Ο Κοινός μας Λόγος

Ο «Κοινός Λόγος» της ΄Ελλης Παπαδημητρίου παρουσιάστηκε για πρώτη φορά το 1997 στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», σε σκηνοθεσία του Βαγγέλη Θεοδωρόπουλου. Το έργο συντίθεται από αληθινές αφηγήσεις γυναικών που συνέλεξε η Παπαδημητρίου, από τη Μικρασιατική καταστροφή μέχρι τον εμφύλιο. Έγραφα τότε, και θα επαναλάβω σήμερα, ότι πρόκειται για μια τελεσφόρο απόπειρα να εκφωνηθεί από σκηνής ένας λόγος χωρίς «φτιασίδια και μαλάματα» (Σεφέρης) που γεννήθηκε στην προφορική γειτονιά της γλώσσας μας. Ο Κοινός μας Λόγος, με την Ηρακλείτεια έννοια του όρου: «του λόγου δ’ εόντος κοινού ζώουσιν οι πολλοί ως ιδίαν έχοντες φρόνησιν». Ζούμε, δηλαδή εμείς, οι πολλοί στα περίχωρα -και περίφρακτα- ενός λόγου σημαδεμένου από την Καρτεσιανή λογική της αυλής των προβάτων: «Σκέφτομαι, άρα υπάρχω». Που πολλές φορές μεταφράζεται σε: «Πέθανε εσύ, να ζήσω εγώ». Έτσι μας κανοναρχούν και μας άγουν ανεπαισθήτως οι αγορές. Αυτό το ανεπαισθήτως έχει γίνει κόκκινη κορδέλα στην άκρη της ουράς των αποσβολωμένων από τα δημόσια ψεύδη πολιτών της «χώρας των ξωτικών», όπου έλαχε να ζούμε. Όχι, ευχαριστώ, δεν θα πάρω άλλο τέτοιο δώρο. «Συλλογίζομαι, άρα συνυπάρχω» είναι το επιβεβλημένο, που διασώζει την άγραφη, μελλοντική ιστορία μας. Ο «Κοινός μας Λόγος» εναντίον του «Ορθού Λόγου», της εκάστοτε «σωφροσύνης» και του «πολιτικώς ορθού» (τρομάρα του). Ένα κείμενο πρωτογενές, της ΄Ελλης Παπαδημητρίου, που βγαίνει μέσα από την αενάως φλεγομένη και μη καιομένη μήτρα – μνήμη της Ιστορίας.

«Το ταραχώδες παρελθόν του τόπου μας», αντιγράφω από το πρόγραμμα, «ιχνηλατείται μέσα από λαϊκές αφηγήσεις, ατομικούς σπαραγμούς και συλλογικές μνήμες, αναδεικνύοντας το δραματικό παρόν. Οι μαρτυρίες των γυναικών κωδικοποιούνται θεατρικά, φωτίζοντας διαφορετικά την Ιστορία, μέσα από το βλέμμα των ‘μικρών’. Ο ‘Κοινός’ λόγος συμπορεύεται με τις ‘Τρωάδες’ του Ευριπίδη και επανεγγράφει όχι μόνο τον θρήνο αλλά κυρίως την αξιοπρέπεια ενός λαού». Συμφωνώ. Τα παιδιά που γεννήθηκαν όταν πρωτοπαίχτηκε το έργο, φέτος ενηλικιώνονται και αποκτούν δικαίωμα ψήφου. Πρέπει να το δουν, όπου και όταν ξαναπαιχτεί, και εύχομαι να γίνει γρήγορα αυτό. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

΄Ενας άλλος «Πλούτος»

Στις κωμωδίες του ο ιδεαλιστής Αριστοφάνης στοχεύει ουτοπικά στην αποκατάσταση του «φθαρμένου χρόνου», θέλοντας έτσι να γυρίσει πίσω το ρολόι της Ιστορίας, επειδή πιστεύει ότι αυτό θα φέρει αυτόματα και τη θεραπεία των άρρωστων θεσμών. Μια πρώτη ανάγνωση των έργων του αποκαλύπτει απλώς το ιστορικό πεδίο στο οποίο κινούνται: τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τη Νικίειο ειρήνη, τον Κλέωνα, τον Αλκιβιάδη και την εκστρατεία της Σικελίας. Μια βαθύτερη ανάγνωση μας οδηγεί στην αναζήτηση από τον Αριστοφάνη της χαμένης πράξης που συνέβη «κάποτε», σε χρόνο μυθικό, και έφερε τα επάνω κάτω στην τάξη του κόσμου. Χτυπάει τους νέους θεσμούς επειδή πρεσβεύει, όχι εντελώς άδικα, ότι παραμόρφωσαν και διέσπασαν την πρωταρχική ακέραιη εικόνα του ανθρώπου, όπως τη συλλαμβάνει ποιητικά, μέσα σε μια υγιή και αυτάρκη αγροτική κοινωνία, που δεν έχει ακόμα γνωρίσει τον πλήρη εκχρηματισμό της οικονομίας και ο πλούτος της δεν έχει γίνει παρασιτικός, επειδή συνίσταται σε ανταλλάξιμα πρωτογενή αγαθά της γης κυρίως, όχι σε αφηρημένο χρήμα.

Αντιγόνη, πάλι

Για το κορυφαίο έργο του Σοφοκλή, την «Αντιγόνη», θα θυμίσω μόνο αυτό πού τόνιζα πολύ πρόσφατα: η τραγωδία του Σοφοκλή είναι ένα έργο για νέους ανθρώπους, απευθύνεται στα νιάτα και μου αρέσει να ακούω να μιλούν για αυτήν οι νέοι άνθρωποι. Ακόμη πιο πολύ, να τη σκηνοθετούν και να την παίζουν, ως πράξη αντίστασης στη μαυρίλα των ημερών μας. Πριν μιλήσω για μια τέτοια παράσταση νέων ηθοποιών, της ομάδας «Ψυχών Μορφές», στο Στούντιο «Λήδρα», υπό την αιγίδα του Κέντρου Δράματος του Παντείου Πανεπιστημίου, παραθέτω χαρακτηριστικά αποσπάσματα από το εισαγωγικό κείμενο στο πρόγραμμά τους, που είναι το σκεπτικό της παράστασης.

«Το έργο εξελίσσεται στην πόλη της Θήβας. Μόλις έχει τελειώσει ένας σφοδρός εμφύλιος πόλεμος. Μετά την αυτοεξορία του Οιδίποδα, τα παιδιά του, ο Ετεοκλής και ο Πολυνείκης, ορίστηκε να εξουσιάζουν εναλλάξ τη Θήβα. Ο Ετεοκλής όμως αρνήθηκε να παραδώσει την εξουσία στον Πολυνείκη όταν έληξε η ετήσια ‘θητεία’ του και ο τελευταίος εξόρμησε από το Άργος με ξένο στρατό για να διεκδικήσει τα δικαιώματά του. Ο πόλεμος ήταν σφοδρός. Φωτιά και σεισμός συνταράσσει την πόλη. Οι εχθροί μπροστά στα σημεία αυτά παραδίδονται. Οι δύο αδελφοί, όμως, αλληλοσκοτώνονται. Οι γέροντες αποδίδουν τη σωτηρία στους Θεούς και ανακηρύσσουν τον Διόνυσο προστάτη της πόλης. Προτού όμως χορέψουν προς τιμήν του, τους διακόπτει ο νέος άρχοντας, ο Κρέων, για να τους ανακοινώσει την απαγόρευση της ταφής του νεκρού Πολυνείκη… Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Γυναίκες – δηλητήριο

Πολενάκης Λέανδρος, Η ΑΥΓΗ, 13.08.2013

Οι «Τραχίνιες», ένα νεανικό μάλλον έργο του Σοφοκλή, που ανήκει στον κύκλο του Ηρακλή, παίζεται σήμερα σπάνια. Πρόκειται για ένα έργο σκληρό και ωμό, που δεν είχε την τύχη να το «προσέξουν» οι αιώνες που ακολούθησαν και δεν έκανε τη λαμπρή καριέρα της «Αντιγόνης» ή του «Οιδίποδα». Γλίτωσε, όμως, από ποικίλες «νεωτεριστικές» ερμηνείες, διατήρησε τον σκοτεινό, υπαρξιακό, μαύρο, αινιγματικό πυρήνα του. Παρακολουθούμε σε αυτό, βήμα προς βήμα, την πτώση ενός μεγάλου, επικού ήρωα, του Ηρακλή, μέσα από τον καταστροφικό έρωτά του για μια πολύ νεότερή του γυναίκα, την Ιόλη, που για χάρη της κατέστρεψε μια ολόκληρη πόλη, σκότωσε την οικογένειά της, την αιχμαλώτισε και τη «στέλνει» ως λάφυρο, στο σπίτι του. Παρακολουθούμε επίσης, όπως ευστοχα παρατηρεί ο Γιάν Κοτ, την υπόγεια «κυκλοφορία των δηλητηρίων» στη Δημοκρατική Αθήνα, όπως και στην Αναγεννησιακή Αγγλία, του Σαίξπηρ. Το αντίτιμο της «απελευθέρωσης» από προλήψεις είναι ένα «ωφέλιμο» δηλητήριο, μιας γνωστικής επιστήμης ανάμικτης με τη μαγεία, που σκοτώνει το ίδιο καλά. Ο Ηρακλής θα βρεί φρικτό θάνατο από το φαρμάκι του κενταύρου που τόξεψε κάποτε, και που η νόμιμη γυναίκα του διαποτίζει μ’ αυτό τον χιτώνα που του στέλνει ως δώρο, για να τον «δέσει» στο κρεβάτι της. Αυτός ο υπόγειος τρόμος για το επερχόμενο κακό, που κανείς δεν μπορεί να αποτρέψει, είναι ο ειρωνικός πυρήνας του έργου, καθώς οι μέτοχοι – θεατές παρακολουθούν ανήμποροι να αντιδράσουν την τελετουργική προετοιμασία του ολοκαυτώματος, που θα σημάνει το τέλος όλων των ψευδαισθήσεων για το «ημέρωμα» του ανθρώπου. Με «σφάγιο ιερό» της τελετής, τον ίδιο τον εξολοθρευτή των τεράτων», τον ημίθεο Ηρακλή. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η «Γυναίκα της Ζάκυθος» στο Φεστιβάλ Αθηνών

Αυτό το τρομερό και οριακό πεζό ποίημα του Σολωμού, η Γυναίκα της Ζάκυθος, παρέμενε στα αζήτητα εκατό χρόνια μετά τη γραφή του, μέχρι να το ανακαλύψει και να το δημοσιεύσει στα 1927 ο Κώστας Καιροφύλας.

Δύο είναι οι κύριες ερμηνευτικές σχολές αυτού του έργου: είτε πρόκειται για μια αλληγορία με στόχευση πολιτική είτε για προσωπική σάτιρα. Δεχόμενοι τη δεύτερη εκδοχή πρέπει να αναγνωρίσουμε, όπως το κάνει ο καθηγητής Λίνος Πολίτης, ότι «στη Γυναίκα… η σάτιρα μπορεί να ξεκινά από ένα πρόσωπο, προεκτείνεται όμως, ακτινοβολεί πιο μακριά, και υψώνεται σε μια σφαίρα καθολικότερη, υπερφυσικότερη, έτσι που η σύνδεση με το πραγματικό πρόσωπο να είναι πια εντελώς χαλαρή, τόσο που να μην ενδιαφέρει καν. Η σάτιρα ολόκληρη πραγματώνεται σε μια σφαίρα υπερατομική, και αυτό δικαιολογεί τον προφητικό και αποκαλυπτικό τόνο», συνεχίζει ο Λίνος Πολίτης, για να καταλήξει: Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Περί ανθρωποφαγίας και ανθρωποφάγων

 

Ο Κύκλωπας του Ευριπίδη είναι το μόνο δείγμα σατυρικού δράματος που σώθηκε ακέραιο. Τι ακριβώς ήταν αυτό το είδος, πώς λειτουργούσε, δεν είμαστε σε θέση να το πούμε με βεβαιότητα. Πρόκειται μάλλον για μια ενδιάμεση εκδοχή, ανάμεσα στην τραγωδία και την κωμωδία, που παρωδεί τον μύθο. Για ένα θέατρο στηριγμένο κυρίως στην όρχηση, όπου τον κυρίαρχο ρόλο παίζει ο χορός των σατύρων. Για μια γκροτέσκα αντανάκλαση, μια παραμόρφωση, σαν μέσα σε κοίλο κάτοπτρο, της εικόνας του ήρωα. Κεντρικό πρόσωπο είναι πάντα ο κορυφαίος του χορού και «πατέρας» των σατύρων, ο Σιληνός.

Ο Ευριπίδης καινοτομεί, όπως πάντα, και στον Κύκλωπα. Κεντρικό θέμα του έργου είναι ένας «αγώνας» ανάμεσα στον οπλισμένο με εξελιγμένη «πολιτική» σκέψη Οδυσσέα και σε μια «εκπολιτισμένη» εκδοχή του ανθρωποφάγου τέρατος, τον Πολύφημο, προικισμένο με τη γλώσσα της αναιδούς ισχύος, που τρέφει επιχειρήματα ικανά να στηρίξουν τις αιμοβόρες και αδηφάγες ορέξεις του. Βρισκόμαστε μακριά από τον αφελή πρωτογονισμό του ομηρικού Κύκλωπα. Επειδή εδώ δεν έχουμε μόνο τη βαρβαρική εκδοχή της ανθρωποφαγίας αλλά, κυρίως, την εκλεπτυσμένη θεωρητική της θεμελίωση. Με γλώσσα παλιά και σύγχρονη την ίδια στιγμή, που, ξεκινώντας, ίσως, από τη διδασκαλία μιας τουλάχιστον μερίδας των «κυνικών», ακολουθεί το αόρατο νήμα της ώς τη «μοντέρνα» (ή μεταμοντέρνα) εποχή μας, επιβιώνοντας μέχρι σήμερα: ένας διανοούμενος κανίβαλος α λα «Χάνιμπαλ Λέκτερ», της γνωστής, πανούργας χολυγουντιανής ταινίας, στον οποίο αντιτάσσεται -και επικρατεί- το οδυσσεϊκό όραμα του νόστου ή της επιστροφής του ήρωα στον οίκο του. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Με αφορμή το «Θερμοκήπιο» του Πίντερ: Η κοινοτυπία του κακού

Το τρομερό Θερμοκήπιο ο Πίντερ το κρατούσε στα συρτάρια του τριάντα χρόνια και το έβγαλε πρόσφατα. Είναι μια προφητεία που ακόμη δεν έχει ολόκληρη εκπληρωθεί.

Ο Πίντερ ως παιδί έζησε τους βομβαρδισμούς του Λονδίνου, που τον έμαθαν να διαχειρίζεται τον φόβο. Να τον μετατρέπει σε δημιουργία. Αυτό μας λέει στο Θερμοκήπιο και όχι μόνο.

Στο Θερμοκήπιο ενός κρατικού ψυχιατρικού ιδρύματος επικρατεί η απόλυτη ασυδοσία, ο αυταρχισμός, η ανομία, που καλύπτονται πίσω από τη διγλωσσία. Μία γλώσσα που διαστρεβλώνει την πραγματικότητα. Εδώ επωάζεται το αυγό του φιδιού. Εδώ οι «ασθενείς» είναι απλοί αριθμοί. Στην ανελέητη πάλη για την εξουσία, το προσωπικό επιδίδεται σε ένα αδίστακτο παιχνίδι αλληλοϋπονόμευσης και αλληλοεξόντωσης. Η έρευνα για τον θάνατο – δολοφονία ενός τροφίμου και για την πατρότητα ενός παιδιού που γέννησε μια κρατούμενη θα αποτελέσει τη θρυαλλίδα για τη σχεδιαζόμενη αλλαγή φρουράς στη διεύθυνση του «ιδρύματος». Οι μισοί συνένοχοι θα ενοχοποιήσουν τους άλλους μισούς, ενώ το διάδοχο σχήμα θα εγγυηθεί τη συνέχιση του φαύλου καθεστώτος. Αυτό είναι το «στόρι» του έργου, όπως το μεταφέρω από το έντυπο πρόγραμμα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου