Ιψεν και ελληνικά κείμενα

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ, ΘΥΜΕΛΗ, Τετάρτη 14 Ιούλη 2010
  • «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν», από τη «Σαουμπίνε»

Σοσιαλιστικών πεποιθήσεων (γεγονός που ενοχλεί και αποφεύγεται η σημείωσή του από πολλούς), μέγας και πρωτοπόρος «θεμελιωτής» του κριτικού κοινωνικού ρεαλισμού, ο Ερρίκος Ιψεν, αν ζούσε σήμερα και βίωνε την τυραννία του ανθρωποφαγικού καπιταλισμού, την αχαλίνωτη υπερσυσσώρευση πλούτου του χρηματιστηριακού – τραπεζικού, βιομηχανικού – εφοπλιστικού κεφαλαίου, την καταδίκη πολλών εκατομμυρίων ανθρώπων με την καταλήστευση των οικονομιών τους και των ασφαλιστικών ταμείων τους με την αρπαγή των αποθεματικών τους και τα βρώμικα παιχνίδια των ομολόγων, την άγρια ανακατανομή του πλούτου, το μεγαλύτερο ψάρι να τρώει τα μικρότερα, θα συμφωνούσε – κατά τη γνώμη της υπογράφουσας τη στήλη – με τον καθόλα απέριττο (και στην εικαστική όψη, με το συμβολιστικό σκηνικό), «γυμνής», πικρής και επίκαιρης ρεαλιστικής αλήθειας σκηνοθεσία του έργου του «Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν» από τον Τόμας Οστερμάγερ, διευθυντή του γερμανικού θεάτρου «Σαουμπίνε». Η σκηνοθετική «ανάγνωση» του Οστερμάγερ φώτισε χωρίς τάχα «ευρηματικές» φιοριτούρες, χωρίς ίχνος τάχα «ψυχογραφικού» μελοδραματισμού, τη διαχρονική αλλά και εξαιρετικά επίκαιρη αξία του έργου. Την αμείλικτη αλήθεια του για τα δεινά, τη δυστυχία, τα ανθρώπινα θύματα που εκ της φύσεώς του προκαλεί ο ασύδοτος πλουτισμός και η ανήθικη εξουσία του κεφαλαίου. Στο πρόσωπο του Μπόργκμαν, ο Ιψεν αποτύπωσε την απάνθρωπη, σκληρή, κυνική, ανήθικη «λογική» και εξουσία του κεφαλαίου. Ο Μπόργκμαν πατώντας επί πτωμάτων έγινε τραπεζίτης. Πρόδωσε τη γυναίκα που αγάπησε. Παντρεύτηκε την πλούσια αδελφή της και καρπώθηκε την ακίνητη και κινητή περιουσία της. Ανταγωνιζόμενος άλλον μεγάλο τραπεζίτη και θέλοντας να γίνει ο ηγεμόνας τραπεζίτης και επιχειρηματίας του παραγόμενου πλούτου της χώρας, άρπαξε όλες τις καταθέσεις, ακόμη και τις λιγοστές οικονομίες ενός φτωχού παλιού συμφοιτητή και φίλου του. Για την τρομερή κατάχρησή του φυλακίστηκε για λίγο, καπιταλισμός γαρ. Απομονωμένος σε ένα δωμάτιο του σπιτιού του, χωρίς καμιά επαφή με τη γυναίκα του – αβυσσαλέο μίσος τους χώριζε – και το νεαρό μοναχογιό του, αλλά αμετανόητος για τα εγκλήματά του, επιδιώκει να ξανανοίξει τράπεζα, εκμεταλλευόμενος την αγνότητα και την αγάπη του γιου του θέλει να βάλει στο χέρι την περιουσία που κληροδοτεί στο γιο του η θεία του – η ετοιμοθάνατη πλέον γυναίκα που πρόδωσε στα νιάτα του. Μάταια, όμως, καθώς ο Ιψεν, θεωρώντας επιβεβλημένη την τιμωρία ανθρώπων σαν τον Μπόργκμαν, πλάθει ένα εμμέσως διδακτικό φινάλε. Ο νεαρός Μπόργκμαν δηλώνει ότι φεύγει από το σπίτι για να πάρει το δικό του δρόμο και γυρίζει την πλάτη στην πρόταση του πατέρα του, ο οποίος «καθαίρεται» με το θάνατό του. Τη σκηνοθεσία του Οστερμάγερ ευεργέτησαν με τις λιτές, χρακτηρολογικής και ψυχολογικής ουσίας ερμηνείες τους τρεις μεγάλοι ηθοποιοί. Οι Γιόζεφ Μπίρμπιχλερ, Κρίστεν Ντένε (το επίθετο της «απαθανάτισε» ο Τόμας Μπέρνχαρτ με το σπουδαίο έργο του «Ρίτε, Ντένε, Φος») και Ανγκελα Βίνγκλερ.

  • «Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες»
«Τα λόγια της Κασσάνδρας»

Ο νέος σκηνοθέτης Γιάννης Καλαβριανός, με τη γυναικεία ομάδα του «Sforaris», στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών, παρουσίασε μιας νεανικά «παιγνιώδους» φρεσκάδας αλλά και με κάποιες αστοχασιές, πειραματική παράσταση, εν είδη ποιητικο-λαογραφικο-ανθρωπολογικού δρώμενου, με τίτλο «Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες». Κειμενικό υλικό (επιλογή και δραματουργική σύνθεση του σκηνοθέτη) του σκηνοθετικού και ερμηνευτικού πειραματισμού του είναι διάφορες τοπικές παραλογές ελληνικών δημοτικών τραγουδιών με δραματική – έως και τραγική – θεματολογία (μητροκτονία, παιδοκτονία, συζυγοκτονία, αδελφοκτονία, μοιχεία), και στιχουργικά σπαράγματα υπεραισθαντικών, υπαρξιακής θεματολογίας ποιημάτων του Τάσου Λειβαδίτη, που εμμέσως υπογραμμίζουν ή σχολιάζουν τα ανθρώπινα δράματα, τη ζωή και το θάνατο που προβάλουν τα επιλεγμένα δημοτικά ποιήματα. Προφανής στόχος του Γ. Καλαβριανού είναι να μιλήσει – και το πέτυχε σε αρκετό βαθμό – να καταδείξει την τολμηρή δραματική θεματολογία, τη διδακτική αλληγορία, τα ατομικά και συλλογικά ήθη και πάθη, το ρεαλισμό της δημοτικής μας ποίησης. Στην προσπάθειά τους να αποφύγουν τον κίνδυνο υπερδραματοποίησης των φοβερών ανθρωπίνων πράξεων, η σκηνοθεσία και οι ερμηνείες των αξιόλογων νέων ηθοποιών Κίκας Γεωργίου, Αννας Ελεφάντη, Χριστίνας Μαξούρη, Αναστασίας Μποζοπούλου και Βασιλικής Σαραντοπούλου, γέρνουν κάπως προς μια αφελή, παιδιάστικα χιουμοριστική απαναπαραστατικότητα.

  • «Τα λόγια της Κασσάνδρας»
«Τζον Γαβριήλ Μπόργκμαν»

«Πειραματικού» χαρακτήρα ήταν και η παράσταση, με τίτλο «Τα λόγια της Κασσάνδρας», από τη θεατρική εταιρία «Φιλιατρό» του σκηνοθέτη Βίκου Ναχμία. Το «πείραμα» προκαλεί τη σκέψη ότι επρόκειτο για ένα πρόσχημα, προκειμένου να περιληφθεί και αυτή η παράσταση στο φετινό Φεστιβάλ Αθηνών. Επί της ουσίας, ο σκηνοθέτης απέσπασε τα μονολογικά και τα λιγοστά διαλογικά λόγια της Κασσάνδρας από την τραγωδία του Αιχύλου «Αγαμέμνων» (η καλή μετάφραση είναι των Νίκου Παναγιωτόπουλου – Ανθής Λεούση), για σόλο, ουσιαστικά, ερμηνεία μιας νέας σε ηλικία (όπως απαιτεί ο ρόλος) και αδοκίμαστης στην τραγωδία ηθοποιού, η οποία λόγω ατυχήματος αντικαταστάθηκε από την έμπειρη, ταλαντούχα και ώριμη Ολια Λαζαρίδου (η οποία έχει ερμηνεύσει την Κασσάνδρα, στην παράσταση της «Ορέστειας», σε σκηνοθεσία Γιάννη Κόκκου), με συμπαθή στην προκειμένη παράσταση συμπαίκτη της τον Βασίλη Καραμπούλα (με σπαράγματα από τα Χορικά). Το μόνο νόημα, τελικά, αυτής της παράστασης ήταν το ψυχοπνευματικό πένθος και βάθος της ερμηνείας της – αν και αταίριαστης πλέον ηλικιακά – Ο. Λαζαρίδου. Τι όμως, μπορούσε να καταλάβει ο θεατής που αγνοεί τον αισχυλικό «Αγαμέμνονα», με την αποκομμένη από το υπόλοιπο «σώμα» του έργου των αιτίων και υπαιτίων για την τραγωδία της Κασσάνδρας; Και εντέλει, πόσο θεατρικά εντελές μπορεί να είναι ένα «σπάραγμα» έργου, έστω και του αθάνατου Αισχύλου;

Advertisements

«Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες (εκδοχή ΙΙ)» Sforaris-Γιάννης Καλαβριανός – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ο φόβος του άνδρα για τη γυναίκα

  • «Παραλογές ή Μικρές καθημερινές τραγωδίες (εκδοχή ΙΙ)» Sforaris-Γιάννης Καλαβριανός – Φεστιβάλ Αθηνών
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 3 Ιουλίου 2010

Εκ Βορρά ορμώμενοι, ακονίζοντας τη λάμα της σκηνικής φωνής τους στον γρανίτη του κοινωνικού υπεδάφους, παρουσιάζοντας τη δουλειά τους σε φυλακές και χωριά, ανοικτούς χώρους και κλειστές ομάδες, οι Sforaris και ο Γιάννης Καλαβριανός καταλήγουν στο Φεστιβάλ με τη νεότερη εκδοχή της σύνθεσής τους «Παραλογές».

Διακρίνονται τα σημάδια μιας ενδιαφέρουσας ιδέας: η διάθεση της νεωτερικότητας, η εξέταση της συλλογικότητας, η ιδέα πως δεν αρκεί ο σεβασμός για τα πολιτισμικά στερεότυπα, αλλά η διάθεση ερμηνείας τους. Αυτά, μεταξύ άλλων, κάνουν τις δοκιμές του Καλαβριανού να ισχυροποιούν ολοένα και περισσότερο το ίχνος τους, ανάμεσα στις άλλες, νεανικές προσπάθειες.

Στις «Παραλογές» στόχος είναι η εξέταση του ορίου ανάμεσα στην κανονική και αποκλίνουσα συμπεριφορά, με άξονα τα αινιγματικά χρονικά, τα ειπωμένα με τους ιδιορρυθμούς της φυλής μας, και έπειτα την ποίηση του Τάσου Λειβαδίτη. Για όσους απορούν με αυτή τη μετάβαση από τα μετα-ακριτικά ακούσματα στον ποιητή του σύγχρονου υπαρξιακού ρίγους, υπάρχει απάντηση: είναι η διάθεση της ομάδας να αισθανθεί το χάος του παραλογισμού με την ασφάλεια δύο φωνών, με τη μία να ηχεί εντός της άλλης.

Από τις «Παραλογές» η Ομάδα διακρίνει τέσσερις που έχουν στο κέντρο τους έναν φόνο. Στην πρώτη, κάποια μάνα σκοτώνει το παιδί της, έπειτα δολοφονείται από τον άνδρα της. Στη δεύτερη, δύο νέοι σκοτώνονται από τους αδελφούς της κοπέλας – νομίζουν ότι πρόδωσε την τιμή τους. Στην τρίτη, η νύφη τα φτιάχνει με τον κουνιάδο της – αυτός νιώθει τύψεις και τη δολοφονεί. Στην τέταρτη, ένας ξενιτεμένος επιστρέφοντας μαθαίνει για την κακομεταχείριση της γυναίκας του από την οικογένεια του – αποκεφαλίζει γι’ αυτό τη μάνα του. Ιστορίες γεμάτες φόνους, ανίερες πράξεις, υπερβολές, κι εκείνο το παραμυθικό ξελόγιασμα που γεμίζει με γοητεία ακόμα και τις πιο τρομερές εικόνες.

Το ενδιαφέρον ξεκινά βέβαια από το ότι η Ομάδα αποτελείται μόνον από γυναίκες. Το ιδιαίτερο αυτό χαρακτηριστικό οδηγεί την παράσταση σε μια σπουδή φύλου πάνω στις παραλογές. Το πρόσωπο της γυναίκας γίνεται ο κύκλος εντός του οποίου οι παραλογές χαράζουν την κεντρική μορφή, από την κόρη μέχρι τη μάνα και την πεθερά. Για κάποιους άλλους, πίσω από τις ιστορίες βρίσκεται ο υποσυνείδητος φόβος του άνδρα για τη γυναίκα. Ο φόβος του για τη γυναίκα που φυλάει τον γιο του, ο φόβος του για την τιμή του, που εκπροσωπείται από την αδελφή του, ο φόβος του για το πώς θα υποδεχθούν τη γυναίκα του τα μέλη της οικογένειάς του, ο φόβος του για την ερωτική έλξη προς την απαγορευμένη γυναίκα-ταμπού του αδελφού του. Τυπικός αφηγητής που μεταφέρει την ύλη στον χώρο και στον χρόνο της σύγχρονης ψυχοτροπίας είναι ο Λειβαδίτης. Ωστόσο, το δίπολο θα μπορούσε να διαβαστεί και ανάποδα: είναι οι παραλογές που ερμηνεύουν την υπαρξιακή εκκρεμότητα του ποιητή, το φόντο πάνω στο οποίο διαβάζεται ο κάθε νεότερος γλωσσικός μας καταθέτης. Οτι ο άνθρωπος μπορεί να γίνει κτήνος είναι ασφαλώς γενικόλογη τοποθέτηση. Και στον ανοικονόμητο χώρο του Γκαράζ της Πειραιώς η δράση διασπάται επικίνδυνα. Ωστόσο, η δουλειά των Sforaris έχει μια δική της ποιότητα που δεν περνά απαρατήρητη: τα τσόκαρα που πλαταγίζουν στον αέρα ή το φαγητό που σαν πούδρα σκορπίζει από το τραπέζι εμπλουτίζουν το σκηνικό μας λεξιλόγιο με νέες εικόνες. Οι Κίκα Γεωργίου, Αννα Ελεφάντη, Χριστίνα Μαξούρη, Αναστασία Μποζοπούλου και Βασιλική Σαραντοπούλου δίνουν το μέγιστο δυνατό σε χρέη αφηγητή και δρώντος προσώπου, θύτη και θύματος. Ενδιαφέρουσα κατάθεση, επιταγή για το μέλλον. *