Ρόμπιν Μομ: «Ο υπηρέτης», στο θέατρο Προσκήνιο, σε σκηνοθεσία του Φίλιππου Σοφιανού

  • Όταν η θωπεία παράγει εμπρησμό. Βίαιο σκακιστικό ροκέ μεταξύ ενός καλόγνωμου κυρίου και του πανέξυπνου υπηρέτη του
  • Του Γιάννη Bαρβερη
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 3 Mαϊου 2009
  • ΡΟΜΠΙΝ ΜΩΜ: Ο υπηρέτης. Σκην.: Φίλιππος Σοφιανός. Θέατρο: Προσκήνιο (οδός Καπνοκοπτηρίου)

Ενα κομβικό έργο της σύγχρονης δραματουργίας που μπορεί να εκληφθεί συνάμα ως διαπροσωπικό, κοινωνικό ή και πολιτικό (σε σχέση με τα κατακρημνισθέντα κομμουνιστικά καθεστώτα) είναι «Ο Μπήντερμαν και οι εμπρηστές» (1957) του μέγιστου Ελβετού Μαξ Φρις. Μπήντερμαν στα γερμανικά σημαίνει άνθρωπος ικανοποιημένος, νοικοκύρης, αστός με αξίες, που εδώ συστηματικά τις προδίδει στο εργασιακό επίπεδο ως εργοδότης.

Αυτή του την περαιτέρω αμέριμνη αξιοπρέπεια έρχονται να διακόψουν μέχρις εμπρησμού της ίδιας του της οικίας και της κοσμοθεωρητικής του αντίληψης κάποιοι, αρχικά φιλικοί προς αυτόν, πυροσβέστες, που, ως καλοπροαίρετον, τον πείθουν ότι έχουν έρθει για να τον προφυλάξουν από επικείμενη πυρκαγιά. Ο Μπήντερμαν τους προσφέρει δείπνο και κάθε αστική άνεση, μέχρις ότου το σπίτι του σταδιακά γεμίσει από παρόμοιους πυροσβέστες, στους οποίους και τελικά θα δώσει τα σπίρτα για να ανάψουν τους εκρηκτικούς μηχανισμούς τους και να τον ανατινάξουν.

  • Δούρειος ίππος

Διείσδυση δόλια, διείσδυση βίας βασισμένη πάνω στην αφέλεια του θύματος, δούρειος ίππος καταστροφής διαμέσου εκμετάλλευσης της ψυχικής και θυμικής ραθυμίας.

Θεωρώ την αλληγορία του Φρις μεγαλειώδη και την συνάπτω ευθέως με τον, σε σενάριο Χάρολντ Πίντερ φιλμικά γυρισμένο απ’ τον Τζόζεφ Λόουζι «Υπηρέτη» του ανιψιού και θαυμαστή του Σώμερσετ Μωμ, Ρόμπιν (1916-1981).

Ετσι κι εδώ, ο κύριος γίνεται σταδιακά υποχείριος του υπηρέτη του που, μέσα από περιποιήσεις, εκβιασμούς και προμελετημένα θήλεια δολώματα, πείθει τον καλόγνωμο δανδή για την αγαθή του προαίρεση ώσπου να δυναμιτίσει, υπηρετώντας τον υποτίθεται, τη ζωή του κυρίου ώς την κατάθλιψη, την ακινησία και τον ανεπίστροφο αλκοολισμό. Να λοιπόν πώς ο υπηρέτης μπορεί να γίνει, διά ανεπαίσθητης, θωπευτικής ψυχολογικής βίας, κύριος του εφεκτικού κυρίου. Είναι σημαντικό το «χειρουργείο» του υπηρέτη. Κάνει δύο βήματα μπρος, ένα πίσω, παραδέχεται λάθη, αποδέχεται ευθύνες, ζητάει περιστασιακές συγγνώμες όταν αποκαλύπτεται, και επανέρχεται αμέσως μετά δριμύτερος στην «πολιορκία» με ανανεωμένο οπλισμό, υπομονή και επιμονή.

  • Μενανδρική κωμωδία

Αν ήθελε κανείς να αναζητήσει τις απαρχές του σχήματος αφέντης – δούλος, αναγκαστικά θα έφθανε μέχρι τη μενανδρική νέα κωμωδία και την επηρεασμένη από αυτήν ρωμαϊκή του Πλαύτου και του Τερέντιου. Εκεί ο δούλος, αντίθετα απ’ ό,τι στον Αριστοφάνη, μηχανορραφεί, ιντριγκάρει, λύνει υποθέσεις του κυρίου του αλλά δεν ανατρέπει ποτέ τη δεδομένη σχέση υποτέλειας. Το ίδιο συμβαίνει αργότερα και σε οξύτερο βαθμό, με την κομέντια ντελ άρτε και τους διαβολεμένους, πανέξυπνους δούλους της.

Οι «υπηρέτες» στους νεότερους χρόνους μεταμορφώνονται αισθητά. Ενα τους χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο συγκεκριμένος του Ρόμπιν Μωμ, που αρχικά γράφτηκε απ’ τον ίδιο ως μυθιστόρημα και αργότερα μετατράπηκε σε θεατρικό έργο. Γνώρισαν και οι δυο μορφές που υπέγραψε ο πρωτότυπος συγγραφέας εξαιρετική επιτυχία, ενώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η σεναριακή μορφή δεν κέρδισε την επίνευση του Μωμ. Η θεατρική πάντως μορφή που είδα εγώ κρατάει αμείωτο το ενδιαφέρον του θεατή.

  • Πρώτη σκηνοθεσία

Η πρώτη αυτή σκηνοθεσία του Φίλιππου Σοφιανού είχε προσοχή, ρυθμό, εύστοχη αναγνώριση καταστάσεων και σταδιακή ατμοσφαιρική παγίδευση. Ο ίδιος ενσάρκωσε άνετα τον κομψό, αφελή μποέμ. Αριστοκρατική και μετρημένη, κατά τον ρόλο, η Ζωή Ναλμπάντη, με τεχνικές θερμής ερωμένης αλλά και συνειδητοποιημένης γυναίκας, που ξέρει να περιμένει, ύστερα να απαιτεί και τέλος να φεύγει. Οι δυο νεαρές εγκάθετες allumeuses κόρωσαν με τέχνη και λαγνεία τον πόθο του κυρίου (λαϊκότερη η Ιωάννα Πηλιχού και πιο κοριτσίστικη η Στεργία Μιχαήλου). Ομολογώ πως πάλι και πάλι δεν «κατανόησα» τη… σκαληνή, αδέξια ή άτονη υποκριτική και τη δυσάρεστη diction του Νίκου Γεωργάκη (φίλος). Ο Πέρης Μιχαηλίδης όρθωσε μια εκλεκτή ερμηνεία στον υπηρέτη: μπλαζεδισμός, αμφισημία, ύπουλος σχεδιασμός, αρραγής ψευδοτυπολατρεία, δήθεν εκ του ασφαλούς αυστηρότητα, ανενδοίαστη δολιότητα. Ανθολογείται.

Το κοφτό συγγραφικό ύφος υπηρέτησε έξοχα στη μετάφραση η Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη. Σκηνικά (Λαλούλα Χρυσικοπούλου), επιτυχημένη μουσική συνοδεία (Αννα Αναστασίου), ανάλογα φώτα (Παναγιώτης Μανούσης) και ιδίως κοστούμια (Ελένη Δουνδουλάκη), συνήργησαν στο ολέθριο προγραμματικό σκάκι έργου και παράστασης.

Advertisements