Φωνή δυνατή από την άκρη της πόλης

  • * «Πάχνη» Θέατρο Πορεία – Β’ Σκηνή
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Το περιμέναμε με ανυπομονησία το έργο των αδελφών Κούφαλη μετά την επιτυχημένη είσοδό του, με τη μορφή επιμελημένου αναλογίου στις αναγνώσεις του Εθνικού την περασμένη άνοιξη και, έπειτα, το καλοκαίρι, με τη μορφή ολοκληρωμένης παράστασης σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο της Καβάλας.

Η κάθοδος στην Αθήνα είναι ούτως ή άλλως τακτική για τους Καβαλιώτες αδελφούς τα τελευταία χρόνια και εμπλουτίζει σταθερά το θέατρό μας, με πρόσωπα που κατοικούν στις άκρες της πόλης και στο χαμένο κέντρο της, με μορφές εγκλωβισμένες σε σχήματα της αστικής μυθολογίας, με παρίες που δονούνται από την ανάγκη μιας αφήγησης μυστικής όσο και κοινόχρηστης.

Η πιο ενδιαφέρουσα, ωστόσο, κατάθεση του συγγραφικού διδύμου αφορά το θέμα της γλώσσας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη ρεαλιστική βάση του εγχειρήματος, την εκκίνηση από τον ευρύ κύκλο του «κοινωνικού δράματος». Η κατάδυση όμως στο βυθό απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Θέλει μια ιδιάζουσα και «στα όρια» γραφή, που κινείται μεταξύ μονόλογου και διαλόγου, μεταξύ προσωπικού και αγοραίου. Κινείται «στα όρια», εφόσον η παραμικρή αστάθεια μπορεί να οδηγήσει στον κάλαθο της λογοτεχνικής αυταρέσκειας ή ενός ναρκισσευόμενου νατουραλισμού. Στις καλύτερες στιγμές του όμως, το έργο των αδελφών Κούφαλη δείχνει να ισορροπεί με το ένα πόδι στον πρώιμο Διαλεγμένο και με το άλλο στο υπερρεαλιστικό σύμπαν του Βασίλη Ζιώγα.

Στην «Πάχνη» οι δύο συγγραφείς αφήνουν το χώρο της γυναικείας μορφής, όπου έχουν δρέψει μέχρι τώρα σημαντικούς καρπούς, για μια ακόμα πιο δύσβατη διαδρομή στο χώρο της νεανικής ψυχογραφίας. Δύο νέοι, ο Δούκας και ο Στέφανος, φορείς μιας μαρτυρικής παιδικής ηλικίας, συνομιλούν στο έργο μέσα από συγκοπές και εγκοπές, από παύλες και αποσιωπητικά. Στη βάση τού έργου υπάρχει η ανάγκη να αποδοθεί ο λόγος ανθρώπων που ανήκουν ή έχουν ενταχθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Στην πορεία ωστόσο η γραφή ανοίγει προς τα μέσα, στο παρελθόν μιας φρικτής ενδοοικογενειακής κακοποίησης.

Αν οφείλουμε κάτι στους συγγραφείς είναι ότι μονάχα θραύσματα από το έρεβος ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Σκεπάζουν τα πρόσωπα σαν την πάχνη, μα δεν τα μολύνουν. Από κάτω συνεχίζει να αστράφτει η ιλιγγιώδης πορεία, η νίκη της ζωής, η δύναμη της θέλησης και η ικανότητα της νεότητας να αυτοϊάται, καταφεύγοντας έστω σε μια δανεική ή πλαστή λήθη. Κινούμενοι ταυτόχρονα σε δυο πραγματικότητες και δυο χρονικότητες, σε παρελθόν και μέλλον, ισορροπώντας στη μοτοσικλέτα και τη μνήμη, διαφεύγοντας από ό,τι τους βασανίζει και με τα «δάκτυλα του ανέμου στα μαλλιά», ο Δούκας και ο Στέφανος ζητούν τη λύτρωση και την επανεκκίνηση. Και αν το ζητούν με λάθος τρόπο, με το ψέμα ή την εκδίκηση, συνεχίζουν να το ζητούν, να ονειρεύονται και να ελπίζουν, να γυρνούν στους δρόμους της πόλης σαν εξέγερση στη δυσοσμία της.

Δεν είναι τυχαίο πως το έργο των Κούφαλη έχει δώσει μέχρι τώρα την ευκαιρία στους ηθοποιούς που το υπηρετούν να αναδείξουν το ταλέντο τους. Εδώ, δύο νέοι, ο Γιώργος Ντούσης (Δούκας) και ο Μάνος Καρατζογιάννης (Στέφανος), δονούνται από ρεαλιστική δύναμη και ποιητική παραίσθηση. Είναι πλάσματα που έχει ατσαλώσει και αγιάσει το μαρτύριο. Ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς διδάσκει την τρικυμία τους στην επάνω γωνιά τού «Πορεία». Η αναφορά του στα κινηματογραφικά «400 χτυπήματα» του Τριφό μεταφέρει την απελπισία στον γεμάτο λησμονιά κόσμο του θεάματος. Και η μίζα της μοτοσικλέτας που δεν παίρνει μπρος, αρκεί για να δώσει τη μεταφορά μιας σταθμευμένης ζωής. Σύγχρονη απόδοση, δυνατή και ουσιώδης, μια φωνή δυνατή από την άκρη της πόλης. *

*«Alpenstock» – Θέατρο «Πορεία»

  • Ο ποιητής των πόθων της Ευρώπης

Η Αγγελική Δημητρακοπούλου στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες

Το πάντα καθαρό και αμόλυντο σπιτάκι του Φριτς και της Γκρέτα, κάπου στις Αλπεις, διατρέχει σοβαρό κίνδυνο. Ολα ξεκίνησαν από το λάθος της Γκρέτα να επισκεφτεί την πολυεθνική αγορά της πόλης και να αγοράσει κάποιο αλλότριο απορρυπαντικό με μεθυστικό άρωμα, λάθος που έδωσε στους βάρβαρους αφορμή για μια νέα κάθοδο. Ο Γιόσιπ, Βαλκάνιος και Καρπάθιος και Τρανσυλβανός μαζί, ξένος δηλαδή εις τον κύβο, φτάνει μέχρι το σπίτι της Γκρέτα και την πολιορκεί ερωτικά, την ξεμυαλίζει και την αποπλανά. Μάταια αγωνίζεται ο Φριτς να αντιμετωπίσει τον εκμαυλισμό της συζύγου του: ο Γιόσιπ έρχεται και ξανάρχεται, σαν καρτούν πέφτει και ξανασηκώνεται, εξοντώνεται (με όλους τους πιθανούς τρόπους) και πολλαπλασιάζεται, καθώς το αίμα του μολύνει την άσπιλη λευκότητα του οίκου των Αλπεων. Στο τέλος ο φόνος δεν γίνεται πια για την περιφρούρηση της τιμής, αλλά για τη χαρά του φόνου.

Στο έργο του Γάλλου συγγραφέα Ρεμί ντε Βος η αγία οικογένεια της Κεντρικής Ευρώπης, με την αψεγάδιαστη εθνική συνείδηση και ηθική, τοποθετείται στη μέση του κάδρου. Πιο πίσω όμως, στο φόντο, εμφανίζεται για μία ακόμη φορά το φάντασμα του πρετ-α-πορτέ ευρωπαϊκού φασισμού. Η Μεξικανή στην καταγωγή και Γαλλίδα στην υπηκοότητα σκηνοθέτιδα Εστέρ Αντρέ Γκονζάλες, μέτοικος του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια, μπορεί να αισθανθεί την κριτική του Ρεμί ντε Βος στην ευρωπαϊκή πραγματικότητα. Μπορεί μαζί, σαν εξωτερικός παρατηρητής, να την εικονογραφήσει σε σχέση με τους δικούς μας φόβους, με τα δικά μας εθνικά σύνδρομα καθαρότητας.

Το σημείο στο οποίο επιμένει η Γκονζάλες είναι πως αυτό που φέρνει κοντά τον ξένο Οδυσσέα με την ντόπια Πηνελόπη, βρίσκεται στην ερωτική έλξη τους, στην ανομολόγητη επιθυμία των Αλπεων να νιώσουν την άγρια ελευθερία των Καρπαθίων. Αυτός είναι ο μοχλός ανατροπής στο έργο – αυτό, μαζί βέβαια με τη ριπή της ποίησης που μεταφέρει η ερωτική εξομολόγηση του Γιόσιπ. Ανάμεσα στα ξύλινα λόγια εθνικιστικού παραληρήματος του Φριτς, ο ξένος μοιάζει πράγματι να αφήνει στο κατώφλι του κουκλόσπιτου και στα πόδια της Γκρέτα ένα άνθος του λόγου. Η ερωτική έκφραση θυμίζει Λακλό στη χρήση της σαν πολιορκητικού κριού και εργαλείου διακόρευσης. Η ρητορική της αποπλάνησης ωστόσο μοιάζει ειλικρινής στο στόμα του αλλόγλωσσου ξένου. Μετασχηματίζεται σε ρητορική του σώματος.

Η παράσταση μοιάζει με παιχνίδι γύρω από τα όρια του γκροτέσκο, που στο τέλος αποκτά τον χαρακτήρα χιονοστιβάδας. Κάποια στιγμή βέβαια το θέμα χάνεται στην καρτουνίστικη υπερβολή και τη φάρσα. Σαν διαπραγμάτευση όμως του θέματος της μετανάστευσης κρύβει κάτω από τη μάσκα του εξπρεσιονισμού ευαισθησία, κριτική ματιά και, όσο και αν αυτό ακούγεται παράξενο, σκόπιμη βία.

Η Γκονζάλες κεντά πάνω στον καμβά του έργου μια μεγάλη γραμμή θεάτρου, από το βοντβίλ στο κουκλοθέατρο και το γκραν-γκινιόλ. Η Αγγελική Δημητρακοπούλου αποδίδει την Γκρέτα με κέντρο την υστερική αναστολή της επιθυμίας, δεν στερεί όμως από τον ρόλο τη συμπάθεια. Ο Δημήτρης Λιόλιος δίνει στον ρόλο του Φριτς έναν γελοίο και επικίνδυνο οικογενειάρχη, μανιακό με την καθαρότητα ειδών και φυλών. Η εμφάνιση όμως του Νέστορα Κοψιδά είναι μία από τις σημαντικότερες της περιόδου. Ο «βρώμικος» Γιόσιπ του, ο άπατρις σε πολλαπλά είδωλα, είναι ο ποιητής των πόθων της Ευρώπης για επιστροφή στη ρίζα του αέναου ταξιδιού. *

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/02/2009