Αναφορά στον κανόνα

  • Γράφει ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, TA NEA, 16/01/2010


ΕΙΝΑΙ ΛΑΘΟΣ ΝΑ ΑΠΟΦΕΥΓΟΥΜΕ, ΟΣΟ ΤΑ
ΠΡΑΓΜΑΤΑ ΤΡΕΧΟΥΝ ΣΤΟΝ ΠΑΡΟΝΤΑ ΧΡΟΝΟ
(ΛΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΜΟΛΙΣ ΧΘΕΣΙΝΟ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΗΔΗ
ΑΜΕΤΑΤΡΕΠΤΟ ΠΑΡΕΛΘΟΝ), ΝΑ ΕΝΤΑΣΣΟΥΜΕ
ΤΙΣ ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΕΙΣ ΜΑΣ ΜΕΣΑ ΣΤΟΝ ΙΣΤΟΡΙΚΟ
ΧΡΟΝΟ

Ανεξάρτητα από το αν οι ιστορικοί κανόνες δημιουργούν (και συχνά δημιουργούν) ασφυκτικά και δήθεν απαράβατα όρια, ο κριτικός λόγος ως τροφοδότης της μέλλουσας να γραφτεί ιστορίας οφείλει να τολμά, να αξιολογεί μέσω του κανόνα, να μετρά, να αποδέχεται, να απορρίπτει έργα του παρόντος με κριτήρια που έχουν αποδειχθεί ανεκτικά και στέρεα και ως εκ τούτου καθιστούν, έστω χαλαρά, το μοντέλο του κανόνα. Ξέρω τους κινδύνους από μια τόσο τολμηρή τοποθέτηση. Συχνά (σπάνια ομολογώ) στις μέρες μας, ο κανόνας ανατρέπεται από κάτι πράγματι επαναστατικό, καινούργιο, πρωτοφανές, το οποίο ακόμη και να γελοιοποιήσει τον κανόνα, το κατορθώνει.

Πάντως ο οξυδερκής κριτικός νους οφείλει να τολμά, να κατατάσσει, να εντάσσει ένα σύγχρονο επίτευγμα βάσει των κριτηρίων του κανόνα και να έχει αφήσει ανοίγματα, ρωγμές στο κριτικό του σύστημα, ώστε και το καινοφανές να χωρέσει και τα κριτήρια του κανόνα να λειτουργούν συγχρόνως. Γιατί πώς αλλιώς θα ίσχυε και θα μας ενέπνεε συνεχώς ο κανόνας της ελισαβετιανής δραματουργίας, της ισπανικής κλασικής, του γαλλικού κλασικισμού, του ρομαντικού 19ου αιώνα, του ρωσικού ρεαλισμού, του γερμανικού εξπρεσιονισμού και ο λεγόμενος του παραλόγου, ενώ παράλληλα αποδεχόμαστε και εντάσσουμε, τροποποιώντας κριτήρια, το αμερικανικό ρεαλιστικό θέατρο, τον Μπρεχτ, τον Μπέκετ, τον Κλοντέλ, τον Ντε Φίλιππο και τον Φο, τον Μοντερλάν, τον Πίντερ, τον Όρτον, τον Κούντερα, τον Γκέλμαν.

Αυτός ο μακρύς μεθοδολογικός πρόλογος, επειδή θα αποπειραθώ σήμερα και τη Δευτέρα να τολμήσω να εντάξω στον νεοελληνικό κανόνα της δραματουργίας μας τα έργα, κυρίως τα τελευταία, του διδύμου Ρέππα- Παπαθανασίου. Σήμερα θα αναφερθώ στο δράμα τους «Αττική οδός», που παίζεται στο θέατρο «Εμπορικόν» στου Ψυρή. Στο πρόγραμμα του θιάσου – όπου δημοσιεύεται και ολόκληρο το κείμενο – οι δύο συγγραφείς κάνουν μια ειλικρινή προσπάθεια να εντάξουν το έργο τους στον νεοελληνικό κανόνα, αλλά στη συλλογιστική τους έχουν κενά- δεν είναι, εξ άλλου, ούτε κριτικοί ούτε ιστορικοί του θεάτρου. Διαπιστώνουν, όσον αφορά τη θεματολογία τουλάχιστον, ότι λίγα έργα του δραματολογίου μας απασχολούνται, αναλύουν, κρίνουν και αποκαλύπτουν μηχανισμούς, ψυχισμούς και σκοπούς, κίνητρα της λεγόμενης μεγαλοαστικής τάξης και αναφέρονται ενδεικτικά στην Αναγνωστάκη («Ήχος του όπλου», «Διαμάντια και μπλουζ») και τον Κεχαΐδη («Με δύναμη από την Κηφισιά»). Αναφέρονται βέβαια για όσα έγινε κυρίως συζήτηση και τράβηξαν τον ενδιαφέρον του κοινού.

Αλλά δεν είναι έτσι. Και ο Ξενόπουλος παλιότερα («Στέλλα Βιολάντη»), και ο Μελάς («Μια νύχτα μια ζωή», που παίζεται τώρα στο θέατρο «Πρόβα»), και ο Μπόγρης («Ο γιατρός Μαυρίδης»), και ο Καγιάς («Άννα Βοράνου») και βέβαια ο Αλ. Λιδωρίκης («Η μεγάλη στιγμή»), και ο Ιωαννόπουλος, και ο Τζαβέλλας, αλλά και ο πρώιμος Τσιφόρος («Η πινακοθήκη των ηλιθίων») και ο ξεχασμένος Τσεκούρας («Αν δουλέψεις θα φας») τη μεγαλοαστική, νεοπλουτίστικη ή αρχοντική τάχα οικογένεια ανέταμαν και ξετίναξαν. Αλλά και ο Καμπανέλλης, αυτός ο συνεχώς εκπλήσσων έφηβος, δεν περιορίστηκε στους λούμπεν και τους μικροαστούς και στο «Ο δρόμος περνά από μέσα» ανέλυσε την παλιά αυθεντική αρχοντιά, τον κυνικό διανοουμενίστικο καριερισμό, το λούμπεν στοιχείο και τον άγριο και αδίστακτο νεοπλουτισμό. Εκεί όμως που μας αιφνιδίασε ήταν «Τα τέσσερα πόδια του τραπεζιού», μια ανελέητη σάτιρα των λεγόμενων παραδοσιακών μεγαλοαστών, στυλοβατών του κοινωνικού μας status.

Αλλά γιατί ξεχνούμε το αριστούργημα του Μουρσελά, πριν από τριάντα ακριβώς χρόνια, το «Ενυδρείο»; Έγραφα τότε (1980): «Ο Μουρσελάς είναι ο πρώτος της νεώτερης γενιάς των συγγραφέων μας που αποτόλμησε να βάλει το ανατομικό του νυστέρι στην τάξη των νεόπλουτων, όλων αυτών που «δημιουργήθηκαν» ύστερα από τον πόλεμο και, ακόμη κοντύτερα, ύστερα από τη δικτατορία. Από τη μια μαυραγορίτες, δωσίλογοι, απατεώνες, κολπατζήδες της Κατοχής, άνθρωποι που «φτιάχτηκαν» μέσα στον Εμφύλιο, και από την άλλη οι «γαμπροί» τους, παιδιά που ανδρώθηκαν, πίστεψαν σε μιαν εποχή που η ελπίδα ρόδιζε για ένα καλύτερο μέλλον και λύγισαν, γονάτισαν, παραιτήθηκαν, συμβιβάστηκαν και «συμπεθέριασαν» με το κοινωνικό «κακό» ξεπουλώντας όνειρα, σπουδές, ιδέες και αξιοπρέπεια».

Στο ίδιο ακριβώς κλίμα κινήθηκε και ο θεματικά ατυχής σκηνοθετικά «Κοινός λόγος» του Ποντίκα. Υπάρχει, λοιπόν, θεματικός κανόνας που στο πλαίσιο των γενικότερων προσπαθειών της μελέτης των δομών, ενεργειών και αδιεξόδων της μεταπολεμικής μας κοινωνίας βάζει τα γυαλιά στη νηπιώδη κοινωνιολογική μας επιστήμη. Οι Ρέππας- Παπαθανασίου είναι γνήσια, αυθεντική και τίμια συνέχεια αυτής της δραματουργικής εποποιίας. Και δεν είναι μόνο η θεματική τους που εντάσσεται και βαθαίνει την έρευνα γύρω από τα ένστικτα τα κτητικά, την αδηφάγα άπληστη χρηματοφιλία, την κατάλυση κάθε θεσμού ή δεσμού αδελφικής, υιικής, μητρικής σχέσης και όλων όσα είναι απότοκα μιας κοινωνίας χωρίς αρχές, χωρίς όρια και χωρίς αναστολές, αρκεί να ικανοποιηθεί το ένστικτο της αρπαγής, της κατοχής και της πρόσκαιρης ικανοποίησης των ορέξεων.

// //

Advertisements