«Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές στο Εθνικό Θέατρο

Από αριστερά, η Μαρία Πρωτόπαππα, η Ερατώ Πίσση και ο Γιάννος Περλέγκας

Αόρατος άνθρωπος

«Ρομπέρτο Τσούκο» του Μπερνάρ-Μαρί Κολτές στο Εθνικό Θέατρο – Νέα Σκηνή Νίκος Κούρκουλος σε σκηνοθεσία Εφης Θεοδώρου

λουιζα αρκουμανεα | το βήμα, Κυριακή 18 Ιανουαρίου 2009

«Να ζει κανείς ή να μη ζει;»: στο κρίσιμο ερώτημα που θέτει ανά τους αιώνες με αμείωτη ένταση ο Αμλετ, ο Ρομπέρτο Τσούκο θα απαντούσε αυθόρμητα, χωρίς πολλή σκέψη: «Να ζει κανείς σαν σκιά. Διάφανος σαν ένα κομμάτι γυαλί. Σαν χαμαιλέων πάνω σε μια πέτρα. Αχρωμος και άοσμος. Ενας αόρατος άνθρωπος ανάμεσα σε αόρατους ανθρώπους, σιωπηλός και παρατηρητικός, πίσω από το προπέτασμα καπνού της καθημερινότητας».

Αν ο Τσούκο ονειρεύεται μια ύπαρξη ρευστή και διαυγή σαν νερό, χωρίς υλική υπόσταση, ένα ζευγάρι μάτια που τίποτε δεν τους ξεφεύγει, που βλέπουν τα πάντα αλλά κανένας δεν τα βλέπει, οι πράξεις του επιφέρουν ακριβώς το αντίθετο αποτέλεσμα: στρέφουν όλα τα βλέμματα σοκαρισμένα πάνω του. Η μία δολοφονία διαδέχεται την άλλη: ο πατέρας του, η μητέρα του, ένας επιθεωρητής της αστυνομίας, ένα αγόρι, είναι τα τέσσερα θύματά του. «Το αίμα είναι το μοναδικό πράγμα στον κόσμο που ποτέ δεν περνάει απαρατήρητο» υποστηρίζει, και όμως του είναι αδύνατο να ζήσει χωρίς να χύσει υπέρμετρες ποσότητες στο πέρασμά του. Γιατί δολοφονεί ο Τσούκο; Η απάντηση φυσικά δεν είναι απλή. Ο Κολτές, ακολουθώντας τον Σαίξπηρ, δραματουργεί πάνω στην αρχή πως αν η υπερβολική αδράνεια οδηγεί στην τρέλα, τότε η υπερβολική δράση οδηγεί στον θάνατο. Ο Αμλετ διανύει πέντε σχεδόν πράξεις αγωνίας, αμφισβήτησης και παράνοιας προτού αποφασίσει τελικά να εκδικηθεί τον φόνο του πατέρα του- και να πεθάνει άθελά του και ο ίδιος. Ο Τσούκο, στον αντίποδα του σαιξπηρικού ήρωα της σκέψης, διαγράφεται ως ήρωας της πράξης: όσο φυσική είναι για τον Αμλετ η ατέρμονη ενδοσκόπηση, όσο επιτακτική η ανάγκη να εκφράσει με λέξεις το αδιέξοδο της ανθρώπινης κατάστασης, εξίσου φυσική και αναπόδραστη είναι για τον Τσούκο η αναπαράσταση του αδιεξόδου αυτού μέσα από αιματηρά έργα (φυσική, επειδή όποτε τον βλέπουμε επί σκηνής να διαπράττει κάποιο έγκλημα, αυτό γίνεται πάντοτε με εντυπωσιακή απλότητα, σαν μια συνηθισμένη, καθημερινή δραστηριότητα). Η υπαρξιακή εξέγερση του Αμλετ μετατρέπεται σε ηθική πρωτίστως εξέγερση στον Τσούκο: ο ήρωας του Κολτές δεν νιώθει καμία υποχρέωση απέναντι σε κανέναν κανόνα, σε κανέναν δεσμό. Δεν υπάρχει πατέρας και μητέρα (στον Αμλετ, αντιθέτως, είναι οι μεγαλύτεροι δυνάστες του), δεν υπάρχει κανένα όριο και κανένα τίμημα που να τον ενδιαφέρει να πληρώσει. Από αυτή την άποψη ο Τσούκο είναι ελεύθερος- με όλες τις θετικές και αρνητικές συνέπειες που περικλείει η κατάσταση της απόλυτης ελευθερίας.

Αποτελεί σαφώς μεγάλο αίνιγμα η αναπαράσταση του Τσούκο επί σκηνής, καθώς στο πρόσωπό του κατοικεί μια παράξενη ομίχλη και δυσκολευόμαστε να τον φανταστούμε ως υπαρκτό ον. Αυτή η αίσθηση είναι εξάλλου κάτι που επεδίωξε και ο ίδιος ο Κολτές: ενός προσώπου εξωπραγματικού, σχεδόν μυθικού, που χάνεται στο τέλος μέσα σε ένα εκτυφλωτικό ξέσπασμα ανέμου και φωτός, δυνατό σαν ατομική έκρηξη.

«Ο Τσούκο βρίσκεται πέρα από την κατανόηση των θεατών: ενσαρκώνει την κοσμική σκληρότητα που έχει ως γνώρισμα την αδιαφορία» γράφει ο άγγλος μελετητής Ντέιβιντ Μπράντλι. Στο πλαίσιο αυτό, κάθε προσπάθεια ψυχολογικής ερμηνείας του ήρωα είναι μάλλον καταδικασμένη: το κείμενο αποθαρρύνει οποιαδήποτε τέτοιου είδους απόπειρα, εστιάζοντας στο ποιητικό ανεξήγητο της ανθρώπινης συμπεριφοράς. Οσο φευγαλέα και δυσπρόσιτη και αν αναδύεται η ταυτότητα του Τσούκο όμως σκηνοθέτης και ερμηνευτής του ρόλου καλούνται να τον προσεγγίσουν στο πλαίσιο μιας συγκεκριμένης παράστασης, καλούνται δηλαδή να πάρουν μια δημιουργική θέση απέναντί του, να τολμήσουν με άλμα της φαντασίας ή οποιασδήποτε άλλης νοητικής λειτουργίας μια ερμηνεία αυτού του φαινομένου «κοσμικής σκληρότητας».

Το εν λόγω άλμα αδυνατούν να πραγματοποιήσουν η σκηνοθέτις Εφη Θεοδώρου και ο πρωταγωνιστής Γιάννος Περλέγκας. Αδυνατούν μάλιστα σε τέτοιον βαθμό ώστε αναρωτιέται κανείς για ποιον λόγο αποφάσισαν να ανεβάσουν το συγκεκριμένο έργο. Ο Περλέγκας παρουσιάζει στο κοινό μια tabula rasa: μια περσόνα ανέκφραστη, αποστασιοποιημένη, ψυχρή, θέλοντας ενδεχομένως να πει με τον τρόπο αυτόν ότι ο Τσούκο είναι ένας καθρέφτης στον οποίο όλοι οι υπόλοιποι ήρωες βλέπουν τον εαυτό τους. Η ιδέα ακούγεται ενδιαφέρουσα, η εκτέλεσή της όμως αποδεικνύεται στείρα και ατελέσφορη: η εντύπωση που προκαλεί είναι αυτή της μη προσπάθειας, της απουσίας προβληματισμού, του «δεν μιλάω γιατί δεν έχω τίποτε να πω». Περιφέρομαι επί σκηνής και αφήνω τους άλλους να χτυπιούνται. Το μπλαζέ δεν είναι απαραίτητα μυστηριώδες: στην περίπτωσή μας είναι απλώς κούφιο. Μια αυτάρεσκη πόζα που δεν προσφέρει κανενός είδους αισθητικό ερέθισμα.

Εξίσου μονοσήμαντη διαγράφεται η συνολικότερη προσέγγιση. Δομημένο σε 15 χαλαρά συνδεδεμένες μεταξύ τους σκηνές, το έργο αναπαράγει τη ρευστότητα του ήρωα, την ατμόσφαιρα μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας, όπου ακροβατεί ο Τσούκο παρασύροντας όσους έρχονται σε επαφή μαζί του. Η σκηνοθέτις αρκέστηκε σε μια πεζή, κυριολεκτική μεταφορά των διαλογικών αυτών μερών χωρίς έγνοια για την τελική σύνθεσή τους: σαν δεκαπέντε κομμάτια που δουλεύτηκαν το καθένα χωριστά και μπήκαν εν τέλει σε μια σειρά, «συγκολλήθηκαν», αλλά δεν κατάφεραν να αναμεταδώσουν έστω ένα ψήγμα από τη σκοτεινή ακτινοβολία του Τσούκο. Οι ηθοποιοί κάνουν ο καθένας το δικό του, και μόνο σε δύο-τρεις εξαιρέσεις μπορούμε να ανιχνεύσουμε, για διαφορετικούς κάθε φορά λόγους, την αναζήτηση μιας άλλης διάστασης: στην εφηβική πεισμονή της Ερατώς Πίσση (η μοιραία Παιδούλα), στο βαθιά συναισθηματικό παίξιμο της Μαρίας Πρωτόπαππα (η μεγάλη αδελφή που διψά για επαφή), στον τρυφερό σουρεαλισμό του Γιάννη Βογιατζή (ο ηλικιωμένος που χάθηκε στον δαίδαλο της διπλανής πόρτας) και στην κωμική εκκεντρικότητα της Ελενας Τοπαλίδου (η καλοντυμένη υστερική κυρία που θέλει να αποδράσει από όλα).

Advertisements

Μπερνάρ–Μαρί Κολτές «Ρομπέρτο Τσούκο». Εθνικό Θέατρο

Δεκαπέντε σύντομες βιωματικο–σωματικές ιστορίες

Κριτική Σπύρος Παγιατάκης

Μπερνάρ–Μαρί Κολτές «Ρομπέρτο Τσούκο». Σκην.: Εφη Θεοδώρου. Εθνικό Θέατρο

«Η ιστορία του Ρομπέρτο Τσούκο αναμειγνύει τα βίαια στοιχεία όπως αυτά υπάρχουν στις ταινίες του Ταραντίνο, την αισθητική και τον εξπρεσιονισμό των films noir και τις τραγικές πλοκές του Αμλετ και των αρχαίων μύθων του Οιδίποδα και του Ικαρου». Μεγαλόστομες μπούρδες; Οχι ακριβώς. Υπερφίαλη μεν η περιγραφή, αλλά δίνει και κάποια εντύπωση, από την άλλη, από ένα αρκετά βαρύγδουπο κείμενο. Το παραπάνω –«σοβαρό»– απόσπασμα είναι από μια αμερικανική, περισπούδαστη underground κριτική για το τελευταίο έργο που έγραψε ο Μπερνάρ–Μαρί Κολτές πριν από τον θάνατό του –από έιτζ– το 1989. Το «Ρομπέρτο Τσούκο» αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός πανέμορφου νεαρού Ιταλού, ο οποίος δίχως εμφανείς λόγους σκότωσε τον πατέρα, τη μάνα του και συνέχισε και μ’ άλλα αποτρόπαια εγκλήματα και βιασμούς εξωθημένος –λέει ο Κολτές– από μια κοινωνία η οποία ταυτόχρονα τον καταδίκαζε και τον ηρωοποιούσε. Ο Ρ. Τσούκο (3 Απριλίου 1962 – 23 Μαΐου 1988) «έδρασε» σ’ όλη την Ευρώπη το 1987 και το 1988.

«Hταν ένας άνθρωπος που σκότωνε δίχως κάποια συγκεκριμένη αφορμή. Γι’ αυτό ακριβώς τον λόγο, ήταν για μένα ένας αληθινός ήρωας» είχε πει ο Κολτές. Η πορεία του ήρωά του υπήρξε –πάντα κατά τον συγγραφέα– σημαδεμένη από μια «απίστευτη καθαρότητα», από τη στιγμή που δεν γνώριζε «ιδιοτέλεια, και βρώμικα κίνητρα». Ενας άνθρωπος ο οποίος ένιωθε απόλυτα ελεύθερος να σπάει, να σκοτώνει και να καίει, έτσι για το τίποτα. Από θυμό και μόνο για έναν κόσμο ο οποίος μετράει τα πάντα με το χρήμα και το προσωπικό συμφέρον. Αυτά τα τελευταία και ειδικά γι’ εμάς που βρισκόμαστε στο εδώ και το τώρα, τα παραπάνω μας θυμίζουν πολλά από το πρόσφατο παρελθόν. Επομένως το έργο είναι απόλυτα σύγχρονο – λένε.

Πάντως, για τους συμπατριώτες του Κολτές, τους Γάλλους, ξυπνούν εμπειρίες οι οποίες αποκτήθηκαν από τους ντόπιους «καταραμένους», από τη μυθολογία του Ντε Σαντ, του Ρεμπώ μέχρι και τον Ζενέ. Τώρα όσον αφορά τον Αμλετ, τον Ικαρο και τον Οιδίποδα, αυτούς δεν μπορώ να φανταστώ πού και πώς τους ανακάλυψε ο Αμερικανός κριτικός, που λέγαμε στην αρχή. Η αλήθεια είναι πως με την «καταραμένη» θεματολογία του και με μια ανατρεπτική γλώσσα, η οποία τραμπαλίζεται διαρκώς ανάμεσα στην πικρή ειρωνεία και στην καγχαστική ποίηση, ο Κολτές έγινε αυτό που ονομάζουμε μορφή του «καλτ», δηλαδή εκπρόσωπος ενός ιδιότυπου καλλιτεχνικού περιθωρίου.

Προσωπικά ο Κολτές δεν ήταν ποτέ ανάμεσα στους αγαπημένους μου θεατρικούς συγγραφείς. Αναγνώριζα την ικανότητά του σε μια «λοξή» ποίηση, αλλά τον θεωρούσα επιτηδευμένο και αντιμετώπιζα πάντα με καχυποψία την εκκεντρικότητά του. Μου άρεσε μεν ο τρόπος που συμπύκνωνε τις σκηνές του –στο «Τσούκο» υπάρχουν 15 σύντομες σκηνές, όπου εξιστορούνται πολύ συγκεκριμένες βιωματικο-σωματικές καταστάσεις– αλλά ταυτόχρονα και βαριόμουνα τα έργα του, που τα θεωρούσα φλύαρα. Διαφωνούσα και εξακολουθώ να διαφωνώ πως «η μόνη ηθική που μας απομένει είναι η ηθική της ομορφιάς», αδυνατώντας να καταλάβω γενικότερα την έννοια της λέξης «ηθική». Τέλος πάντων. Δεν ήμουνα, λοιπόν, ποτέ θαυμαστής του.

  • Η παράσταση

Η μεταμοντέρνα –επειδή μετα–μινιμαλιστική– παράσταση του «Ρομπέρτο Τσούκο» που εγκαινίασε τώρα τη Νέα Σκηνή «Νίκος Κούρκουλος» στο Εθνικό Θέατρο ήταν τόσο αποστραγγισμένη από συναισθήματα και οποιουδήποτε είδους «ηθική», ώστε τελικά να καταλήξει περίπου αδιάφορη. Ούτε κρέας ούτε ψάρι, δηλαδή. Ο συνήθως πρώτης τάξης νέος ηθοποιός Γιάννος Περλέγκας, που ξέρει να μεταμορφώνεται, εδώ στον επώνυμο ρόλο μου φάνηκε αρκετά αμήχανος και δίχως τα ψήγματα –έστω– του υποδόριου χιούμορ που υπάρχει στο κείμενο του ρόλου του. Αυτό το στοιχείο της σοβαρότητας που κατέληγε σε μια ζοφερή σοβαροφάνεια έπληξε λίγο πολύ όλους τους ηθοποιούς, οι οποίοι κατέφευγαν σε ένα είδος υπόκωφου στόμφου για να βρούνε κάποια δικαίωση στους ρόλους τους. Η μεγαλύτερη αρετή της παράστασης ήταν η μετάφραση του Δημήτρη Δημητριάδη, ακριβώς επειδή δεν σεβάστηκε τον λόγο αλλά το πνεύμα ενός δυσκολο-μετάφραστου κειμένου. Μια παράσταση που στοχεύει στη διανόηση του θεατή. Ομως, προσωπικά βαρέθηκα.