σημείωμα μόνο κάτι υπαινικτικά περί «υποψιασμένων (από πολλές απόψεις) ποιημάτων της ερωτικής παιδείας» αναφέροντας ταυτοχρόνως ότι σεβάστηκε και «τη φυλετική απροσδιοριστία του πρωτοτύπου». Στο Βερολίνο, ο Μπομπ Ουίλσον δεν μάσησε τα λόγια του, αποτολμώντας ένα είδος τολμηρών drag μεταμορφώσεων, πράγμα πολύ πιο κοντά στο μυστήριο των σονέτων του Σαίξπηρ.

Ομως, για να ξαναγυρίσουμε στα εγχώρια σονέτα. Στην εποχή των γρήγορων ιντερνετικών διασυνδέσεων, στους σύγχρονους καιρούς της παγκοσμιοποίησης της πληροφόρησης δεν θα ’πρεπε ένας νέος, ένας 30χρονος Ελληνας σκηνοθέτης να ενημερώνεται για τη δραστηριότητα ενός 69χρονου πρωτοπόρου συναδέλφου του, κι ενδεχομένως –ναι, γιατί όχι;– να αφομοιώνει ακόμα και κάποια στοιχεία που θα τον πηγαίνουν πιο κοντά στην ουσία των σονέτων; Δυστυχώς, τα σονέτα του Λ. Γιοβανίδη δεν απογειώθηκαν από τη στέρεα γη της κλασικής παραδοσιακής ποίησης ως ώφειλαν. Για να μην υπάρχουν παρεξηγήσεις: το θεατρικό θέαμα ασφαλώς και δεν είναι υποχρεωμένο να ιδρωκοπά αγχωμένο κυνηγώντας την όποια πρωτοπορία. Ομως, οφείλει να ξεφεύγει από τα εγκεφαλικά δεσμά του.

Ας πάρουμε για παράδειγμα το «Λόγω Φάτσας», ένα παλαιότερο έργο του Γιώργου Διαλεγμένου, ένα μικρό εγχώριο διαμαντάκι που παρουσίασε το ΔΗ.ΠΕ.ΘΕ. Λάρισας. Εργο συμβατικό (μία παλιά μικροντίβα των μπουλουκιών, η οποία ζει με την αδελφή της εμπλέκεται στην περιπέτεια να πρωταγωνιστήσει σε μια πανηλίθια τηλεοπτική διαφήμιση) παρουσιασμένο σε μια ρεαλιστική σκηνοθεσία (Δημήτρης Κομνηνός). Εργο πικρό –όσο και μερικά από τα σονέτα με την dark lady– με χαρακτήρες αναγνωρίσιμους, οικείους και καθημερινούς. Εργο –και παράσταση– δίχως καμία πρωτοποριακή αξίωση, το οποίο ακριβώς για τέτοιου είδους αξίες μπορεί ν’ αντέξει με άνεση στο χρόνο. Με ηθοποιούς που ασφαλώς και δεν λάμπουν εκτυφλωτικά (τους Ελεάνα Απέργη, Αννα Πολυτίμου, Γιάννη Καταλτζόπουλο, Λεωνίδα Γιαννακόπουλο, Μανώλη Δεστούνη και Χαρά Τσιώλη) αλλά υποστηρίζουν με γενναία δόση υπερβολής τους ρόλους τους, το έργο όχι απλώς στέκει γερά στα πόδια του αλλά προσφέρει και βαθυστόχαστο υλικό σ’ όποιον θελήσει να το ψάξει κάτω από την επιφάνειά του.

Βρισκόμαστε στην εποχή όπου το φιλοθεάμον κοινό, λόγω Φεστιβάλ Αθηνών, καλείται να περιδρομιάσει με αρκετή θεατρική πρωτοπορία. Ομως, μόνο και μόνο «Λόγω Φάτσας» μετα-νεορεαλιστικές παραστάσεις του τύπου «Διαλεγμένου» θεωρούνται –φευ!– από ορισμένους πολιτιστικούς ταγούς αντιφεστιβαλικά υπο-προϊόντα, ανάξια να φιλοξενηθούν σε «Σχολεία» και οπουδήποτε αλλού στην Οδό Πειραιώς. Θα έρθει όμως και αυτών η ώρα…