Το «Υστατο σήμερα», του Χάουαρντ Μπάρκερ

  • Η εγκεφαλική οδός της σκηνής
  • Ελένη Πετάση, Η Ναυτεμπορική, 22/01/2010

Το «Υστατο σήμερα», του Χάουαρντ Μπάρκερ, σημαία του αποκαλούμενου θεάτρου της καταστροφής, είναι μια από τις πλέον συζητημένες παραστάσεις της χρονιάς, καθώς είναι ο Λευτέρης Βογιατζής αυτός που οδηγεί και φέρει στη σκηνή το κείμενο αυτό, που εκφέρει εμπειρίες πόνου αγωνίας και ανθρωποφαγίας. Ο Χάουαρντ Μπάρκερ, δοξασμένος την τελευταία εικοσαετία στην Ευρώπη, αλλά «προφήτης χωρίς τιμές» στη χώρα του και ελάχιστα γνωστός στη δική μας, μας κοινωνεί το δικό του ιδιαίτερο θέατρο, φιλτραρισμένο μέσα από το βλέμμα του Λευτέρη Βογιατζή. Το «θέατρο της καταστροφής» -χαρακτηρισμός το οποίο ο ίδιος έχει εφεύρει- δικαιώνεται στο «Yστατο σήμερα» (2004), κείμενο που συνοψίζει την αδήριτη ανάγκη του Βρετανού συγγραφέα να δείξει τη σκοτεινή πλευρά της ανθρώπινης φύσης, την επαναλαμβανόμενη εμπειρία πόνου και αγωνίας. Η καταστροφή, στην προκειμένη περίπτωση, αναφέρεται τόσο στο συλλογικό όσο και στο ατομικό επίπεδο, ταυτοποιεί το παρελθόν με το παρόν, εκτείνεται στο μέλλον.

Τότε, τώρα, σίγουρα και αύριο, ένας αγγελιαφόρος κακών ειδήσεων καλείται να μεταφέρει στους πολίτες τα αποτελέσματα των εσαεί διαστροφικών ενεργειών τους. Ακριβώς όπως ο άγνωστος επιζών της σικελικής εκστρατείας (415 π.Χ.), που μπήκε σε ένα κουρείο του Πειραιά και συμπτωματικά ενημέρωσε τον κουρέα για την τρομακτική ήττα των Αθηναίων που ρήμαξε τις ζωές τους και σήμανε το τέλος της δημοκρατίας.

Χρησιμοποιώντας ως παράδειγμα το παραπάνω καταλυτικό γεγονός, έτσι όπως το αφηγείται ο Πλούταρχος και το περιγράφει ο Θουκυδίδης, ο σημαντικός στοχαστής επαναπραγματεύεται την έννοια του τραγικού, αλλά και την υπερβαίνει, καθώς δεν καταλήγει ούτε στην τιμωρία ούτε στην κάθαρση. Στο «Υστατο σήμερα», κομιστής κακών ειδήσεων είναι ένας μυστηριώδης, σχεδόν σατανικός πελάτης κάποιου μπαρμπέρικου, στη μέση του πουθενά. Όμως, ο Δνείστερ (ένας χαμηλόφωνος, σχεδόν υποτονικός, παρών-απών Λευτέρης Βογιατζής), αντί να ανακοινώσει τις συμφορές που ευαγγελίζεται ότι γνωρίζει, προτρέπει τον κουρέα (γεμάτος χυμούς ο Δημήτρης Ημελλος) να φανταστεί τη μεγαλύτερη τραγωδία που θα μπορούσε ποτέ να συμβεί. Και είναι αυτός, ο τελευταίος, που εκστομίζει εν τέλει τα φοβερά νέα: μια εθνική καταστροφή, με το θάνατο του γιου του μέσα. Οι όροι αντιστρέφονται, η σύγκρουση δεν αργεί να  ‘ρθεί, η Ιστορία αποδεικνύει για άλλη μια φορά πως ανάμεσα στους ταχτοποιημένους ανθρώπους κι εκείνους που περιπλανιούνται σε λαβυρίνθους γεμάτους ουρλιαχτά, τα σύνορα είναι πολύ κοντά.

Πίσω απ’ όλα αυτά, ελλοχεύει η κατάρρευση του πολιτισμού. Το έργο ή καλύτερα το φιλοσοφικό δοκίμιο του Μπάρκερ, υπονομεύοντας τη γραμμική αφήγηση, επαναφέροντας στο προσκήνιο τη δύναμη του λόγου, γεμίζοντας τις λέξεις με ρωγμές φόβου και απειλής και εξαπολύοντας ικανό δηλητήριο για να αφαιρέσει την όποια ουτοπική αισιοδοξία, επινοεί «έναν κόσμο που δεν προσπαθεί να μας διαπαιδαγωγήσει, αλλά να μας οδηγήσει στη βαθύτερη γνώση του εαυτού».

Και ταυτόχρονα στοχεύει να ελευθερώσει τη σκέψη του θεατή, υιοθετώντας κατά κάποιον τρόπο τη μέθοδο των φανταστικών αριθμών, που, όπως διατυπώνεται στα Μαθηματικά, παρά το παραπλανητικό τους όνομα, όχι μόνο είναι υπαρκτοί, αλλά χρήσιμοι στην επίλυση άλυτων εξισώσεων. Κείμενο ποιητικό, περίπλοκο, με ορατές αδυναμίες, αλλά υψηλών προδιαγραφών αναμφίβολα. Οι Βρετανοί αποδέκτες του, ωστόσο, εθισμένοι στη σπάταλη, σκαιή εμμονή του συγγραφέα -αντίθετα με μας που από τα έργα του έχουμε δει μόνο το «Ένα καινούριο κόκκινο» σε σκηνοθεσία Κωνσταντίνου Αρβανιτάκη, το «Und» από την Ασπα Τομπούλη και κάποια αποσπάσματα από τον Δημήτρη Λιγνάδη- έμειναν αδιάφοροι στην πρόκλησή του, θεωρώντας πως «εγείρει την υποψία μιας ακαδημαϊκής άσκησης, χωρίς ίχνος συναισθήματος ή πραγματικότητας».

Ο Λευτέρης Βογιατζής σωστά επιλέγει το δύσκολο δρόμο μιας εγκεφαλικής προσέγγισης. Σε τέτοιο όμως βαθμό, που ο θεατής χάνεται μέσα στις λέξεις και αναζητά την επικουρία περαιτέρω διευκρινίσεων. Επιπλέον, ο διευρυμένος χρόνος της παράστασης δυσχεραίνει την αντιληπτική ικανότητά του. Ευτυχώς, το προσεγμένο πρόγραμμα λειτουργεί σαν δεκανίκι, ενώ κάποιες στιγμές έντονης θεατρικότητας τον αποζημιώνουν. Ιδιαίτερα εκείνη που τα δεκάδες γυάλινα αντικείμενά του εξαιρετικού σκηνικού χώρου της Ελένης Μανωλοπούλου θρυμματίζονται βίαια, δημιουργώντας μια απτή εικόνα καταστροφής.

Advertisements

Αληθινά σενάρια ζωής. «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή στο Εθνικό Θέατρο

Στιγμιότυπο από την πολυπρόσωπη παράσταση του έργου του Κώστα Ταχτσή, που σκηνοθετεί ο Σταμάτης Φασουλής.

Ενα έργο διάστικτο με ενότητες της αθηναϊκής ανθρωπογεωγραφίας, «Το τρίτο στεφάνι» του Κώστα Ταχτσή, όπως το είδαμε στη σκηνή του Εθνικού Θεάτρου, μέσα από τη θεατρική προσαρμογή-άθλο των Σταμάτη Φασουλή και Θανάση Νιάρχου.

Ξαναδιαβάζοντας το «Τρίτο Στεφάνι» (1962), μου ήρθαν στο νου τα λόγια του Σεφέρη: «Εκείνο που δίνει ένταση σε μια λέξη ή σε μια εικόνα είναι αυτός ο κορεσμός, αυτός ο εμποτισμός με συναισθήματα, που γίνεται στα σκοτεινά βάθη της ψυχής του ποιητή.» Ο λόγος του Ταχτσή, διάστικτος από συναισθηματικά τοπία, με μια πρωτόγνωρη για την εποχή του προφορικότητα, έδωσε φωνή στο καθημερινό ιδιόλεκτο της μικροαστικής τάξης, υποκλίθηκε στον αγώνα της για επιβίωση, χάιδεψε τις υπερβάσεις, τις ψευδαισθήσεις, τις ματαιώσεις, τις πονηριές, ακόμα και τις ευτέλειές της. Και μπορεί σήμερα να μη διαθέτει την ιδία δραστικότητα, ωστόσο δεν παύει να επαναφέρει στη μνήμη κρίσιμους καιρούς, που διαμόρφωσαν τον ψυχικό και ηθικό ορίζοντα του Νεοέλληνα.

Σε πρώτο πλάνο, η Νένα Μεντή στο ρόλο της Εκάβης και η Φιλαρέτη Κομνηνού, ως Νίνα, στην παράσταση του Εθνικού.

Η θεατρική προσαρμογή του μυθιστορήματος από το Σταμάτη Φασουλή και το Θανάση Νιάρχου, αναμφίβολα, ήταν ένα γιγαντιαίο εγχείρημα. Ευτυχώς με αίσιο τέλος, καθώς οι δημιουργοί του, ξεκινώντας από τις σιωπηλές γραμμές ενός βιβλίου, κατάφεραν να αναπτύξουν επί σκηνής τους κραδασμούς που αντηχούν μέσα τους. Και συνέθεσαν ένα μελοδραματικό έπος ελληνικότητας, που μοναδική αχίλλειος πτέρνα του είναι η εξίσου επική διάρκειά του (πάνω από τέσσερις ώρες μαζί με το διάλλειμα).

Το «Τρίτο στεφάνι», έργο αυτοβιογραφικό, καταγράφει αληθινά σενάρια ζωής, έστω και μέσα από «τα παραμορφωτικά φίλτρα που περνάει μια πραγματική εμπειρία» ή τον εμπλουτισμό της με πλασματικά στοιχεία, όπως ομολογεί ότι εφηύρε ο συγγραφέας τους. Ο Ταχτσής δεν στέκεται μόνο στην ψυχαναλυτική σκιαγράφηση χαρακτήρων. Από τη μια αρπάζει ένα φευγαλέο άγγιγμα, κάποιο επιθετικό μυωπικό βάδισμα, ένα τσακισμένο βλέμμα, τετριμμένες καθημερινές συμπεριφορές, λαϊκότροπες μέχρι αγοραίες κουβέντες, μεγάλα και μικρά πάθη και τα μετατρέπει σε λογοτεχνία. Από την άλλη, οι ζωές των ηρώων του σταθμεύουν στα σημαντικά ιστορικο-πολιτικά γεγονότα που σφράγισαν το πρώτο μισό του εικοστού αιώνα.

Η παράσταση του Εθνικού θεάτρου, με εύστοχα ενδύματα εποχής (Ντένη Βαχλιώτη), αλλά άστοχη, για την περίπτωση, αφαιρετική σκηνογραφία (Έλλη Παπαγεωργακοπούλου), διατηρεί το μεγαλύτερο μέρος του κειμένου, καθώς και τη χρονική του παλινδρόμηση (για παράδειγμα, εκεί που η μνήμη ανασκαλεύει ένα συμβάν της δεκαετίας του ’30, πετάγεται στο ’50 και έπειτα ξαναγυρνάει στο 1912).

Δύο γυναίκες λαϊκής καταγωγής, η Εκάβη και η Νίνα, αφηγούνται την ιλαροτραγική ιστορία τους. Το παρελθόν τους ζωντανεύει τόσο μέσα από φρενήρεις μονολόγους όσο και από την αναπαράστασή του. Με κινηματογραφική γραφή, νατουραλιστική λεπτομέρεια και σκηνικό νεύρο, ο Σταμάτης Φασουλής στήνει μια ρυθμική παράσταση, στην οποία η γλώσσα υψώνεται σαν πρωταγωνιστική δραματική παρουσία. Ωστόσο, η δομημένη επαναληπτικότητα αφήγησης-αναπαράστασης από ένα σημείο και μετά αφαιρεί το στοιχείο της έκπληξης και η έκπληξη του αποθεωτικού φινάλε μοιάζει ασύνδετη με όσα έχουν προηγηθεί.

Η Νένα Μεντή (Εκάβη), άμεση και πληθωρική, ευάλωτη και δυναμική, ευτελής και υπεράνω, καταθέτει την ψυχή της σε μια ρωμαλέα ερμηνεία. Η Φιλαρέτη Κομνηνού (Νίνα) κρατάει με άνεση επίσης μια μεγάλη φέτα του χειμαρρώδους κειμένου. Ο λιτός και ουσιώδης Γιάννης Νταλιάνης και ο ορμητικός, αλλά ακόμη άγουρος Γιάννης Στάγκογλου ξεχωρίζουν ανάμεσα στους ερμηνευτές που κρατούν μικρότερους, αλλά σημαίνοντες ρόλους. Την πολυπρόσωπη διανομή συμπληρώνουν οι: Όλγα Δαμάνη, Μαρία Ζορμπά, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Ντόρα Σιμοπούλου, Τάνια Τρύπη και δεκαπέντε νεότεροι ηθοποιοί.

  • Κριτική: ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ, Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, Παρασκευη, 15 Ιανουαριου 2010