Μια σύγχρονη τραγωδία;

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 21/03/2010

Πίσω από τον ρεαλισμό της μορφής και την ψυχολογία των χαρακτήρων του σύγχρονου αμερικανικού θεάτρου είναι ανάγκη πάντα να ανιχνεύουμε το αρχέγονο τραύμα της ύπαρξης που διαπερνά το πολιτιστικό εποικοδόμημα, διαβρώνοντας τα θεμέλια της «λογικής» πάνω στα οποία στηρίχτηκε το «αμερικάνικο όνειρο». Θα μπορούσαμε ίσως, αναλύοντας τη «Βιρτζίνια Γουλφ», να χρησιμοποιήσουμε όρους Βιβλικούς, μιλώντας για το τραύμα του Αδάμ και για τον κλονισμό της έξωσης του ζεύγους των πρωτοπλάστων από τον «υπεσχημένο παράδεισο», εξαιτίας της ανυπακοής τους στις εντολές ενός δυνάστη πατέρα – Θεού. Ή ακόμη να καταφύγουμε στη γλώσσα της ψυχανάλυσης μιλώντας για μία συμβολική πάλη μέχρι θανάτου ανάμεσα στον αρχέγονο πατέρα και στους γιους του, με έπαθλο την εξουσία. Όλα αυτά είναι θεμιτά. Ωστόσο το «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ» του Άλμπι, που έσκασε σαν βόμβα κυριολεκτικά το 1962 στη Νέα Υόρκη, οφείλει την τεράστια μέχρι σήμερα δημοτικότητά του στο γεγονός ακριβώς ότι μιλά μια γλώσσα οικουμενική, που υπερβαίνει τον ρεαλισμό των καταστάσεων, τον κοινωνικό προβληματισμό της εποχής του, τέλος, την ίδια την ψυχαναλυτική δομή του, για να αγγίξει τον πυρήνα της ύπαρξης του σύγχρονου ανθρώπου.

Το έργο αυτό του Άλμπι δεν είναι μόνο μια συζυγική τραγικωμωδία, είναι η τραγωδία ενός ολόκληρου πολιτισμού που έφτασε στην παρακμή του, «κάτω από το βάρος εξαρθρωμένων συμμαχιών, φορτωμένος με μια άκαμπτη ηθική, ανίκανη να προσαρμοστεί στη συνεχή εναλλαγή των γεγονότων«. Τα πιο πάνω λόγια που ακούμε να προφέρονται στο έργο είναι, υποτίθεται, ένα απόσπασμα του βιβλίου του φιλόσοφου Όσβαλντ Σπένγκλερ, «Η παρακμή της Δύσης». Πρόκειται για μια ψευδή παράθεση. Δεν υπάρχει τέτοιο απόσπασμα στο βιβλίο του Σπένγκλερ, αλλά αυτό δεν έχει τόση σημασία. Ο Σπένγκλερ χρησιμεύει απλώς ως άλλοθι στον Άλμπι για να περάσει το μήνυμά του, σε μια άγρια ψυχροπολεμική εποχή στις ΗΠΑ, όπου δεν είναι διόλου εύκολο να μιλήσεις ανοιχτά πολιτικά. Παρομοιάζει έτσι με μια νέα Ρώμη τις ΗΠΑ, προορισμένες να καταστραφούν επειδή στηρίζονται στην άπειρη συσσώρευση χρήματος, εξουσίας, τεχνογνωσίας και στρατιωτικής ισχύος! Ακόμη, επειδή ο πολιτισμός τους παρουσιάζει την τάση να μεταφράζει την πραγματικότητα σε αποκλειστικά «λογικές», ήτοι αντικειμενικά μετρήσιμες και «επιστημονικά» αποδείξιμες κατηγορίες, ό,τι δεν πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις, απλώς δεν υπάρχει! Ένας μονομερής πολιτισμός του (πολιτικά) ορθού λόγου, που αποβάλλει ως περιττές όλες τις δημιουργικές δυνάμεις τις οποίες ο κοινός ανθρώπινος λόγος, ακόμη σήμερα, επιμένει να ονομάζει «πνεύμα».

Οι ήρωες αυτής της σύγχρονης τραγωδίας του Άλμπι μοιάζει σε πρώτο επίπεδο να προχωρούν γενναία σε μια πορεία ηθικής κάθαρσης και αυτογνωσίας, διώχνοντας απ’ τη ζωή τους κατά συνθήκη αλήθειες και ζωτικά ψεύδη. Στο βάθος όμως πρόκειται απλώς για την αποδοχή της ήττας τους, καθώς το έργο συνοψίζει τα ποικίλα προβλήματα που θέτει σε ένα: στη φυσική και κυρίως πνευματική στειρότητα, η οποία δεν αφορά μόνο τις συσσωρευτικές κοινωνίες της Δύσης, αλλά είναι σήμερα πια ένα γενικό εφιαλτικό ενδεχόμενο. Οι «Ερινύες» αυτής της αμερικανικής τριλογίας του ενδοοικογενειακού πάθους του φόβου και του ελέου δεν θα μεταμορφωθούν ποτέ σε «Ευμενίδες». Θα μείνουν πάντα οι δύσμορφες, άτεκνες μαύρες «θεότητες» της νύχτας και του σκότους… Η ιστορία δεν εξαγοράζεται, το χυμένο αίμα δεν έχει κανένα αντίκρισμα. Το συσσωρευτικό «σύστημα» που επιβλήθηκε παγκόσμια δεν αναγνωρίζει και απορρίπτει τυφλά κάθε δυνατότητα κάθαρσης…

Το έργο του Άλμπι μπορεί, επομένως, να διαβαστεί ως μια δυσοίωνη προφητεία για το τέλος του πολιτισμού μας, όπως τον γνωρίζουμε… Όσο, εννοείται, εξακολουθούμε να μένουμε παθητικοί θεατές των γεγονότων που εξελίσσονται ραγδαία χωρίς εμάς και της μοίρας των καινούργιων δούλων που κατασκευάζουν για λογαριασμό μας οι νέοι κυρίαρχοι…

Πρόκειται για ένα πανούργο, ειρωνικό έργο μιας ανεστραμμένης διαλεκτικής, χτισμένο κυριολεκτικά πάνω στα κενά, στις σιωπές του και σε όσα δεν μας λέει. Η παράσταση που σκηνοθέτησε στο «Απλό Θέατρο» ο Αντώνης Αντύπας, με επιμέλεια κίνησης της Πέρσας Σταματοπούλου, φωνητική διαμόρφωση της Ρηνιώς Κυριαζή, φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου, πατώντας επάνω στη θαυμάσια νέα μετάφραση της Τζένης Μαστοράκη, «διαβάζει» το έργο σωστά, μέσα από τις ομιλούσες σιωπές και τα ζωτικά κενά του. Δεν μένει στην παραπλανητικά ρεαλιστική όψη, αλλά πηγαίνει πιο πέρα, δείχνοντας καθαρά τι υπάρχει στην πίσω πλευρά του καθρέφτη ενός ολόκληρου πολιτισμού που ράγισε…

Σε ένα ύφος «θαμπά» ρεαλιστικό δίνει η παράσταση τις ρέουσες, φευγαλέες μορφές των ηρώων, μέσα σε ένα χωρίς «τέλος», άσκοπο και στενόχωρο γίγνεσθαι προς θάνατον… Η «ραγισμένη» μουσική της Καραΐνδρου τις συνοδεύει με τα περάσματά της, ενώ τα σκηνικά και κοστούμια της Τρικεριώτη σηματοδοτούν ένα σκοτεινό και υγρό άντρο – δεσμωτήριο έγκλειστων χωρίς διέξοδο ψυχών…

Οι τέσσερις ηθοποιοί φτιάχνουν ένα έξοχο κουαρτέτο μουσικής δωματίου. Ο Δημήτρης Καταλειφός, λιτός και απέριττος, ξετυλίγει όλη την γκάμα των συναισθημάτων του «Τζορτζ»: ειρωνεία, οργή, απελπισία και απόγνωση ώς τη συντριβή. Η Ράνια Οικονομίδου «κεντά» κυριολεκτικά και δίνει τη «Μάρθα» χειροποίητη. Ο Αλέξανδρος Μπουρδούμης είναι ένας άκρως αποτελεσματικός ανερχόμενος «Νικ», τόσο στην άμυνα όσο και στις αντεπιθέσεις του. Η Σωτηρία Ρουβολή, με σπάνια πλαστικότητα, δίνει μια έκτακτη, σπασμένη πήλινη «Χάνι».

Advertisements

Αλμπι και Ρίντλεϊ στο «Απλό Θέατρο»,

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 17 Φλεβάρη 2010
  • Ανθρώπινα «συντρίμμια»
  • Αλμπι και Ρίντλεϊ στο «Απλό Θέατρο»
«Ποιος φοβάται τη Βιτζίνια Γουλφ;»

Aγέραστα σύγχρονο το έργο του Εντουαρντ Αλμπι «Ποιος φοβάται τη Βιρτζίνια Γουλφ;», πριν πενήντα χρόνια ανάγκασε την αμερικανική αστική τάξη και την εξαγορασμένη από αυτήν διανόηση να κοιτάξουν στον «καθρέφτη» την εκατέρωθεν υπαρξική, ηθική, συνειδησιακή, ψυχοδιανοητική κατρακύλα τους. Να συνειδητοποιήσουν τις αλληλοφαγικές σχέσεις τους, ακόμα και στο γάμο, όσο κι αν προσπαθούν να τις κρύψουν με ψεύδη και επιφάσεις της «ανώτερης» ζωής και «κουλτούρας» τους. Δυο συζυγικά ζεύγη. Ενα άτεκνο μεσήλικο ζευγάρι, με το σύζυγο αρκετά νεότερο, κι ένα νεότερο άτεκνο ζεύγος. Τέσσερις άνθρωποι, σε μια πορεία αλληλοαποκάλυψης και αλληλοσπαραγμού. Πανεπιστημιακοί, κατώτερης κοινωνικής καταγωγής οι δύο άντρες. Κληρονόμοι πλούσιων πατεράδων οι γυναίκες τους. Φέρελπις ιστορικός ο Τζορτζ, παντρεύτηκε την Μάρθα, μοναχοκόρη του ιδιοκτήτη ενός πανεπιστημίου, προσδοκώντας – ματαίως – να τεθεί επικεφαλής του Ιστορικού Τμήματος. Υποτάχθηκε σαν επιστήμονας στον αμείλικτο εργοδότη – πεθερό του, αλλά και σαν άντρας στη γυναίκα του. Μεσήλικος πια, υποβαθμισμένος επιστημονικά, ταπεινωμένος από τις σεξουαλικές συνερεύσεις της Μάρθας με τους εκάστοτε νεοπροσλαμβανόμενους στην εκπαιδευτική επιχείρηση του πατέρα της, τον αλκοολισμό, την προσβλητική συμπεριφορά, την αχαλίνωτη γλώσσα, την περιφρόνησή της και για την ταξική κατωτερότητα και την υποταγή του, αλλά και το ψέμα – προκειμένου να τον κρατά δέσμιο – ότι γέννησαν ένα γιο, ο Τζορτζ ωθείται και ωθεί στον πάτο της «αβύσσου». Στο ξεγύμνωμα της ζωής και της ψυχής τους, όσο κρατά η βυθισμένη στο αλκοόλ μεταμεσονύκτια επίσκεψη του νεαρού αντρόγυνου, στο σπίτι τους. Ο νεαρός μαθηματικός Νικ «πουλήθηκε» στην Χάνι, τη βαθύπλουτη μοναχοκόρη-κληρονόμο ενός ιερέα που πλούτισε με το «φιλάνθρωπο έργο» του. Αχαρη, βλακώδης, ρέπουσα στον αλκολισμό, φοβούμενη υστερικά μια τυχόν εγκυμοσύνη, η Χάνι. Το νεαρό ζευγάρι θα καταντήσει σαν το μεσήλικο, αν δεν αλλάξει ζωή. Μεταφρασμένο εξαιρετικά – με οξύτατης ωμότητας, σύγχρονη γλώσσα (Τζένη Μαστοράκη), με επιβλητικά ρεαλιστικό σκηνικό και κοστούμια (Μαγιού Τρικεριώτη), μουσικά επενδυμένο με απόσπασμα από το «αλλεγκρέτο» της 7ης Συμφωνίας του Μπετόβεν (συμμετοχή της Ελένης Καραΐνδρου στην ηχογράφηση του κομματιού), με νυχτερινούς οικιακούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος) και λιτή, ακριβούς ρεαλιστικού μέτρου, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία του Αντώνη Αντύπα το έργο υπηρετείται και με τις ενδιαφέρουσες ερμηνείες δύο πολύ σημαντικών και πολύπειρων ηθοποιών, του Δημήτρη Καταλειφού (Τζορτζ) και της Ράνιας Οικονομίδου (Μάρθα), σε αντίθετους μάλιστα με την υποκριτική ιδιοσυγκρασία τους ρόλους. Αξιόλογη η ερμηνεία του Αλέξανδρου Μπουρδούμη (Νικ) και συμπαθής η υποκριτική προσπάθεια της Σωτηρίας Ρουβολή (Χάνι).

«That face»

Στο «Απλό Θέτρο» παρουσιάζεται και το έργο του Αγγλου συγγραφέα Φίλιπ Ρίντλεϊ «Φύλλα από γυαλί», σε ρέουσα μετάφραση (Χριστόφος Τυρόγλου), αφαιρετικό σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια (Κωνσταντίνος Ζαμάνης), σκιώδεις φωτισμούς (Μελίνα Μάσχα), αρμόζουσα μουσική (Κώστας Ανδρέου) και λιτή σκηνοθεσία της Βίκυς Γεωργιάδου. Το έργο δραματουργικά έχει αδυναμίες. Πλατιασμούς, επαναλήψεις και θολή την πρότερη ζωή και σχέση των τριών βασικών προσώπων. Ομως, το θέμα του έχει κοινωνιολογικό και ανθρωπογραφικό ενδιαφέρον. Αλληλοσυντριμμένες ψυχές και ζωές, βυθισμένες στο μικροαστικό «καθωσπρεπισμό» τους, την υποκρισία, τα ψεύδη, το συμβιβασμό με το «λιγότερο κακό», αλλά και σε ένα διάχυτο κοινωνικό ζόφο. Μια χήρα και οι δυο γιοι της. Ο μεγαλύτερος είναι παντρεμένος. Ανάγκη όλων είναι η αγάπη, η αλήθεια, η αλληλοκατανόηση, η αλληλεγγύη, ο αλληλοσεβασμός. Αλλά δε βρήκαν το «δρόμο» αυτό. Η μάνα αγαπά το μεγάλο γιο, που δεν κέρδισε και την αγάπη που είχε ο πατέρας του για το μικρότερο αδελφό του. Ο μικρότερος δεν κέρδισε την αγάπη που έχει η μάνα του για το μεγάλο γιο. Ο μεγάλος βολεμένος οικονομικά, «εξουσιάζει» τον συντηρούμενο από αυτόν, ψυχολογικά, πνευματικά και κοινωνικά, ευαίσθητο μικρότερο αδελφό. Η έλλειψη αγάπης, η κρυμμένη από τη μάνα τους αλήθεια ότι ο πατέρας τους αυτοκτόνησε δίνοντας τέλος στην ανούσια ζωή του, η συμβατική συμβίωση του μεγάλου αδελφού με τη γυναίκα του και η άδικη υποψία του μήπως η γυναίκα του έμεινε έγκυος από τον αδελφό του, γεννούν έναν ακόμα όλεθρο κι ένα ακόμα ψέμα. Στην αυτοκτονία του μικρότερου γιου και τη συγκάλυψή της από τη μάνα.

«That face» στο «Αργώ»
«Φύλλα από γυαλί»

Τι οδηγεί έναν δεκαεννιάχρονο να γράψει ένα έργο τόσο δυνατό, τόσο ωμής σκληρότητας, τόσο ρεαλιστικής αλήθειας, τόσο βαθιάς ψυχολογικής οδύνης, όσο το «That face» (2007) της Αγγλίδας δραματουργού Πόλι Στέναμ; Ασφαλώς το ταλέντο, η θεατρική καλλιέργεια, η γνώση των σύγχρονων δραματουργικών τάσεων, προπάντων όμως τα δικά του τραυματικά βιώματα. Παιδί χωρισμένων γονιών, στερημένη την αγάπη της μάνας της, έχοντας ζήσει μια τρομερή, οργισμένη και οργιώδη εφηβεία, εσώκλειστη μαζί με τη μικρότερη αδελφή της σε ένα σχολείο που πλήρωνε ο πλούσιος πατέρας τους, έχοντας βιώσει τη διάλυση όλων των σχέσεων (οικογενειακών, αδελφικών, ανθρώπινων), έχοντας γνωρίσει την πολύμορφη και διάχυτη – και στα σχολεία – βία, την παρακμή, τον παραλογισμό της σύγχρονης αγγλικής κοινωνίας, αλλά και έχοντας επιρροές από τη δραματουργία των Σάρα Κέιν και Κάριλ Τσέρτσιλ, η Πόλι Στέναμ μετέπλασε τα «τραύματά» της σε ένα δυναμικής γραφής, γρήγορης κινηματογραφικής «ροής», σπονδυλωμένο σε οκτώ σκηνές – επεισόδια δράμα, ολέθριων ανθρώπινων, οικογενειακών, κοινωνικών ακόμα και ενδοσχολικών σχέσεων, με πέντε βασικά πρόσωπα, περιορισμένο το ρόλο του πατέρα και δυο βουβά πρόσωπα να σπαράζουν και να αλληλοσπαράζονται από έσχατη υπαρξιακή απελπισία. Μια πληγωμένη και εγκαταλειμμένη από τον άντρα της μάνα, ταλαντούχα ζωγράφος άλλοτε, βυθισμένη πια στο αλκοόλ και σε μια ψυχωσική έως ερωτισμού αγάπη για τον συναισθηματικά ευαίσθητο, φευγάτο από το σχολείο γιο της και νοσηρή απέχθεια για την αμοιβαίων αισθημάτων κόρη της. Δύστυχα και τα δυο παιδιά, ανήμπορα να βοηθήσουν τη μάνα τους, από απελπισία και αυτά θα υποστούν ένα ακόμα «τραύμα». Η κόρη θα βοηθήσει τον πατέρα τους, αλλά και ο γιος θα αφεθεί στην κυνική απόφαση του πατέρα τους να κλείσει τη μάνα τους σε ψυχιατρείο, «για το καλό τους». Αυτή είναι η μόνη, ουσιαστικά, «πατρική αγάπη» που τους προσφέρεται. Το έργο, σε καλή μετάφραση της Υακίνθης Παπαδοπούλου, ευτύχησε με την «κινηματογραφικά» γοργόρυθμη, γυμνής ρεαλιστικής αλήθειας, ζοφώδους κλίματος, υπόκρυφης «ποιητικότητας», εύστοχα σύγχρονης αισθητικής σκηνοθεσία του Νίκου Χαραλάμπους, με συντελεστές το λιτά λειτουργικό σκηνικό του Κωνσταντίνου Ζαμάνη, τα σύγχρονα κοστούμια της Κυριακής Μπούσκα, τους ατμοσφαιρικούς φωτισμούς του Νίκου Καβουκίδη και τις αρμόζουσες μουσικές που επέλεξε. Ο Ν. Χαραλάμπους έστησε μια από τις καλύτερες παραστάσεις του τα τελευταία χρόνια, καθοδηγώντας και αποσπώντας πολύ καλές ερμηνείες. Η Αιμιλία Υψηλάντη, με σπαρακτικά πικρό χιούμορ και υπόγεια δραματικότητα, πλάθει την άλλοτε γοητευτική, ψυχολογικά συντριμμένη, αλκοολική μάνα. Εξαιρετικά αληθινή, άμεση, φυσική, με εκφραστικό στο λόγο και στην κίνηση «νεύρο» η ερμηνεία της νέας ηθοποιού Βάσιας Λουκουμέντα, στο ρόλο της οργισμένης έφηβης κόρης. Σωστά αισθαντική και η ερμηνεία του Μιχάλη Καλαμπόκη (γιος). Με λιτότητα, ακρίβεια και μέτρο ερμήνευσε ο Γιάννης Ζαβραδινός τον απόμακρο, ψυχρό συναισθηματικά πατέρα. Αξιόλογη η υποκριτική προσπάθεια της Βάλιας Παπακωνσταντίνου.