΄Ενας άλλος «Πλούτος»

Στις κωμωδίες του ο ιδεαλιστής Αριστοφάνης στοχεύει ουτοπικά στην αποκατάσταση του «φθαρμένου χρόνου», θέλοντας έτσι να γυρίσει πίσω το ρολόι της Ιστορίας, επειδή πιστεύει ότι αυτό θα φέρει αυτόματα και τη θεραπεία των άρρωστων θεσμών. Μια πρώτη ανάγνωση των έργων του αποκαλύπτει απλώς το ιστορικό πεδίο στο οποίο κινούνται: τον Πελοποννησιακό Πόλεμο, τη Νικίειο ειρήνη, τον Κλέωνα, τον Αλκιβιάδη και την εκστρατεία της Σικελίας. Μια βαθύτερη ανάγνωση μας οδηγεί στην αναζήτηση από τον Αριστοφάνη της χαμένης πράξης που συνέβη «κάποτε», σε χρόνο μυθικό, και έφερε τα επάνω κάτω στην τάξη του κόσμου. Χτυπάει τους νέους θεσμούς επειδή πρεσβεύει, όχι εντελώς άδικα, ότι παραμόρφωσαν και διέσπασαν την πρωταρχική ακέραιη εικόνα του ανθρώπου, όπως τη συλλαμβάνει ποιητικά, μέσα σε μια υγιή και αυτάρκη αγροτική κοινωνία, που δεν έχει ακόμα γνωρίσει τον πλήρη εκχρηματισμό της οικονομίας και ο πλούτος της δεν έχει γίνει παρασιτικός, επειδή συνίσταται σε ανταλλάξιμα πρωτογενή αγαθά της γης κυρίως, όχι σε αφηρημένο χρήμα.

Advertisements

Φεστιβαλικός Αριστοφάνης και Μένανδρος

  • «Σαμία»
«Σαμία»

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου, στα Επιδαύρια του 1993, σημείωσε με τη «Σαμία» του Μενάνδρου μια λαμπρή επιτυχία. Πρώτιστος συντελεστής αυτής της επιτυχίας ήταν η ιδιοφυής γλωσσικά, κωμωδιογραφικά και στιχουργικά μετάφραση του αλησμόνητου Γιάννη Βαρβέρη. Με τη μετάφραση ομοψύχησαν όλα. Η σκηνοθετική πείρα, η φαντασία, και το φινετσάτο χιούμορ του Εύη Γαβριηλίδη. Η ενδυματολογική και σκηνογραφική καλαισθησία του Γιώργου Ζιάκα. Η ευφορία της μουσικής του Μιχάλη Χριστοφουλίδη και της χορογραφίας του Ισίδωρου Σιδέρη. Και φυσικά οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών, που ανέδειξαν τους χυμούς, τα κωμικά παίγνια, τα έμμεσα κοινωνιολογικά σχόλια της μετάφρασης. Αριστος τεχνίτης του λόγου, ο Βαρβέρης πιστός στο έργο, αλλά και εμπλουτίζοντάς το με τραγούδια – Χορικά, χρησιμοποίησε σκόπιμα μια ψευτοκαθαρεύουσα, για να καταδείξει ότι ο Μένανδρος υπήρξε ο «πρόδρομος» της μεταγενέστερης κωμωδίας (αστικής, μουσικής, φαρσοκωμωδίας, κωμειδυλλίου, κ.ο.κ), αλλά και για να σατιρίσει «αμαρτήματα» και ήθη των Ελλήνων αστών και μικροαστών, «ανάγοντας» τα πρόσωπα του Μενάνδρου στις αρχές του 20ού αιώνα. Ενας χήρος Αθηναίος, ο επηρμένος αστός Δημέας, που συζεί με την ερωμένη του -άλλοτε πόρνη- Σαμία και τον υιοθετημένο μοναχογιό του, Μοσχίωνα, επιστρέφοντας από ταξίδι μαζί με τον μικροαστό γείτονά του Νικήρατο, βλέπει στην αγκαλιά της Σαμίας ένα βρέφος. Τίνος παιδί είναι; Αυτό το ερώτημα προκαλεί παρεξηγήσεις και φαρσοκωμικές καταστάσεις, μέχρι να αποδειχθεί ότι το βρέφος είναι καρπός του κρυφού έρωτα του Μοσχίωνα με την κόρη του Νικήρατου, Πλαγγόνα, να τελεστεί ο γάμος τους και να συμπεθερέψουν… αστοί και μικροαστοί. Αυτήν την καθόλα έξοχη παράσταση, με τους ίδιους συντελεστές και ερμηνευτές «αναβίωσε» στην Επίδαυρο ο ΘΟΚ, προσφέροντας και πάλι στους θεατές αισθητική απόλαυση και ευφρόσυνο γέλιο. Εξαιρετικοί και πάλι ήταν οι ερμηνευτές της: Κώστας Δημητρίου, Αλκίνοος Ιωαννίδης, Σταύρος Λούρας, Σπύρος Σταυρινίδης, Στέλλα Φυρογένη, Δημήτρης Αντωνίου, Θέα Χριστοδουλίδου, Νιόβη Χαραλάμπους (η μόνη που δεν συμμετείχε στην παλιά παράσταση), Αννα Γιαγκιώζη, Προκόπης Αγαθοκλέους, καθώς και οι ηθοποιοί του Χορού.

  • «Πλούτος»
«Ειρήνη» από το ΚΘΒΕ

G.

Αναμφίβολα πολύ σημαντικός τραγουδοποιός, έχοντας στο ενεργητικό του τραγούδια που θα μείνουν στην ιστορία του ελληνικού έντεχνου τραγουδιού και μουσικές συνθέσεις για δύο κωμωδίες του Αριστοφάνη, ο Διονύσης Σαββόπουλος, φέτος (κατά το «Στην Ελλάδα ό,τι δηλώσεις είσαι») δήλωσε «μεταφραστής», «σκηνοθέτης» και «ηθοποιός», παρουσιάζοντας στα Επιδαύρια τον «Πλούτο» του Αριστοφάνη (παραγωγή του «Ακροπόλ»). Πλην, όμως, ο συνθέτης σεβόμενος το όνομά του – όφειλε να πει ότι με «μπούσουλα» άλλες μεταφράσεις του έργου συνέθεσε μια ολότελα ελεύθερη διασκευή, διανθισμένη με μερικά παλιά σπουδαία τραγούδια του και κυρίως με τις σημερινές του ιδεολογικές απόψεις και εκτιμήσεις για την οικονομική κρίση και την υπέρβασή της. Η σαββοπουλική διασκευή αντιμετωπίζει το λαό ως καλοπερασάκια, άρα και υπεύθυνο για την οικονομική κρίση. Κρίση που αποδίδει στη «γενική» -μετά τη μεταπολίτευση- ευμάρεια, τον εύκολο πλουτισμό, τον νεοπλουτισμό, τον καταναλωτισμό, τη λαμογιά, τους μιζαδόρους πολιτικούς, και όχι στον καπιταλισμό που γεννά κι αυτά τα φαινόμενα. Αντιμετωπίζει τα μνημόνια ως «αναγκαία» και «αναπόφευκτα» και αισιοδοξεί για «καλύτερες μέρες», εάν ο λαός, υπομονετικά, δεχτεί τη δική του «ανάγνωση» -παρερμηνεία όσον αφορά στο αριστοφανικό μήνυμα μέσω του προσώπου της Πενίας. Ο Αριστοφάνης, διά στόματος Πενίας, υπερασπιζόταν την κοινωνική χρησιμότητα όλων των επαγγελμάτων, την παραγωγική εργασία όλων των ανθρώπων, αλλά και την ίση κατανομή του πλούτου που παράγουν. Δεν πίστευε ότι υπάρχει έντιμη και ανέντιμη Πενία, φτώχεια δηλαδή. Δεν κήρυττε τη λιτότητα ως μόνη «οδό» για το λαό, όπως η σαββοπουλική διασκευή, που καταλήγει με το παλιό τραγουδάκι «Μας φτάνει μόνο ένα κύμα στ’ ακρογιάλι/ και ένα σπιτάκι φτωχικό στην αμμουδιά(…)». Η παράσταση του Σαββόπουλου δεν ελέγχεται για υπερβολές, κακογουστιές, χυδαιότητες. Διαθέτει μια νέα, πολύ ενδιαφέρουσα, μουσική του, ζωντανά εκτελεσμένη. Μερικές όμορφες ιδέες (λ.χ., θυμίζοντας το θέατρο σκιών και το τσίρκο) και εύστοχα χιουμοριστικές πινελιές. Κύριοι «συνσκηνοθέτες» της είναι το εικαστικό κάλλος των ευφάνταστων και πολύχρωμων κοστουμιών (Αγγελος Μέντης, Μαρία Ηλία) και του πανέμορφα απλού σκηνικού – λαϊκό παλκοσένικο (Αγγελος Μέντης) και προπάντων οι εξαιρετικές ερμηνείες των ηθοποιών, με προεξάρχοντες έξι πολύ ταλαντούχους ηθοποιούς και κυρίαρχο τον Χρήστο Λούλη που αποκαλύπτει και το κωμικό του τάλαντο (υπέροχος, με ανάλαφρη καραγκιόζικη χάρη, στον δούλο Καρίωνα). Τον πηγαία κωμικό Μάκη Παπαδημητρίου (Πλούτος), που με μελαγχολικό χιούμορ «βαθαίνει» το ρόλο του. Την Αμαλία Μουτούση, που με τα δυνατά και γοητευτικά υποκριτικά της μέσα υπηρέτησε τη σαββοπουλική άποψη για την Πενία. Τον Νίκου Κουρή, που σαρκαστικά υποδύεται τον Χρεμύλο. Τους απολαυστικούς Ευριπίδη Λασκαρίδη (Γριά), Ηλία Μελέτη (Συκοφάντης), Ερμή Μαλκότση (Ερμής). Ο ερμηνευτική παρουσία του Σαββόπουλου περιορίστηκε με την Παράβαση (δικό του κείμενο) και με κάποια παλιά τραγούδια του.

  • «Ειρήνη»
«Πλούτος»

Το 421 π.χ., παραμονές της Νικίειας ειρήνης, μιας ανακωχής μεταξύ Αθηναίων και Σπαρτιατών, ο Αριστοφάνης παρουσιάζει την «Ειρήνη», μια κωμωδία «πολεμικής» του ποιητή στο συνεχιζόμενο Πελοποννησιακό Πόλεμο και εξύμνησης του ζωτικού αγαθού της ειρήνης. Ο Αριστοφάνης «εξοπλίζει» τον ήρωά του, τον φτωχό Αθηναίο αγρότη Τρυγαίο -εκπρόσωπο του λαού, με μια σουρεαλιστική «μηχανή» -έναν σκατομπούρμπουλα- για να φθάσει στα Ουράνια, να ανακαλύψει πού κρύβουν οι θεοί την Ειρήνη και να τη φέρει στη γη. Ο Τρυγαίος «λαδώνει» τον Ερμή, μαθαίνει σε ποια σπηλιά κρατά ο θεός Πόλεμος την Ειρήνη, με τον αγώνα του ίδιου και του Χορού απελευθερώνει την Ειρήνη και την ξαναγυρίζει στην Ελλάδα, συνοδευόμενη από την Οπώρα και τη Θεωρία. Με τα καλούδια της Οπώρας θα χαίρεται ο ίδιος και με της Θεωρίας η Βουλή του Δήμου, εξοβελίζοντας τους φιλοπόλεμους. Αυτή την αριστοφανική κωμωδία – σύμβολο όλων των πολέμων που με αγώνες σταμάτησαν οι λαοί, ο σκηνοθέτης της παράστασης του ΚΘΒΕ, Σωτήρης Χατζάκης, τη χαρακτήρισε «ουτοπική». Εχοντας την ανιστόρητη, επόμενα και αντιδιαλεκτική, άποψη ότι είναι ακατόρθωτη η επικράτηση της Ειρήνης, αποκαθηλώνεις την παντοτινή και οικουμενική αξία αυτής της κωμωδίας και εύκολα ρίχνεις την ποίησή της στην ασχήμια της πολιτικο-οικονομικής μας επικαιρότητας, ακραίων γλωσσικά «καλαμπουριών» και δήθεν «κωμικών» υποκριτικών «ευρημάτων». Ουσιαστικά, το σκηνικό κείμενο απέχει πολύ από το αριστοφανικό πρωτότυπο, γεγονός, βέβαια, διόλου πρωτοφανές. Πρόκειται για μια ακόμη ελεύθερη προσαρμογή αριστοφανικού έργου στο σήμερα της διαφθοράς, του μαύρου χρήματος, του «Τσοχατζοπουλισμού», του ΔΝΤ, των Μνημονίων, της ανεργίας, των τηλεοπτικών εκπομπών μαγειρικής, της διαδικτυακής αθλιότητας. Αραγε το παραστασιακό κείμενο διαμορφώθηκε εν γνώσει ή εν αγνοία του μεταφραστή, Κ. Χ. Μύρη; Ο Κ. Χ. Μύρης έχει καταβάλει πολύχρονο, τεράστιο, και με σπουδαία αποτελέσματα, μεταφραστικό μόχθο στο αρχαίο δράμα. Πολλές φορές υπερασπίστηκε τα αρχαία πρωτότυπα. Επέκρινε τις αλλοιώσεις τους και τις κλεψίτυπες «μεταφράσεις». Με όλο τον οφειλόμενο προς το μεταφραστικό μόχθο του σεβασμό, η στήλη εκφράζει την εξής απορία: Προς τι ζήλωσε τώρα, στην παράσταση του ΚΘΒΕ, να κάνει το ίδιο; Δηλαδή να αλλοιώσει πλήρως το αριστοφανικό κείμενο στην Παράβαση, εξαπολύοντας λίβελο εναντίον κάθε εκσυγχρονιστικής σκηνικής «ανάγνωσης» του αρχαίου δράματος; Περιπτώσεις για να αναπτυχθεί μια σχετική κριτική υπάρχουν. Αλλά μύδροι του όπως: «καταπλάσματα, μεταμοντέρνα χάπατα, χλαπάτσα και χαβούζα», που μας «έμαθαν να μπερδεύουμε το λογείο της ποίησης με το ραφείο της μεταποίησης», όπως γράφει στην Παράβαση, δεν ωφελούν το θέατρο, αφού μάλιστα «μεταποίησε» την Παράβαση του Αριστοφάνη, με την οποία ζητούσε από τους θεατές να βραβεύσουν την «Πολεμοδιώχτρα Μούσα» του (βλέπε τη μετάφραση του Κ. Βάρναλη). Η σκηνοθεσία, με συνεργάτες τους Μίνω Μάτσα (μουσική), Κική Μπάκα (χορογραφία), Ερση Δρίνη (σκηνικό – κοστούμια), Αντώνη Παναγιωτόπουλο (φωτισμοί), με εξαίρεση τη λυρικότατη σκηνή – ύμνο στην Ειρήνη, τις χορευτικές σκηνές της Ειρήνης, της Οπώρας και της Θεωρίας και τη σκηνή της δεύτερης μικρής Παράβασης, με τον διαθέτοντα μέτρο Γιώργο Κωνσταντίνου, άφησε τους ηθοποιούς -και τον Βασίλη Χαραλαμπόπουλο (Τρυγαίος)- στην ευκολία τους, επιτρέποντας την υποκριτική υπερβολή και πολυχρησιμοποιημένα, ξεφτισμένα, κακόγουστα, δήθεν «κωμικά» τερτίπια, με χαρακτηριστικότερη περίπτωση τον ξεφωνημένο «τραβεστί», όπως υποδύεται τον Ερμή ο Φάνης Μουρατίδης, ματαίως καταπονούμενος φωνητικά και σωματικά.

ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Κυριακή 11 Αυγούστου 2013

Μνημονιακή… συνηγορία ο κατά Σαββόπουλον «Πλούτος»

Η Αθηναϊκή Δημοκρατία έπεσε και από τα δικά της λάθη, αλλά όχι αποκλειστικά από αυτά. ΄Εχουμε πολλές φορές την τάση να ξεχνάμε ότι αντιμετώπιζε τη θηριώδη αντίδραση της ολιγαρχικής παράταξης, που δεν το έβαζε με τίποτα κάτω, που ήθελε οπωσδήποτε να ξανακερδίσει τα χαμένα της προνόμια και που δεν έπαψε ούτε μια στιγμή να την υπονομεύει φανερά ή κρυφά. Ένας από τους κύριους υπεύθυνους γι’ αυτή τη μεροληπτική άποψή μας της Ιστορίας… είναι και ο Αριστοφάνης. Συντηρητικός μεν, αλλά όχι αντιδραστικός, ούτε «φασίστας» με τη σημερινή έννοια του όρου.

Το κύριο ζήτημα είναι να δούμε πώς μας μιλούν τα έργα του θεατρικά. Ποια είναι η «φαεινή ιδέα» τους που μπορεί σήμερα ακόμα να στηρίξει μια παράσταση. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Ουτοπίας αναίρεση

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 27 Σεπτεμβρίου 2010

Από την παράσταση του «Πλούτου» µε τους Αλέξανδρο Μυλωνά (Χρεµύλος), Δηµήτρη Λιγνάδη (Πλούτος) και Μάνια Παπαδηµητρίου (Καρίων)
  • Ο «Πλούτος» είναι, νοµίζω, η πιο πολυπαιγµένη κωµωδία του Αριστοφάνη µεταπολεµικά

Μετρώ, και πιθανόν κάτι µου διαφεύγει που δεν είδα, δεκαοκτώ παραστάσεις που είδα εγώ από τη σκηνοθεσία του Κουν του 1957 στο Πεδίον του Αρεως. Εκτοτε τη σκηνοθέτησαν ο Τριβιζάς, ο Αποστόλου, ο Ντουφεξής, ο Ευαγγελάτος, δύο φορές ο Μπάκας, δύο ο Παροίκος, ο Αρµένης, ο Φασουλής, ο Κουγιουµτζής, ο Καρακατσάνης, δύο φορές ο Μαστοράκης και δύο φορές µε τη φετινή ο Χρονόπουλος και βέβαια ο Λούκα Ρονκόνι.

Το φαινόµενο δεν είναι ανεξήγητο. Ο «Πλούτος» είναι µια ιδιότυπη ουρά στο αριστοφανικό έργο, αφού, όπως λέγεται από τους ιστορικούς του θεάτρου, ανήκει πλέον στη µέση κωµωδία και αχνοφέγγει η νέα κωµωδία που δόξασε ο Μένανδρος. Ο κατ’ εξοχήν αριστοφανικότερος και ως σκηνοθέτης και ως µελετητής του µεγάλου κωµωδιογράφου (µε το διεθνές µπεστ σέλερ του «Ο ζωντανός Αριστοφάνης») Αλέξης Σολοµός, ενώ ανέβασε τις δέκα από τις ένδεκα κωµωδίες του Αριστοφάνη, δεν ανέβασε τον «Πλούτο» γιατί, κατά τη γνώµη του, ανήκε σε άλλη κατηγορία θεάτρου και ως ύφος και ήθος ποιητικό (δεν είχε χορικά) ήταν κείµενο ή νόθο ή παρακµιακό του κουρασµένου ή απογοητευµένου σατιρικού. Πράγµατι ο «Πλούτος» είναι µια ισχνή κωµωδία και φανερά µιµείται κουρασµένα και χιλιοφορεµένα κωµικά µοτίβα της ένδοξης αριστοφανικής ευρηµατικής. Γραµµένη µετά την κατάρρευση της αθηναϊκής δηµοκρατίας, σε εποχή εσωστρέφειας και συγκρότησης µιας αστικής κοινωνίας, όπου ο παλαιός πολίτης έχει παραχωρήσει τη θέση του σε έναν αδιάφορο πολιτικά κλειστοφοβικό µικροαστό, που σωρεύει δραχµούλες, συναλλάσσεται καχύποπτος στην Αγορά και τον απασχολεί µόνο η επιβίωση και η τιµή του σπιτικού του, σε µια επίσης εποχή που οι θεσµοί της δηµοκρατίας έχουν εκφυλιστεί, µεταξύ αυτών και η χορηγία, έτσι ώστε µια θεατρική παράσταση δεν καλύπτεται µε τα έξοδα και το κόστος χορού (νοικιάζονται περιοδεύοντες σαλτιµπάγκοι, ακροβάτες, ορχηστρίδες ως ιντερµέδια, εφόσον υπάρχουν διαθέσιµα χρήµατα).

Με τέτοια κατάντια ένδοξων παλαιότερα θεσµών καλλιτεχνικών και παιδευτικών, πέραση πάντα έχουν στην τέχνη τα όνειρα, οι ουτοπίες και οι ψευδαισθήσεις.

Ενας πενόµενος θεσµός, της κωµωδίας (που στα χρόνια της ακµής αντί των 15 µελών του χορού της τραγωδίας είχε 24 µέλη) καταφεύγει στο παραµύθι και στην παρηγοριά τού όποιος πεινάει καρβέλια ονειρεύεται.

Ο Αριστοφάνης εκµεταλλεύεται την κοινόχρηστη παράδοση πως ο Πλούτος είναι τυφλός και επινοεί ένα ευφυές ουτοπικό και ηθογραφικό έργο για να µας αφηγηθεί πως ο Πλούτος είδε και από τότε και στο εξής θα µοιράζει δίκαια τα αγαθά. Για να επιτευχθεί το προσδοκώµενο πρέπει να µεσολαβήσει ο θεός και να γίνει θαύµα. Λύση, τουλάχιστον για τον µεγάλο ποιητή της σάτιρας, µελοδραµατική.

Υπάρχει κάτι το αρκούντως ευφυές στον τρόπο που ο Αριστοφάνης ισορροπεί τα πράγµατα, βάζοντας στο ουτοπικό παραµύθι αντιζύγι την Πενία.

Και εδώ ας σταθώ. Στα αρχαία ελληνικά άλλο πράγµα ήταν η πενία κι άλλο η φτώχεια, αφήστε πως ανάµεσα στις δύο αυτές έννοιες µπορεί κανείς να διακρίνει ένα ευρύ φάσµα υποδιαίρεσης της στέρησης: ανέχεια, ένδεια. Η πενία, ουσιαστικό του «πένοµαι» που σήµαινε κατ’ αρχάς κοπιάζω, µοχθώ, αφού στη ρίζα του υπάρχει η λέξη πόνος που σήµαινε µόχθος, κόπωση, κούραση. (Κατάλοιπα σήµερα τα: γεωπόνος, δασοπονία και πονηρός!)

Ο Αριστοφάνης φέρνει στη σκηνή για να συνετίσει τους αλλοπαρµένους µε το παραµύθι του ανοιχτοµάτη Πλούτου Αθηναίους την Πενία, την εργατικότητα, τη φιλοπονία, τη λιτότητα, την ολιγάρκεια κι όχι τη φτώχεια, τη ζητιανιά, την εξαθλίωση κ.τ.λ.

Ο Γιάννης Βαρβέρης, ένας από τους λίγους εγγράµµατους και λόγιους µεταφραστές µας, γνωρίζει ελληνικά και ορθά είδε πως ο Αριστοφάνης υπονοµεύει την ουτοπική παρηγοριά στον άρρωστο φαντασίωση µε τον βλέποντα Πλούτο και προτείνει στη θέση της ψευδαίσθησης και της φαντασίωσης την έντιµον πενίαν, την αξιοπρεπή διαβίωση και την αυτάρκεια µέσω της ολιγάρκειας διά της εργασίας.

Δεν είναι εξάλλου η πρώτη φορά που ο Αριστοφάνης καταφεύγει στην ουτοπία του πρώιµου κοµµουνισµού, µετά τις «Εκκλησιάζουσες» και τους «Ορνιθες». Στα χρόνια µας µεγαλώσαµε µε την ισότητα προς τα κάτω που ευαγγελίστηκε ο υπαρκτός σοσιαλισµός ώσπου αποκαλύφτηκε ο θρίαµβος του Τυφλού Πλούτου της Νοµενκλατούρας.

Ο Βαρβέρης έχει προικίσει τη µεταφραστική µας εποποιία µε τις ευφυείς και σοφές µετασκευές του σε κωµωδίες µετ’ ασµάτων των έργων του Μενάνδρου. Διείδε λοιπόν πως ο «Πλούτος» έχει τα ίδια στηµόνια και υφάδια και διασκεύασε µε ήθος και ύφος κωµειδυλλίου του 19ου αιώνα τον «Πλούτο». Εξοχα. Μετ’ ασµάτων και σχολίων όπως τα τραγούδια που παρενέβαλε ο Σκόκος στην «Τύχη της Μαρούλας» του Κοροµηλά. Και όποιος έχει αντίρρηση ας θυµηθούµε πως ο «Πλούτος» που µας πρωτογνώρισε ο Κουν το 1957 (και παλιότερα) ήταν διασκευή στα καθ’ ηµάς κατά τα πρότυπα του «Τυχοδιώχτη» και του «Υπαλλήλου» του Μιλτιάδη Χουρµούζη. Ο Βαρβέρης έχει σύµµαχό του τον Ραγκαβή της «Διός Επισκέψεως» και του «Κουτρούλη ο γάµος» που είχε, όπως πρόσφατα έγραψα, χορικά που ξεπατίκωναν δοµικά και ρυθµικά τα χορικά των «Ιππέων». Ας συνέλθουν λοιπόν µερικοί αστοιχείωτοι και αδιάβαστοι.

  • Στα χνάρια του Κουν και του Κουγιουµτζή

Ο Χρονόπουλος ανεβάζει δεύτερη φορά τη µετάφραση του «Βαρβέρη» και απλώς άλλαξε τον άξονα τονίζοντας τη θετική στην ουσία θέση του ποιητή υπέρ της έντιµης Πενίας. Εστησε µια ευφρόσυνη παράσταση πάνω στα χνάρια των ερµηνευτικών µοτίβων της παράδοσης του Κουν και του Κουγιουµτζή που ανέβασε επίσης τον «Πλούτο». Ο Κουν και οι µαθητές του (και ο Χρονόπουλος είναι µαθητής του Κουν, ξεχασιάρηδες) καλλιέργησαν τον λαϊκό εξπρεσιονισµό, όπως συχνά έχω µιλήσει γι’ αυτό το ανθηρό αισθητικό εγχείρηµα: γκροτέσκο στοιχείο, καρναβαλίστικος ρυθµός, παζάρι, καραγκιόζης, κωµωδία της µπάτας. Ο µέγας Χρήστος Λεοντής, ευφρόσυνος, γεµάτος φρέσκιες ιδέες και γνώστης όλων των λαϊκών και αστικών µουσικών δρόµων, έγραψε σουξέ! Ο Μέξης, φαντεζί κοστούµια και λαϊκό σκηνικό πανηγυριού.

Η Σπυράτου δίδαξε µια εξόχως ευάγωγη οµάδα ηθοποιών (φιντάνια της σχολής) να χορέψουν και να το χαρούν. Ο Παυλόπουλος τους καλοφώτισε. Η οµάδα των πρωταγωνιστών πετούσε. Η Γέρου στα κέφια της, η Μάνια Παπαδηµητρίου δαιµόνια, ο Μυλωνάς πάντα λοξά µοντέρνος, ο Λιγνάδης µε αυτοσαρκαστικό χιούµορ, ο Λουκαδής έκπληξη, ο Καπελώνης και ο Βελέντζας ευθύβολοι και οι υπόλοιποι µαζί µε τον χορό προσπάθησαν να βάλουν νέφτι σ’ ένα έργο που έχει τις αδυναµίες του και µια παρακµιακή µελαγχολία.

Περί αναδιανομής του πλούτου

  • Μια παράσταση ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο επαγγελματικά οργανωμένο
  • Του Σπυρου Παγιατακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 26 Σεπτεμβρίου 2010
  • Πλούτος – Πενίας Θρίαμβος, σκην.: Διαγόρας Χρονόπουλος. Θέατρο Τέχνης – ΔΗΠΕΘΕ Βόλου
  • «H έξοδος από την κρίση θα γίνει μόνο με αναδιανομή εισοδήματος σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο». Ετσι τουλάχιστον δήλωνε στις 12 Ιουλίου ο Γιώργος Παπανδρέου μετά τη συνεδρίαση της Επιτροπής Στίγκλιτς λίγο πριν ξεκινήσουν οι εργασίες του Συμποσίου της Σύμης. Ωραίες, φευ, σοσιαλιστικές ιδέες που στην πράξη αποδείχτηκαν όνειρα απατηλά. Κι αυτό γιατί ενώ ο διεθνής τραπεζικός τομέας όσο και οι μεγάλες βιομηχανίες σημείωναν τρελά ποσοστά κέρδους, τόσο το 2009 όσο και στο μισό του 2010, τα ποσοστά φτώχειας και ανεργίας χτυπούσαν κόκκινο. Πλούτος και Πενία σήμερα. Γιατί καλή η θεωρία, αλλά ο στόχος είναι προς «μια συνεχή και σκληρή αναδιανομή του πλούτου από κάτω προς τα πάνω!» όπως δήλωνε ο Αμερικανός οικονομολόγος James Galbraith («Ελευθεροτυπία», 14 Αυγούστου). Αυτά για το σήμερα.
  • Προχθές, όμως -συγκεκριμένα το 388 π.Χ. όταν γράφηκε η τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, «Πλούτος»- ο συγγραφέας διακωμωδούσε κι αυτός την κακή διανομή του Πλούτου, που επειδή είναι τυφλός πηγαίνει στους κακούς. Τα ίδια τότε και τώρα; Σε συνέντευξή του ο Διαγόρας Χρονόπουλος που σκηνοθέτησε το καλοκαίρι με το Θέατρο Τέχνης τον «Πλούτο» -δέκα χρόνια αφότου τον είχε δείξει στο ΚΘΒΕ- είπε: «Παρακολουθώντας τη δίνη της οικονομικής κρίσης, τα μέτρα της κυβέρνησης, αναγκαία αλλά και άδικα, τη λύπη που μας βαραίνει, τον φόβο για το μέλλον, την αγανάκτηση του λαού, αποφάσισα -σε συνεργασία με τον Γιάννη Βαρβέρη- να ανεβάσω τον “Πλούτο – Πενίας Θρίαμβος”».
  • Η σκέψη ήταν καλή. Ομως για την εκτέλεση έχω ανάμεικτα συναισθήματα. Ο Αριστοφάνης εδώ βάζει έναν χρηστό πολίτη, τον Χρεμύλο, μαζί με τον πανούργο δούλο του να περιθάλψουν τον τυφλό, τιμωρημένο από τον Δία, θεό Πλούτο, ο οποίος είχε τυφλωθεί για να αποφεύγει τους δικαίους και τους έντιμους. Τον βοηθούν να ξαναβρεί το φως του κι εκείνος προσφέρει τα πλούτη του στους αγαθούς. Τους μέχρι τότε πλούσιους και κακούς τους κάνει φτωχούς. Στο τέλος της παράστασης του Θ. Τέχνης ο Πλούτος ξανατυφλώνεται και οι φτωχοί άνθρωποι στεγάζονται κάτω από μια μπεκετική Πενία – Ουίνι, γεγονός που με δυσκόλεψε να βρω τη σχέση της με το θέμα τόσο της αριστοφανικής κωμωδίας (με το θριαμβευτικό χάπι εντ) όσο και του σήμερα, όπου ασφαλώς ταιριάζει το ζοφερό συμπλήρωμα «Πενίας Θρίαμβος».
  • Ηταν μια παραδοσιακή παράσταση, η οποία δεν προσβάλλει αλλά ούτε απογειώνεται. Μελανότερο σημείο τα παιδικά σκηνικά και τα αλλοπρόσαλλα κοστούμια του Πάρι Μέξη, καθώς και η «ενζενύ» Πενία της εδώ αδύναμης και σίγουρα ακατάλληλης για το ρόλο Κάτιας Γέρου. Οι χορογραφίες της Σοφίας Σπυράτου παραφορεμένες και γνωστές. Είχα δει την παράσταση του Δ. Χρονόπουλου το 2000, πάλι με μετάφραση του Γ. Βαρβέρη, με κέντρο βάρους τη μανία των Νεοελλήνων για το εύκολο κέρδος. Ηταν η εποχή της δίνης του Χρηματιστηρίου. Τώρα το έργο αρχίζει και τελειώνει με την Πενία. Το ιδεολόγημα της σημερινής παράστασης ανέτρεψε σχετικά αυτό του έργου προτείνοντας μια κάπως «διδακτική λύση». Λύση η οποία συνίσταται στην εργατικότητα και στην τιμιότητα, σηκώνοντας μοιρολατρικά (;) τα χέρια μπροστά στην Πενία. Αυτή μπορεί να είναι μια ευκταία πρόταση, ανέφικτη ωστόσο. Κι έτσι αφ’ ενός μεν ανανεώνεται το έργο, αφ’ ετέρου όμως βρίσκεται εκτός σημερινής πραγματικότητας, αν και πάλι κοντά σε κάποια αριστοφανίζουσα ουτοπία.
  • Η μουσική του Χρήστου Λεοντή παρακολούθησε με ευσυνειδησία το έργο – ένας ευγενικός τρόπος για να πω ότι δεν είχε τη λάμψη που όφειλε να εκπέμπει. Το καλύτερο ήταν τα δύο παλιά τραγούδια με στίχους της Μαριανίνας Κριεζή από την παράσταση του Μίμη Κουγιουμτζή. Μπορεί να θεωρηθεί δύσκολο το να γράφει κανείς για συγκάτοικους στην ίδια στήλη. Θεωρώ την ψιλοδουλεμένη -με άψογα μόρτικα, βλάχικα, καθαρευουσιάνικα κ.λπ.- μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη ως το μεγάλο ατού της παράστασης. Αλλο τεράστιο ατού ήταν και ο ζωντανός Χρεμύλος του Αλέξανδρου Μυλωνά ιδίως στον δυναμικό αγώνα ανάμεσα στον Πλούτο και τον Χρεμύλο.
  • Στο ρόλο του Πλούτου ο Δημήτρης Λιγνάδης χωρίς να μ’ ενοχλήσει με την κάποια μανιέρα του, δεν μ’ έπεισε κιόλας για το μέγεθος του θεού που εκπροσωπούσε. Δεν ξέρω γιατί ο σκηνοθέτης χρησιμοποίησε γυναίκα για το ρόλο του δούλου Καρίωνα, όσο κι αν η Μάνια Παπαδημητρίου μόχθησε εμφανέστατα και υπερβολικά. Ο Κ. Καπελώνης (Δίκαιος Πολίτης) ερχόταν από τον παλιό Κουν – πράγμα που δεν είναι αναγκαστικά φιλοφρόνηση. Επίσης από την ίδια παλιά εποχή -αλλά με σύγχρονη υποκριτική δύναμη- ήταν τόσο ο Βλεψίδημος όσο και ο ιερέας του Κ. Βελέντζα. Με κέφι και γούστο προσωποποίησε τον Συκοφάντη ο Λ. Λουκαδής. Αδύναμος ο Θ. Αντωνιάδης στο αδύναμο -από γεννησιμιού του- επεισόδιο του Ερμή. Η Γριά του Β. Λέμπερου αναφομοίωτη καρικατούρα. Υπερβολικός ο Αλ. Πέρρος ως Νέος. Τελικά, ο Δ. Χρονόπουλος μας έδωσε κάτι ανάμεσα στο αναμενόμενο και στο επαγγελματικά οργανωμένο. Θετική εξαίρεση το εύρημα του τέλους -ο καγχασμός της πάντα παρούσας Πενίας- στο οποίο κανείς συμφωνεί ή όχι. Προσωπικά ψηφίζω όχι!

«Πλούτος» με το Θέατρο Τέχνης στην Επίδαυρο

  • Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 12/09/2010
  • Αφιέρωσα δύο πρόσφατα σημειώματα σε φετινές αριστοφανικές παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών: τους «Αχαρνής» του ΚΘΒΕ και τη «Λυσιστράτη» με το Εθνικό. Στους «Αχαρνής», πρώιμη, νεανική κωμωδία του Αριστοφάνη, πρωταγωνιστής είναι ένας «μικρομεσαίος» Αθηναίος πολίτης, ο Δικαιόπολις, που αποφασίζει να βάλει κυριολεκτικά «το κεφάλι του στον τορβά»… να κλείσει ειρήνη προσωπική με τη Σπάρτη, να σπάσει το εμπάργκο της Αθήνας κατά των γειτόνων της, να στήσει τον πάγκο του στην αγορά και να εμπορεύεται ελεύθερα με τον «εχθρό» μέχρις ότου πείσει τους στερημένους συμπατριώτες του να κάνουν ανακωχή… ζαλίζοντάς τους με τις μυρωδιές και τις τσίκνες από τις ψησταριές!
  • Στη «Λυσιστράτη», διδαγμένη στο μέσο του πολέμου, ο Αριστοφάνης επανέρχεται… με μια δραστικότερη «φαεινή ιδέα»: βάζει τις γυναίκες της Αθήνας και της Σπάρτης να κάνουν… σεξουαλική αποχή για να πετύχουν την πολυπόθητη ειρήνη.
  • Ο «Πλούτος», που θα μας απασχολήσει σήμερα, τελευταία σωζόμενη κωμωδία του Αριστοφάνη, διδάχτηκε το 388 π.Χ. Η δράση εκτυλίσσεται σε μια Αθήνα ηττημένη, κατεστραμμένη, απογοητευμένη και πεινασμένη. Έχει χάσει τον πόλεμο με τη Σπάρτη, έχει βιώσει την αποτρόπαιη αιματηρή τυραννία των «τριάκοντα», την έχει ανατρέψει με πολύ κόπο και προσπαθεί να μαζέψει τα κομμάτια της. Η δημοκρατία υποτίθεται ότι έχει αποκατασταθεί, αλλά πώς; Μία από τις πρώτες ενέργειές της ήταν η απαράδεκτη, εγκληματική παραπομπή σε δίκη – παρωδία, καταδίκη σε θάνατο και εκτέλεση του Σωκράτη! Ενώ βασιλεύουν η γνωστή ρεμούλα, η διαφθορά, τα σκάνδαλα, η ευνοιοκρατία, όλα όσα οδήγησαν τη δημοκρατία στην πτώση της και την Αθήνα στην παρακμή. Μόνη έννοια του παρηκμασμένου πολιτικού συστήματος είναι να περισώσει τον εαυτό του. Τι είχες, Γιάννη; Τι είχα πάντα!
  • Στον Αριστοφάνη έχει απαγορευθεί με ψήφισμα της Βουλής το «ονομαστί κωμωδείν», δηλαδή να λέει τα πράγματα με το όνομά τους. Λέγεται ότι γι’ αυτόν τον λόγο ο «Πλούτος» δεν διαθέτει πολιτικό στοιχείο, όντας ένα ανώδυνο σκηνικό παιχνίδι, μια «φανταιζίστικη» κωμωδία. το πράγμα βέβαια δεν είναι έτσι. Το αίμα νερό δεν γίνεται και ο Αριστοφάνης… είναι πάντα ο δαιμόνιος Αριστοφάνης. Βρίσκει τον τρόπο να παρακάμψει τη λογοκρισία και να μας κλείσει πονηρά το μάτι, διεκατραγωδώντας τα τότε… αλλά και τα τωρινά μας «δημοκρατικά» χάλια.
  • Ο Χρεμύλος, ένας «πτωχός αλλά τίμιος», θεοσεβούμενος Αθηναίος, που υποφέρει από την ασθένεια των καιρών, τη φτώχεια, ψάχνει να βρει μια λύση για να βγουν η φαμίλια του κι αυτός από το οικονομικό αδιέξοδο. Πάνω στην απελπισία του καταφεύγει στο μαντείο και ο θεός τού δίνει έναν παράξενο χρησμό, τον πρώτο άνθρωπο που θα συναντήσει μπροστά του να τον πάρει στο σπίτι του… κι εκείνος θα του δώσει τη λύση. Πράγματι, βγαίνοντας από το μαντείο συναντά έναν τυφλό, ρακένδυτο ζητιάνο και τον παίρνει στο σπίτι του. Για να αποδειχθεί σε λίγο ότι πρόκειται για τον θεό Πλούτο, που ο Ζευς τον στράβωσε τότε που ήταν ακόμη νέος… για να μη βλέπει πού μοιράζει τα πλούτη, για να μην τα δίνει στους σωστούς και δίκαιους πολίτες, αλλά στους φαύλους και αναιδείς!
  • Μετά από συμβουλή του πανέξυπνου δούλου του Καρίωνα, ο Χρεμύλος οδηγεί τον Πλούτο στον θεό Ασκληπιό… που του ξαναδίνει το φως του. Ο Χρεμύλος τον φέρνει θριαμβευτικά πίσω στην πόλη και ο Πλούτος, ενώ τον αποθεώνουν, δηλώνει μετάνοια για τις ώς τότε… κακές παρέες του, υπόσχεται ότι έχει αλλάξει, ότι «έβαλε μυαλό», ότι «δεν είναι πια ο ίδιος»… και διαβεβαιώνει, κοντολογίς, ότι υπάρχουν χρήματα! Ακολουθεί ένα γλέντι τρελό με σύσσωμη τη συμμετοχή του λαού, μέχρις ότου εμφανίζεται η Πενία, η μεγάλη, έσχατη φτώχεια, λίαν οργισμένη και απειλητική επειδή… της στέρησαν τα νόμιμα δικαιώματά της. Ακολουθεί ένας ρητορικός αγώνας ανάμεσα στον Πλούτο και την Πενία, με επιχειρήματα ξεκαρδιστικά εκατέρωθεν. Η Πενία χάνει τον αγώνα και εκδιώκεται κακήν κακώς από την πόλη. Για πόσο όμως; Οι πάντες γνωρίζουν ότι κάθεται έξω από τις πύλες και περιμένει τη στιγμή να επιστρέψει παντοδύναμη.
  • Η παράσταση του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο, σε σκηνοθεσία Διαγόρα Χρονόπουλου και λειτουργική χορογραφία της Σοφίας Σπυράτου, γειώνει θετικά το έργο και σήμερα. Η ωραία, ευρηματική μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη, με άψογη χρήση μιας κομψής, ειρωνικής, ροϊδίζουσας καθαρεύουσας όποτε απαιτείται απόσταση, και σε ρέουσα δημοτική στους καθημερινούς διαλόγους, χρησιμεύει ως εφαλτήριο. Πολιτικό και ουτοπικό στοιχείο έχουν μοιραστεί από τη σκηνοθεσία ισοδύναμα. Οι παραπομπές στη «νέα κωμωδία» ή στο νεότερο θέατρο βρίσκουν πάντα στόχο, το μετρημένο ύφος λαϊκού γκροτέσκο τέρπει, ενώ αποφεύγονται οι πολλές, εξεζητημένες αναλογίες. Οι ρυθμοί πυκνώνουν στη σκηνή της επιστροφής του Πλούτου, το χρυσοποίκιλτο ένδυμα του οποίου παραπέμπει σε «γκόλντεν μπόι», και το πράγμα μιλάει από μόνο του.
  • Η Κάτια Γέρου αποδεικνύει τον υποκριτικό της πλούτο και τη φαντασία παίζοντας έξοχα την εγχώρια πνευματική μας Πενία… που επιμένει να το παίζει Μπέκετ, και ο Δημήτρης Λιγνάδης αναδεικνύεται ως ένας κερδισμένος, καίριος αριστοφανικός Πλούτος εν πενία. Η Μάνια Παπαδημητρίου (Καρίων) προσφέρει αμέριστη την κλοουνίστικη δωρεά της. Ο Αλέξανδρος Μυλωνάς (Χρεμύλος) εισφέρει την πολύτιμη εκκεντρική «μάσκα» του και ο Κωστής Καπελώνης την αιχμηρή εξωστρέφειά του. Οι Κώστας Βελέντζας, Θοδωρής Αντωνιάδης και Αλέξανδρος Πέρρος μέσα στους ρόλους. Τα σκηνικά και τα κοστούμια (Πάρις Μέξης), η μουσική του Λεοντή και οι φωτισμοί του Παυλόπουλου ενισχύουν την παράσταση, που μας κλείνει περιπαικτικά το μάτι.

«Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» Θέατρο Τέχνης – Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • ΕΠΕΣΕ Η ΑΥΛΑΙΑ ΤΩΝ ΦΕΤΙΝΩΝ ΕΠΙΔΑΥΡΙΩΝ
  • Μια οπισθοδρομική διασκευή του Αριστοφάνη

  • «Πλούτος – Πενίας θρίαμβος» Θέατρο Τέχνης – Φεστιβάλ Επιδαύρου
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 16 Αυγούστου 2010

Φαντάζεται κανείς πως η επιστροφή του Θεάτρου Τέχνης στην Επίδαυρο θα έδινε στα μέλη του μια ευκαιρία να υπενθυμίσουν την παράδοση του ιστορικού καλλιτεχνικού οργανισμού στο αρχαίο δράμα.

Η Πενία της Κάτιας Γέρου ξεπροβάλλει, ως άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, από ένα λόφο με καταναλωτικά αγαθά (ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις)

Η Πενία της Κάτιας Γέρου ξεπροβάλλει, ως άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, από ένα λόφο με καταναλωτικά αγαθά (ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις)

Περιμέναμε επομένως μια κινητοποίηση, μια ενεργοποίηση των αντανακλαστικών τους. Προσδοκούσαμε από την αρχή κιόλας μια υπεύθυνη και εικονοκλαστική πρόταση, που θα απαντούσε σε όσους αμφισβητούν την αλά καρτ συμμετοχή του Τέχνης στα προγράμματα της Επιδαύρου.

Και πράγματι, από τη μεριά του το Θέατρο Τέχνης προχώρησε παραπέρα: κατέβηκε στην περιοδεία με μια διασκευή του «Πλούτου» και, μάλιστα, με μια ριζικά ανατρεπτική από την άποψη του περιεχομένου ιδέα: Αυτή τη φορά δεν είναι ο τυφλός θεός που θριαμβεύει στο τέλος, αλλά ο αντίμαχός του, η Πενία. Η οποία στη συγκεκριμένη περίπτωση πρέπει να θεωρηθεί πως εκφράζει όχι τη φτώχεια αλλά την «παντοτινή σύντροφο της Ελλάδας», την εγκράτεια, την εργατικότητα, τη ριζωμένη στους νεοέλληνες αίσθηση της ανάγκης.

Ετσι, η ουτοπία του Αριστοφάνη αντιστρέφεται για να προβάλει ειρωνικά τη δυστροπία του εύκολου πλούτου, που κι όταν ξεστραβώνεται, στραβώνει όσους τον θωρούν. Και η Πενία, από την άλλη, εδραιώνεται για τα καλά στο κέντρο της παράστασης, σαν μακρόθεν παρατηρητής και εκ του σύνεγγυς σχολιαστής των διαδραματιζομένων.

Η πρόταση, με άλλα λόγια, όπως τουλάχιστον μεταφέρθηκε στον Τύπο από τις συνεντεύξεις των συντελεστών, προετοίμαζε για μια παράσταση πολιτικής αρετής, όπου η αρπαχτή και το όνειρο του πλουτισμού έπρεπε να αναμετρηθούν με τις αρετές της σύνεσης και της υπομονής. Βρέθηκε και εξαιρετικός πλοηγός για το ταξίδι: η έμμετρη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη είναι στην ουσία δημιουργική ανάπλαση του κειμένου, εφάμιλλη των ποιητικών δοκιμών του μεταφραστή. Πρόκειται για δοκίμιο σκηνικής ρητορικής, όπου πορείες και διασταυρώσεις, δρόμοι και αδιέξοδα της φυλής αποκαλύπτονται μέσα από τα πετρώματα της γλώσσας.

Η Πενία έγινε Γουίνι

Για χάρη του σκηνικού του «Πλούτου» στήθηκε, λοιπόν, στην Επίδαυρο ένας κόσμος από τα χάρτινα καταναλωτικά αγαθά της μεταπολιτευτικής μας επαγγελίας: ψυγεία, φούρνοι μικροκυμάτων, τηλεοράσεις… Σε μια μεριά τα αγαθά φτιάχνουν έναν λόφο, από τον οποίο, σαν άλλη Γουίνι των «Ωραίων ημερών» του Μπέκετ, ξεπροβάλλει η Πενία της Κάτιας Γέρου. Εκεί θα παραμείνει η κακόφημη θεότητα καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια της παράστασης, κι από εκεί θα βαλθεί να σχολιάζει και να ξεθεμελιώνει με επιθεωρησιακή παρρησία και χοντροκομμένο χιούμορ κάθε σόφισμα, πονηριά ή αφέλεια του λαϊκού καπιταλισμού.

Από αυτό κιόλας το σημείο ξεκινούν τα προβλήματα. Γιατί, αν κι η θεατρολογική ματαιοδοξία μας κολακεύεται από το κουίζ της διακειμενικότητας, ωστόσο, θα πρέπει να παραδεχθούμε πως η Γουίνι του Μπέκετ αποτελεί όχι τον σχολιαστή, αλλά μέρος του παραλόγου και αντηχείο του. Το εύρημα, επομένως, τελειώνει στον ειρωνικό τίτλο του έργου (οι «ωραίες μέρες» της ευημερίας) και στην ίδια την εικόνα της Γέρου. Από εκεί και πέρα λειτουργεί παραμορφωτικά για το κεντρικό μήνυμα της παράστασης.

Επειτα είναι η εντύπωση πως η διασκευή δεν συνοδεύτηκε και από μια αληθινά νέα σκηνική διατύπωση. Αν εξαιρέσει κανείς την πρωτοτυπία της κεντρικής ιδέας, πολλά της παράστασης του Τέχνης θυμίζουν δοκιμασμένες εκδοχές του έργου. Είναι εμφανείς οι καταβολές στην παλιότερη διδασκαλία του έργου από τον Διαγόρα Χρονόπουλο και το ΚΘΒΕ, εμφανείς και οι παραπομπές στην ακόμα παλιότερη επιτυχία του Μίμη Κουγιουμτζή και του Θεάτρου Τέχνης με το ίδιο έργο. Μόνο που αυτή τη φορά είναι δύσκολο να κρυφτούν τα σημάδια φθοράς από τη χρήση. Κι όταν κάποια στιγμή η παράσταση στρέφεται για να πάρει ενέργεια στα «επιθεωρησιακά νούμερα» του έργου (Συκοφάντης, Ιερέας), επικαλείται τύπους του λαϊκού θεάματος που μικρή σχέση έχουν με τη σημερινή πραγματικότητα – ουδεμία, με τη «βαθιά πραγματικότητα» της οικονομικής κρίσης.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα ο Συκοφάντης του Λευτέρη Λουκάδη. Το πρόσωπο της μετάφρασης του Βαρβέρη θα μπορούσε να ενσαρκώνει τα λαμόγια όλων των «ωραίων ημερών» των μεταπολεμικών χρόνων, να αποκαλύπτει επάλληλα στρώματα της σημερινής κρίσης, από τους καθαρευουσιάνους χρυσοκάνθαρους του προπερασμένου αιώνα μέχρι τις γκρίκλις εκδοχές των γκόλντεν μπόις. Τι γυρεύει λοιπόν στη θέση του ο βγαλμένος από παλιά επιθεώρηση «βαρύμαγκας»; Προς τι τόση λαϊκότροπη παρελθοντολογία σε μια σύγχρονη πολιτική πρόταση;

Επίπεδο σχολικής γιορτής

Φτάνουμε έτσι στο ατυχές φινάλε της διασκευής. Εκεί που ο θίασος, αντί να πείθεται από τα λεγόμενα του Αριστοφάνη, προσπέφτει ικέτης στα πόδια της Πενίας. Εκείνη υποδέχεται τους νέους θιασώτες, εκφωνεί έναν εξόδιο απολογισμό, θυμίζει τις αρετές της εργατικότητας, φτάνει στην κατακλείδα πως: «Συντροφιά σας να’ ναι ο λόγος τούτος:/ απ’ όλους πιο φτωχός είναι ο Πλούτος». Μακάρι κατά τη γνώμη μου να έλειπε η αντιστροφή. Χωρίς τον αυτοσαρκασμό του Μποστ, να βάζει τα πράγματα στη θέση τους, ένα τόσο απροκάλυπτα ηθικοπλαστικό τέλος κατεβάζει την παράσταση στο επίπεδο σχολικής γιορτής με θέμα τα καλά της αποταμίευσης και τα κακά της σπατάλης.

Στενοχωριέμαι που το σχόλιο περιλαμβάνει ανθρώπους που έχουν μοχθήσει για το Θέατρο Τέχνης όσο κανείς. Συμμετέχουν όμως άθελά τους σε μια πρόταση κατώτερη της ιστορίας του. Δεν είναι μόνον η ασυμβατότητα των μονόχρωμων σκηνικών με τα υπερβολικά κοστούμια του Πάρι Μέξη που ενοχλεί. Ακόμα και η μουσική του Χρήστου Λεοντή μοιάζει ανίκανη με το συγκινησιακό φορτίο της, με τη λαϊκότροπη γλυκιά αστοχασιά της, να στηρίξει μια αληθινά καυστική πολιτική παρέμβαση.

Η Κάτια Γέρου, ο Δημήτρης Λιγνάδης, ο Αλέξανδρος Μυλωνάς, η Μάνια Παπαδημητρίου και οι υπόλοιποι ηθοποιοί συνθέτουν έναν θίασο που μακριά από μια παράσταση συνόλου (ό,τι δηλαδή αποτελεί παραδοσιακά το σήμα κατατεθέν του Θεάτρου Τέχνης) φανερώνει μια παράσταση χωρίς αληθινό καλλιτεχνικό προορισμό. Η οποία στοχεύει όχι στην όξυνση του κριτηρίου, αλλά στη συναισθηματική καθοδήγηση προς «καλύτερες εποχές» – φτώχειας και κακοπέρασης ίσως, αλλά και φιλότιμου και μπέσας. Καταλαβαίνει άραγε κανείς πως φτάνει έτσι να υποστηρίζει μια τελικά οπισθοδρομική θέση, ταιριαστή περισσότερο στη φαρσοκωμωδία, όπου παρόμοιες καθαρτικές αποτιμήσεις του παρελθόντος ευδοκιμούν και αναπαράγονται; Θυμίζω «Γερμανούς που ξανάρχονται» και Ελληνες που νοσταλγούν στα όνειρά τους την Κατοχή. Αν και εκείνοι ζούσαν τον Εμφύλιο, όχι μια οικονομική κρίση.