**«Αφιέρωμα στον Γιάννη Ρίτσο» Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ο Ρίτσος χωρίς πολιτικό μανδύα

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 18 Ιουλίου 2009

  • Είναι ζήτημα αν η συμπλήρωση εκατό χρόνων από τη γέννηση του Γιάννη Ρίτσου θα οδηγήσει σε μια γενικότερη θεωρητική επανεξέταση του έργου του.

Η Ρούλα Πατεράκη στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»

Η Ρούλα Πατεράκη στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος»

Η πρωτοβουλία πάντως του Γιώργου Λούκου να αναθέσει στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών την τριλογική παρουσίαση κειμένων της «Τέταρτης Διάστασης» σε τρεις δόκιμους καλλιτέχνες έδωσε από μόνη της το έναυσμα για την επανεκτίμηση του ποιητή, από τη μεριά τουλάχιστον του θεάτρου.

Είναι γεγονός ότι η σημασία του Ρίτσου καθορίστηκε εν πολλοίς από τη συσχέτιση του δημιουργού με το αριστερό κίνημα της χώρας μας. Το θέατρο από την άλλη φάνηκε απέναντί του περισσότερο ανοικτό: ανακάλυψε εξαρχής στα ποιήματά του μια κρυφή ή κρυμμένη ευαισθησία, που ανάσαινε πίσω από το όποιο σιδηρούν προπέτασμα τοποθετούσε η πολιτική στράτευση. Μορφές που ανασύρονταν από την έμπνευση του Ρίτσου πρόδιδαν νέες διαστάσεις, εκτός των καθορισμένων στην ποίησή του. Και μονολογικά του κείμενα έθεταν ενώπιον των ηθοποιών την άρρητη σκηνική τους ανάγκη, σαν ανολοκλήρωτα στοιχεία ενός λόγου που ζητούσε να βρει επί σκηνής κοινωνία και εξομολόγηση. Θα έλεγε κανείς πως ό,τι έχανε ο Ρίτσος σε ποιητική οικονομία, το κέρδιζε σε δραματική αναγκαιότητα.

Το ειρωνικό ωστόσο είναι ότι η ίδια η σκηνή αρνήθηκε επίμονα την πρόσβαση στο κατεξοχήν θεατρικό έργο του ποιητή, που δεν είναι ούτε λίγο ούτε ασήμαντο. Αυτό συνέβη προφανώς γιατί το θέατρό μας έθεσε εξαρχής τον Ρίτσο σαν αίτημα παρά σαν θέση του: το ύφος του ήταν πρόβλημα που έπρεπε να τεθεί και να επιλυθεί, και οι μορφές του φορείς μιας πρωταρχικής όσο και ανεπεξέργαστης (και γι’ αυτό γοητευτικότατης) ύλης.

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στη «Φαίδρα», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη

Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στη «Φαίδρα», σε σκηνοθεσία Δημήτρη Λιγνάδη

Αν επιμένω σε αυτό, είναι γιατί οι παραστάσεις που είδαμε στο Φεστιβάλ φανερώθηκαν για μια ακόμη φορά σαν πρόταση πάνω στη μεταφορά του Ρίτσου στη σκηνή και την εποχή μας. Επεξηγώ: και στις τρεις παραστάσεις κύριο θέμα πίσω από το ανέβασμα υπήρξε ο ίδιος ο Ρίτσος, η συνομιλία του με τη σκηνή, καθώς και η ανάγκη της τελευταίας να επεκταθεί ώστε να συμπεριλάβει αυτή τη συνομιλία. Ευτύχημα ασφαλώς για κάθε φεστιβαλικού τύπου περιπέτεια.

Το δεύτερο που θα έπρεπε να παρατηρήσουμε είναι η αμηχανία που διακρίνει κανείς τελευταία απέναντι σε αυτό που αποτελούσε κάποτε τη βασική παράμετρο ανάγνωσης του Ρίτσου. Εννοώ την πολιτική και κομματική του ταυτότητα. Στο κέντρο βρίσκονται και εξετάζονται απόκρυφα στοιχεία της ποίησής του, που στις μέρες μας μοιάζουν περισσότερο εύληπτα (ναι, περισσότερο εύληπτα) και ίσως περισσότερο αποδεκτά: Είναι άραγε περισσότερο γοητευτική σήμερα η ποίηση ενός «αμφι-ερωτικού» από την ποίηση ενός κομμουνιστή; Παραξενεύομαι πολύ με ένα τέτοιου είδους ντεκαπάζ. Πέρα τού να αποχρωματίζει ιδεολογικά τον Ρίτσο, ακόμα χειρότερα, του αφαιρεί τον βαθύ ερωτισμό του: τον έρωτά του για την ουτοπία και τον άνθρωπο.

Προσωπικά διακρίνω και στους τρεις μονολόγους τη διάθεση του Ρίτσου να αγγίξει σκιές που αφήνει πίσω του το φως μιας εποχής που ανατέλλει: Σώματα νικημένα, δείγματα παρακμής, που ο ποιητής αγγίζει με στοργή, κάποια νοσταλγία και γενναία επίγνωση της ιστορικής εξόδου. Χωρίς αυτή την παρατήρηση υπάρχει ο κίνδυνος να εμβαπτίζουμε την ποίησή του σε μια μελαγχολική, καβαφικού ύφους, ανάγνωση. Ο τόνος όμως δεν είναι πάντα ο χαμηλόφωνος τόνος τού εν κρυπτώ ομιλούντος. Ακόμα και στη «Σονάτα του Σεληνόφωτος» η μορφή της γυναίκας που μένει πίσω, ξεχασμένη από τα νιάτα της προόδου και της εξωστρέφειας, δεν είναι τόσο χλομή όπως μας τη φανέρωσε η Ρούλα Πατεράκη: ακούγονται στο βάθος στοιχεία της ηθογραφίας, αναβλύζει κατά τόπους μια ζωτικότητα, ενέργεια που δεν πρέπει να πάει χαμένη. Η ηθοποιός αντιθέτως διάλεξε για την απόδοσή της τον τόνο της ηττοπάθειας, της συγκρατημένης απόγνωσης. Καλή ερμηνεία, όπως πάντα, θεατρικά όμως υποτονική, χωρίς ιδιαίτερη τόλμη ή φαντασία.

Ο Ακύλλας Καραζήσης στο «Οταν έρχεται ο ξένος», που σκηνοθέτησε και συμπρωταγωνιστεί, ο Βίκτωρας Αρδίττης

Ο Ακύλλας Καραζήσης στο «Οταν έρχεται ο ξένος», που σκηνοθέτησε και συμπρωταγωνιστεί, ο Βίκτωρας Αρδίττης

Πιο άγρια και παρακινδυνευμένη η «Φαίδρα» του Δημήτρη Λιγνάδη, με την Καρυοφυλλιά Καραμπέτη στον κεντρικό ρόλο, μετακινήθηκε εμφατικά προς το θέατρο, παίζοντας με το ρίσκο της υπερβολής. Δυσκολεύομαι να βρω στοιχείο του κειμένου που να μην έγινε απτό επί σκηνής, από τα ρούχα που αναφέρει κάποια στιγμή η Φαίδρα και τα οποία έγιναν στοίβα με αποφόρια και από τον ρωμαλέο Ιππόλυτο που επιδόθηκε σε γυμναστικές και γυμνικές επιδείξεις. Με μια επίδειξη αυτοναφοράς, τυπική στον μεταμοντερνισμό, στον ρόλο της Φαίδρας τοποθετήθηκε ο ίδιος ο ποιητής να διεκδικεί (εις μάτην;) τον Ιππόλυτο της χαράς και της νιότης. Υπάρχει ωστόσο στην παράσταση μια κάποια αμηχανία, η αίσθηση ότι ο σκηνοθέτης δεν πείστηκε πρώτα ο ίδιος από τον Ρίτσο και αδυνατεί έτσι να πείσει τους άλλους. Η Καραμπέτη όπως πάντα δοσμένη στην παράσταση, η Φαίδρα της όμως οδηγήθηκε σε μια αταίριαστη εξαλλοσύνη. Με δυο λόγια, η παράσταση απέφυγε το ένα άκρο για να καταλήξει στο άλλο.

Τελευταία έρχεται μια παράσταση-επερώτηση πάνω στον Ρίτσο και την ποιητική του, διατυπωμένη στον πληθυντικό τού «εμείς» και της χορικότητας, από τον Βίκτωρα Αρδίττη και τον Ακύλλα Καραζήση. Το «Οταν έρχεται ο ξένος» μετατρέπει το συλλογικό αίσθημα ακινησίας σε ελπίδα, που γίνεται περισσότερο ζωντανή με την αναγγελία της προόδου. Σαν άξιος μαθητής του Βιτέζ, ο Αρδίττης σπάει τη σκηνή σε διαφορετικής κλίμακας πραγματώσεις του αληθινού, ένα τραπέζι, ένα κείμενο, και πιο εκεί μια πραγματική ελιά φυτεμένη στη σκηνή. Δίνει μια ανάγνωση-αναζήτηση στο πλαίσιο της απορίας που εκλύει πάντα ένα κείμενο αινιγματικό και προφητικό. Στο τέλος η ίδια μένει μετέωρη, αλλά αυτό ίσως είναι και το όλο ζήτημα: η απόπειρα του Ρίτσου μένει πράγματι στο κενό της ιστορίας, ανάμεσα σε ένα παρελθόν πολλαπλό και σε ένα, μόνο, μέλλον. *

Advertisements

«Οι έμποροι», του Ζοέλ Πομερά Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» Θέατρο Αμαλία – Θεσσαλονίκη

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Τα μάτια στραμμένα στη Θεσσαλονίκη. Εναν πολύ σημαντικό καλλιτέχνη της Γαλλίας, ηθοποιό, σκηνοθέτη και συγγραφέα με ολιστική προσέγγιση και ριζικά νέα πρόταση για τη σκηνική γλώσσα, τον Ζοέλ Πομερά, ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η Πειραματική και τριαντάχρονη πια Σκηνή της «Τέχνης» του Νικηφόρου Παπανδρέου.

Και ο Γιάννης Λεοντάρης, από τη θέση του μεταφραστή και σκηνοθέτη, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διδάξει στο ελληνικό κοινό το προσωπικό και ιδιόμορφο σκηνικό του ιδίωμα, που παρά τις δυσκολίες γοητεύει σαν συνομιλία δύο «κειμένων»: από τη μια, του προφορικού, «κοινού λόγου» της ανθρώπινης μικρο-ιστορίας. Και από την άλλη, του λόγου της μακρο-ιστορίας, της υπερδομής που περιγράφει και σχηματοποιεί τη συλλογική διαδρομή.Εκεί, στο ενδιάμεσο, κινείται και γράφει ο Πομερά χωρίς να φιλοδοξεί να γίνει εξονυχιστικός, περιγραφικός ή ερμηνευτικός. Ο πολιτικός συγγραφέας και ο ποιητής συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο. Ανάλογα με τη σκοπιά που βλέπει κανείς, οι «Εμποροι» αποτελούν ένα κείμενο για την ανθρώπινη μοίρα, μεταφυσική και πολιτική πραγματεία, δοκίμιο για το ανθρώπινο πρόσωπο πίσω, μέσα και πάνω από την ιστορία. Και πού βρίσκεται σε όλα αυτά η ποίηση; Στο ότι τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει αυτούσιο στο ίδιο το κείμενο των «Εμπόρων». Το έργο του Πομερά περιέχει μόνο ένα ψέλλισμα και μερικά αποσιωπητικά. Χωρίς να μιλάει, δείχνει.

Δείχνει την ιστορία ενός ομίλου εργατών σε εργοστάσιο παραγωγής ύποπτων όπλων μαζικής καταστροφής, συγκάτοικων σε ένα μπλοκ εργατικών πολυκατοικιών. Δείχνει μαζί την ιστορία μιας εξαθλιωμένης, αλαφροΐσκιωτης κοπέλας, που συνομιλεί με τους νεκρούς γονείς της και με το μέλλον. Και δείχνει μαζί με αυτά τους κώδικες που ακολουθεί το μοντέλο της «αστικής» προόδου, την ιστορία διαστρέβλωσης του εργατικού κινήματος.

Δείχνει ότι στο μπλοκ πολυκατοικιών οι εργάτες έχουν απολέσει τη φυγή προς το υπερβατικό, όπως και τη σωματική επαφή τους με το φυσικό. Λίγοι γνωρίζουν τι παράγει το εργοστάσιο στο οποίο δουλεύουν και λιγότεροι βλέπουν πάνω τους τις επιπτώσεις από την επαφή με τα χημικά. Η εργασία έχει κάνει την κίνησή τους να μοιάζει με σειρά σπασμών και ο φόβος της ανεργίας έχει συσπειρώσει τη συνείδησή τους σε μια συλλογική αφασία. Τα σώματα των εργατών αποτελούν έτσι την πρώτη ύλη του εργοστασίου και το τελικό προϊόν του. Οι έμποροι ταυτίζονται εδώ με τα εμπορεύματα.

Είναι αξιοθαύμαστη η σκηνική εικόνα που συνθέτει ο Λεοντάρης, ακολουθώντας τους κώδικες του Πομερά. Μια εντελής πρόταση στην παράδοση του πολιτικού θεάτρου συναντά την ποιητική ανατροπή του ρεαλισμού. Στο κέντρο το πρόσωπο της Αφηγήτριας, προκείμενο και υπερκείμενο, μηχανή και μηχανισμός, μοχλός και γρανάζι της ιστορίας. Στην πορεία όμως τα πάντα απογειώνονται σε ένα κόσμο ολοένα και περισσότερο αόριστο, θα έλεγε κανείς σχεδόν μαγικό. Καταλήγουμε έτσι στον πυρήνα μιας αλλόκοτης και αλλοπαρμένης ιστορίας, σε ένα «θρύλο», όπου η τρελή και σοφή μάνα θα σκοτώσει το παιδί της για να σώσει την κοινότητα.

Ο ηχητικός σχεδιασμός και η λιτή εικαστική εγκατάσταση του σκηνοθέτη συμμετέχουν ενεργά στη σκηνοθεσία του. Καθώς η οθόνη της τηλεόρασης προβάλλει και μεγεθύνει την υπερκινητική αφασία των εργατών του εργοστασίου, στον χώρο απλώνεται η αίσθηση της καφκικής ναυτίας. Για κάποιο λόγο έρχεται στον νου το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, η δική του παρακαταθήκη.

Σε πρώτο πλάνο υπάρχει βέβαια η παρουσία της σπουδαίας Εφης Σταμούλη. Μια αφήγηση ηθελημένα σπασμωδική, τραγικά ανήμπορη να μεταδώσει κάτι πέρα από την ιστορία της. Και όμως εμπλουτισμένη με τη μυθική ικανότητα να βλέπει και να δείχνει μέσα στο βαθύ πηγάδι. Από πίσω η ομάδα των άλλων ηθοποιών (Νανά Παπαγαβριήλ, Νίκος Λύτρας, Μαριέττα Σπηλιοπούλου, Μομώ Βλάχου, Δημήτρης Βάρκας, Ελένη Βλαχοπούλου, Κυριάκος Δανιηλίδης), στη μιμική ανάδειξη της ίδιας ιστορίας και την αναπαράσταση του κοινού μυστικού τόπου.

Δεν χρειάζονται άλλα λόγια: την παράσταση της «Τέχνης» πρέπει να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Οταν μιλάμε για ανανέωση, για γόνιμο διάλογο με τα νέα εκφραστικά μέσα στο θέατρό μας, εννοούμε κάτι σαν αυτό που είδαμε στο «Αμαλία».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/01/2009