Η σκοτεινή βάσανος των ψυχών

  • Θεατροποιήσεις στιγματισμένων ηρώων με αναπότρεπτη μοίρα τον γκρεμό

  • Γ. Μ. Βιζυηνος, Το αμάρτημα της μητρός μου, σκην.: Κωστής Καπελώνης, θέατρο: Τέχνης (Υπόγειο)
  • Αντ. και Κ. Κουφαλης, Η πάχνη, σκην.: Τάκης Τζαμαργιάς, θέατρο: Πορεία (2η σκηνή)
  • Μ. Σερμαν, Ιζαντόρα – When she danced, σκην.: Ραζβάν Μαζιλού, θέατρο: Μέλι (ετ. «Πάνδημος Ηώς»)

  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 13/12/2009

Το τραγικό τέλος παράνοιας του Γ. Μ. Βιζυηνού (1849-1896) υπήρξε ίσως το τίμημα για την, εκτός των άλλων, προδρομική ψυχογραφική πεζογραφία του. Οι ψυχές του είναι βασανισμένες από συμβάντα, δοξασίες ή έθιμα τα οποία, πολλαπλασιασμένα στην πορεία, οδηγούν σε τραγικές απολήξεις. Γι’ αυτόν τον μέγα ανανεωτή, συνδυαστικό λόγιας και δημοτικής γλώσσας, σελίδες σελίδων δεν αρκούν.

Το κορυφαίο διήγημά του «Το αμάρτημα της μητρός μου» (1883), καταχωνιασμένο παρελθόν αθέλητου μητρικού φόνου αφηγούμενου απ’ τον συγγραφέα, θεατροποίησε ως λιτό, ατμοσφαιρικότατο και λυρικό δρώμενο ο Κωστής Καπελώνης, ευαίσθητος χειριστής και των υποβλητικών φωτισμών. Εδειξε τα αφηγούμενα με γοργότητα, συγκίνηση και εξ όνυχος αναπαράσταση πάνω στο εμπνευσμένο πολύχρωμο φόντο (Ν. Αλεξίου). Πολύτιμα και τα έξοχα κομμάτια μουσικής μελαγχολίας (Στ. Σιόλας). Η Μ. Ζαχαρή (μάνα) στον καλύτερο, δραματικού βάθους, ρόλο της καριέρας της, συνοδεύτηκε από τη λίαν ελπιδοφόρα Εύη Οικονόμου (κόρη) και τους Κ. Βελέντζα, Β. Παπακωνσταντίνου, Διον. Κλάδη, Ορφ. Χατζηδημητρίου. Ομως όλο το εγχείρημα ήταν ο Ηλίας Λογοθέτης. Παρά την ταχυλογία του (και η καθαρεύουσα δυσκολεύει ιδίως τους νέους), ταυτίστηκε πλήρως με τον Βιζυηνό. Αυτό που είδαμε ήταν και ένστικτο και τεχνική, και αντικειμενικός λόγος και αιφνίδια μετάπτωση σε ψυχική συμμετοχή, και ακινησία και πανικόβλητη τρεχάλα, και το διήγημα και το θέατρό του. Οφείλουμε να θυμόμαστε αυτόν τον σπουδαίο καλλιτέχνη με τα σπάνια εναλλασσόμενα προφίλ, τη χρυσή απλότητα, την ένταση, τη συντριβή, τέλος τον βαθύ, σπαρακτικό, εκ βαθέων καημό στο τραγούδι του. Μ’ ένα λόγο: συνταρακτικός.

  • «Η πάχνη»

Θεωρώ σημαντική τη σκηνοθετική εργασία του Τάκη Τζαμαργιά στην «Πάχνη» των εκ Καβάλας ορμωμένων αδελφών Αντ. και Κ. Κούφαλη. Δύο νέοι ηθοποιοί, ο Μάνος Καρατζογιάννης και ο Γιώργος Ντούσης, με τη ρωμαλεότητα, την αγριότητα και τις ποικίλες εκφάνσεις αδιεξόδου, πραγμάτωσαν το σκηνοθετικό ντελίριο σκότους, ήχων, καταιγισμών και απόγνωσης στο αρμόδιο σκηνικό του Γιάν. Θεοδωράκη: Ενα ντελίριο που ήταν αναγκαίο για να κρυφτούν όσο γινόταν οι ενδογενείς αδυναμίες ενός φιλόδοξου κειμένου το οποίο, ενώ παρουσιάζεται ως ακραίο, παραληρηματικό, βέβηλο, είναι κατ’ ουσίαν ένα εντυπωσιοθηρικό patchwork με πολλά δάνεια, πάνω σε προβλήματα του περιθωρίου, αντιμετωπισμένα με πρωτοτυπία και γνησιότητα από πολλούς προλαλήσαντες συγγραφείς. Ολες οι «κατάρες» που μπορεί να στιγματίσουν τη νεότητα δίνουν ραντεβού στους δύο νέους αυτού του έργου, το οποίο δεν πείθει και επειδή είναι εμφανώς συμπιληματικό: Αλλού ρεαλίζει, αλλού ποιητικοφέρνει, αλλού προβαίνει σε αιφνίδιες αφαιρέσεις ή καταφεύγει σε φαντασιώσεις, χωρίς να βρίσκει μια συγκεκριμένη υφολογική ρότα. Ακόμη, πάσχει και γλωσσικά: ενώ οι δύο νέοι, επίδοξοι δολοφόνοι των δικών τους, τα ’χουν υποτίθεται «δει» όλα πάνω στο σώμα τους από πολύ νωρίς, ενώ είναι «χαλασμένοι» κι έχουν χάσει κάθε ταυτότητα, ξαφνικά, ανάμεσα στη μόρτικη γλώσσα, παρεμβάλλουν λόγιες εκφράσεις ή λέξεις, επιστημονικούς όρους ή γνώσεις που αδύνατον να τους αναλογούν.

Δεν αρνούμαι τη φιλοτιμία των συγγραφέων, ούτε και τη θεατρική τους παιδεία, όμως κατ’ εμέ, ένα «αμαρτωλά» φορτωμένο κείμενο μπλοφάρει πονηρά και μια παράσταση το μακιγιάρισε όσο καλύτερα μπόρεσε, με πυρετική ανάγνωση και ερμηνευτικό δυναμισμό.

  • «Ιζαντόρα»

Ο Ρουμάνος Ραζβάν Μαζιλού είχε πολύ επιτυχώς σκηνοθετήσει τη Δήμητρα Χατούπη στο «Μαρλέν» (2004-5). Φέτος, ένα ανόητο, ανοικονόμητο, ποιητικοφανές κείμενο του Μάρτιν Σέρμαν, το γέμισε υπερβολές, θεατρινισμούς, ακαλαίσθητα γκροτέσκα έως και… τουρτοπόλεμο, εν μέσω πολυεθνικών (άρα και πολυγλωσσικών) ρόλων γύρω απ’ την εκρηκτική προσωπικότητα της Ισιδώρας Ντάνκαν. Δεν ξέρω ποιος ευθύνεται περισσότερο για τη σύγχυση, την ανία και τη χαμένη βραδιά: το έργο ή το ανέβασμα; Και η μετάφραση πάντως τελούσε εν συγχύσει (Αντ. Γαλέος), καθώς και οι αθώοι ηθοποιοί (φωτεινή παρουσία η Ιρ. Μπόικο). Εντούτοις, το θέατρο που έχει μέσα της η Χατούπη την οδήγησε σ’ έναν αέρινο και παθιασμένο ρόλο με σαφή τη λυρική χειραφέτηση της ηρωίδας. Παρά ταύτα, οφείλει στον εαυτό της να ξεχάσει το γρηγορότερο ως σύνολο αυτή της την πρωτοβουλία. Εμείς που την εκτιμούμε θα το πράξουμε αμέσως.

Advertisements

«Η πάχνη» των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη

  • Ο καθρέφτης και το έσοπτρον
  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 15/11/2009

Το ιδιαίτερα περίπλοκο ψυχοπολιτικό νεοελληνικό τοπίο, προϊόν διασταύρωσης δύσκολων κοινωνικών καταστάσεων και δυσμενών ιστορικών συγκυριών, διαμορφώθηκε πλήρως τους τελευταίους δύο αιώνες πάνω σε μια σχέση αγάπης – μίσους, έλξης- απώθησης με το άλλο πρόσωπό μας, που κάποτε το ονομάζουμε «ευρωπαϊκό» και κάποτε του δίνουμε άλλα ονόματα. Δεν είναι άρα εύκολο να ανιχνευθεί, με γνώμονες αποκλειστικούς την ορθόδοξη ψυχανάλυση ή το μαρξιστικό εργαλείο, όπως επιχειρούν πολλοί, για να καταλήξουν σε απλουστευτικά και όχι για αυτό λιγότερο επικίνδυνα κολοβά συμπεράσματα. Χρειάζεται κάτι επιπλέον για αυτό, ο «καθρέφτης» του θεάτρου. Που δεν πρέπει να είναι όμως κοινός καθρέφτης αλλά «έσοπτρον», ένα εργαλείο ικανό δηλαδή να συνθέσει δημιουργικά το ατομικό με το κοινωνικό και τον μύθο με την ιστορία. Μέσα στο οποίο θα μπορέσουμε ίσως τότε να δούμε το γνωστό – άγνωστο πρόσωπό μας να αντανακλάται ως άλλο αλλά όχι ως κάτι ξένο, ανοίκειο, που μας τρομάζει.

«Η πάχνη» των αδελφών Αντώνη και Κωνσταντίνου Κούφαλη είναι ένα τέτοιο θεατρικό εργαλείο, ένα «έσοπτρον», μέσα στο οποίο μπορούμε να δούμε να αντανακλάται ως οικείο το κρυμμένο μας γνωστό – άγνωστο πρόσωπο. Επειδή στοχεύει στον πυκνό πυρήνα των ελεϊνών και φοβερών παθών που συνθέτουν τη νεοελληνική πραγματικότητα, πατώντας επάνω στο κυρίαρχο και σχεδόν ενδημικό πια ψυχικό «σύνδρομο της μητροκτονίας». Την απωθημένη επιθυμία φόνου μιας μάνας, η οποία έχει όμως προηγουμένως «κρύψει» με ποικίλους τρόπους από το αρσενικό παιδί της τον πατέρα. Είτε «σεληνιακή μητέρα» την ονομάσουμε, χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του μύθου, είτε «μνημειακό και δεσπόζον μητρικό υπερεγώ», χρησιμοποιώντας την ορολογία της ψυχανάλυσης, πρόκειται σε ανάλυση τελική για ένα και το αυτό πράγμα.

Το έργο των αδελφών Κούφαλη, πυρηνικό όπως ήδη ανέφερα, δεν στοχεύει σε μια «ομοιοπαθητική θεραπεία» διά της αναπαραγωγής του αρχέγονου τρόμου της ύπαρξης μέσω μιας πιστής αναπαράστασης τρομακτικών και αδυσώπητων πραγμάτων, αλλά πηγαίνει πιο πέρα, στη «μίμηση», με την αρχετυπική, θα το έλεγα, έννοια του όρου, τέτοιων παθημάτων. Με τη μέθοδο της αναλογίας, που εδώ λαβαίνει τη μορφή ενός θεατρικό παιγνίου ανάμεσα στα όρια του πραγματικού και του φανταστικού, της σκιάς και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία και ειδώλου, του φωτεινού και του σκοτεινού, για να αφηγηθεί μια ιστορία όχι όπως έγινε αλλά όπως θα μπορούσε να έχει γίνει, σε άχρονο χρόνο. Επειδή, όπως λέει και ο μέγιστος ποιητής Αισχύλος, «δεν υπάρχει τίποτε απ’ όσα θα συμβούν στο μέλλον που να μην συμβαίνει ετούτη τη στιγμή».

Δυο παιδιά κακοποιημένα σωματικά και ψυχικά από «μητέρες αμήτορες», σχεδιάζουν μαζί τον φόνο της μίας. Ορέστης και Πυλάδης «στον κατακερματισμένο μοντέρνο κόσμο, στο νυχτερινό τοπίο μιας πόλης, πάνω σε μια μηχανή, στα φώτα μιας λεωφόρου… Μια περιπλάνηση στα ανελέητα πυκνά στρώματα της πάχνης των παιδικών τους χρόνων… Έχει σημασία τελικά αν όλα όσα οργανώνουν, σχεδιάζουν, αποκαλύπτουν οι ήρωές μας, είναι αλήθεια ή ψέματα, αν συνέβησαν κάποτε ή όχι;». (Αντιγράφω από το πρόγραμμα της παράστασης). Φυσικά και δεν έχει σημασία, σημασία όμως έχει ότι το έργο σημασιοδοτεί μια αμοιβαία αναγνώριση των θεατών με τους ήρωες, πρόσωπο με πρόσωπο, «εν εσόπτρω» όπως είπα πιο πάνω. Και ότι δεν αρκείται να μας μιλά για τους νέους, αλλά επίσης τους αγαπά. Με ένα λειτουργικό ευρηματικό τέλος των «εν φιλίαις παθών» τους, καταφατικό στη ζωή, που δεν θα το αποκαλύψω στον αναγνώστη.

Η παράσταση στο θέατρο «Πορεία», σκηνοθετημένη από τον Τάκη Τζαμαργιά (επιμέλεια κίνησης της Ζωής Χατζηιωάννου), τοποθετεί το έργο καίρια στο πιο πάνω όριο μεταξύ ονείρου και πραγματικότητας, αλήθειας και φαντασίας, σαν σε «εσόπτρο», χρησιμοποιώντας χρώματα «μουντά» και το ομόλογο ύφος ενός αόριστου, αφηρημένου ρεαλισμού. Διαθέτοντας γρήγορη, αδιάκοπη ροή κινηματογραφικών εικόνων μιας «φθαρμένης κόπιας», ενώ τα βίντεο, η ώριμη μουσική του Δημήτρη Ζαβρού, τα ωραία σκηνικά του Γιάννη Θεοδωράκη και τα κοστούμια (ΜΑΚΩ), δίνουν το στίγμα ενός ομιχλώδους αλλά όχι ερμητικά κλειστού κόσμου – τοπίου. Οι ρόλοι έχουν διδαχθεί και δουλευτεί εξαντλητικά σε όλες τους τις λεπτομέρειες από δύο νέους, εξαιρετικά προικισμένους ηθοποιούς: τον Μάνο Καρατζογιάννη και τον Γιώργο Ντούση, που λειτουργούν με πλήρη συντονισμό, σαν συγκοινωνούντα δοχεία, δίνοντας ένα συναρπαστικό «διπλό» πρόσωπο – προσωπείο του έφηβου πάθους που αποκαλύπτεται σφαιρικά. Ένα έργο και μια παράσταση που πρέπει οπωσδήποτε να προσεχθούν.

«Η πάχνη» στο «Πορεία», «Τα ορφανά» στο «Αγγέλων βήμα», «20 Νοεμβρίου» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • Εκδοχές υπαρξιακής και κοινωνικής «ορφάνιας»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 4 Νοέμβρη 2009

«Η πάχνη» στο «Πορεία»

«20 Νοεμβρίου»

Οι αδελφοί Αντώνης και Κωνσταντίνος Κούφαλης (δικηγόρος και φαρμακοποιός, αντίστοιχα), συνασκούνται γράφοντας θέατρο με όλο και καλύτερα αποτελέσματα. Το έκτο έργο τους, «Η πάχνη», θεματολογικά και μορφολογικά, αποτελεί σημαντικό δραματουργικό «άλμα» τους. Οι συγγραφείς καταπιάστηκαν με ένα σοβαρό υπαρξιακό και κοινωνικό πρόβλημα. Την ορφάνια, κυριολεκτική και μεταφορική, την ψυχοσωματική κακοποίηση και εμπορία, την περιθωριοποίηση και απελπισία παιδιών και εφήβων. Με βαθιά θλίψη, ανθρωπιά, τρυφερότητα συνέθεσαν ένα έργο «ποιητικού» ψυχογραφικού ρεαλισμού, που κορυφώνεται με ένα συμβολιστικό μήνυμα: Παραπέμποντας στο φινάλε της αριστουργηματικής ταινίας του Τρυφώ «400 χτυπήματα» – με το ορφανό αγόρι που βρίσκει τη δύναμη να «δραπετεύσει» από την «κόλαση» όπου ζούσε και να αγωνιστεί να αλλάξει τη ζωή του. Πρόσωπα στην «Πάχνη» είναι δυο νεολαίοι. Τη φιλία τους γεννούν οι παρόμοιες δυστυχίες τους. Ο μεγαλύτερος (Δούκας), «ορφάνεψε» μικρούλης. Ο πατέρας του έφυγε, εξαφανίστηκε. Η μάνα του βυθισμένη στον παρασιτισμό και τη χαρτοπαιξία, από μικρό τον εξανάγκαζε να τη ζει, ακόμα και πουλώντας το κορμάκι του. «Ορφανεμένος» και ο δεκαεξάχρονος Στέφανος. Από νήπιο βιάζεται ψυχοσωματικά από ένα διεστραμμένο «πατέρα», με συνένοχη τη μάνα. Από μίσος, αηδία και απελπισία ο Στέφανος σχεδιάζει να σκοτώσει τους «γονείς» του και έπειτα να αυτοκτονήσει. Ζητά τη βοήθεια του φίλου του στο φόνο. Ο Δούκας, όμως, έχοντας ήδη «δραπετεύσει» από τη δική του «κόλαση», δουλεύοντας τίμια, σαν υπάλληλος σε βιντεοκλάμπ, σώζει και τον Στέφανο από την έσχατη δυστυχία – το φόνο και την αυτοκτονία. Βλέποντας μαζί του στο βιντεοκλάμπ την αγαπημένη του ταινία, τα «400 χτυπήματα» του Τρυφώ, του υποδείχνει τη διέξοδο από την «κόλαση» προς την ανθρώπινη ζωή. Ο Τάκης Τζαμαριάς σκηνοθέτησε μια πολύ καλή παράσταση. Με ελάχιστα σκηνικά αντικείμενα που σηματοδοτούν το επικίνδυνο «τοπίο» του κοινωνικού περιθωρίου όπου ωθούνται πολλά δύστυχα πλάσματα, (Γιάννης Θεοδωράκης), λίγες βιντεοεικόνες (com. odd. or), αρμόζουσα μουσική (Δημήτρης Ζαβρός), και με καθοριστικό στήριγμά του την εκφραστική κινησιολογία (Ζωή Χατζηαντωνίου), στο παταράκι του «Πορεία» έστησε μια παράσταση περίσσιας ευαισθησίας, μελαγχολικής ατμόσφαιρας, αναδείχνοντας τη σκληρή ρεαλιστική αλήθεια, την ποιητικότητα και το εξαιρετικό μήνυμα του έργου και καθοδηγώντας τις καλές ερμηνείες των δύο νέων ηθοποιών. Του Γιώργου Ντούση, που εντυπωσιάζει με την ανεπιτήδευτη φυσικότητα και αλήθεια του (Δούκας) και του αισθαντικού Μάνου Καρατζογιάννη.

«Τα ορφανά» στο «Αγγέλων βήμα»

«Τα ορφανά»

Οι συνέπειες της ορφάνιας, προπαντός στην ανάλγητη αμερικανική κοινωνία που πετά κάθε δύστυχο στον τρομερό «καιάδα» της, μια ανθρώπινη «χωματερή» όπου βασιλεύει η παραβατικότητα, η βία, η εγκληματικότητα, το «σώσον εαυτόν σωθήτω», είναι το θέμα του – γνωστού από παλιότερες παραστάσεις – έργου του Αμερικανού δραματουργού Λάιλ Κέσλερ, «Τα ορφανά». Εργο μαστορικά ψυχογραφικό, βαθύτατα ανθρωπιστικό, τρυφερό παρά τη σκληρότητά του, που, επίσης, τελειώνει με μια «αχτίδα φωτός», υποδείχνοντας την «έξοδο» από την υπαρξιακή δυστυχία και την κοινωνική «κόλαση». Δυο νεαρά αδέλφια, που έχασαν τους γονείς τους σε μικρή ηλικία, παραπεταμένα από την κοινωνία, στερημένα ακόμα και το σχολειό. Ο μεγαλύτερος, μην έχοντας άλλη δυνατότητα, για λίγη άθλια τροφή και μια καμαρούλα για τον ίδιο και τον αρκετά μικρότερο, φιλάσθενο αδελφό του, καταφεύγει στην παραβατικότητα. Κινούμενος μέσα στην κοινωνική «ζούγκλα» της βίας και εγκληματικότητας, για να προστατεύσει το μικρότερο αδελφό από αυτήν, του επιβάλλει να μένει κλεισμένος στην καμαρούλα τους. Ολος κι όλος ο «κόσμος» του μικρού αδελφού είναι η τηλεόραση και ο δρόμος που βλέπει από το παράθυρο. Ξάφνου μια νύχτα ο μεγάλος γυρνά στο σπίτι με έναν άγνωστο, ο οποίος για να γλιτώσει από τους μαφιόζους διώκτες του, ζήτησε από τον νεαρό να διανυκτερεύσει στο σπίτι του. Ο άγνωστος, ορφανεμένος από μικρός, έχοντας ζήσει σε ένα άθλιο ορφανοτροφείο, καταντώντας κλέφτης εξ ανάγκης, ξέροντας ότι είναι προγραμμένος από τους αρχιμαφιόζους, θα γίνει ο «καταλύτης» στη ζωή των δύστυχων αδελφών. Με τη θλίψη ότι ποτέ στη ζωή του δεν βρέθηκε ένας άνθρωπος να τον συμβουλέψει για να ξεφύγει από το κοινωνικό περιθώριο, να ζήσει σαν άνθρωπος, με υπόκρυφη πατρική τρυφερότητα, θα τους δείξει τη διέξοδο. Προειδοποιώντας το μεγάλο αδελφό ότι ο δρόμος που πήρε θα είναι ο χαμός του και «απελευθερώνοντας» τον μικρό αδελφό. Ανακαλύπτοντας ότι ο μικρός έμαθε μόνος του να διαβάζει και να «ονειρεύεται» τον κόσμο και τη ζωή διαβάζοντας κρυφά ωραία βιβλία, ο άγνωστος του δίνει έναν οδικό χάρτη της πόλης, τον βγάζει στον έξω κόσμο και τον αφήνει να ανακαλύψει ότι η ζωή έχει και καλές πλευρές. Ο μεγάλος αδελφός μη βρίσκοντας τον μικρό στο σπίτι, μάταια τον αναζητά στην πόλη. Οταν ο μικρός επιστρέφει στο σπίτι αποφασισμένος να φύγει οριστικά από τη «φυλακή» της ζωής τους, να γνωρίσει και να ζήσει την «άλλη πλευρά του φεγγαριού», ο μεγάλος συνειδητοποιεί ότι ο άγνωστος άντρας, και με το θάνατό του, δίδαξε και σε εκείνον να απεγκλωβίσει τα νιάτα του από τη χαμοζωή και το κοινωνικό περιθώριο. Το έργο, σε ρέουσα μετάφραση (Μαργαρίτα Δαλαμάγκα – Καλογήρου), υπηρετείται απόλυτα από τη ρεαλιστικά λιτή αλλά και αισθαντική σκηνοθεσία του Κοραή Δαμάτη, το καλαίσθητο σκηνικό και τα κοστούμια (Παύλος Ιωάννου, ψευδώνυμο που κρύβει το σκηνογραφικό και ενδυματολογικό ταλέντο του Κοραή Δαμάτη), τη μουσική (Αρτεμις Μπρατάκου). Η σκηνοθετική καθοδήγηση απέσπασε και καλές ερμηνείες από τους τρεις ηθοποιούς. Ο Παναγιώτης Μπρατάκος, με συγκινητική αλήθεια και απλότητα, πλάθει τον καλοκάγαθο, φοβικό αλλά τελικά θαρραλέο μικρό αδελφό. Ο Στέλιος Καλαϊτζής, με «νεύρο» στο λόγο και την κίνησή του, «κουβαλά» τη βία του έξω κόσμου, αλλά και τον τρόμο του μήπως αυτή βλάψει τον αδελφό του. Αξιόλογη είναι και η ερμηνεία του Κώστα Ανταλόπουλου στο ρόλο του αγνώστου.

«20 Νοεμβρίου» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»

«Η πάχνη»

Τι άλλο εκτός ολέθρια «ορφάνια» – αποτέλεσμα της παραλογισμένης, εκτροχιασμένης, σάπιας σύγχρονης κοινωνίας, μιας κοινωνίας βίας, πολύμορφης εκμετάλλευσης, απαξίωσης και μηδενισμού του νοήματος της ανθρώπινης ζωής, κοινωνίας που απανθρωπίζει τον άνθρωπο, κοινωνίας – εχθρού των ανθρωπιστικών αξιών, ιδανικών και θεσμών που να υπηρετούν τον άνθρωπο – είναι τα όλο και συχνότερα αίτια παιδιών που «αναίτια» εισβάλλουν σε εκπαιδευτήρια, δολοφονούν άλλα παιδιά και αυτοκτονούν; Το έργο του Σουηδού δραματουργού Λαρς Νορέν «20 Νοεμβρίου», που παρουσιάζει η ομάδα «Οριο» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου», βασίζεται σε ένα τραγικό γεγονός. Ενας δεκαοκτάχρονος στο Αμστετεν, εξηγώντας μέσω διαδικτύου την πράξη του, οπλισμένος με καραμπίνες και χειροβομβίδες καπνού, εισέβαλε στο γυμνάσιο από το οποίο αποφοίτησε, τραυμάτισε οκτώ μαθητές και έπειτα αυτοκτόνησε. Ο συγγραφέας, χωρίς δική του κοινωνιολογική κριτική άποψη και ερμηνεία, μετέγραψε το ηλεκτρονικό μήνυμα του δεκαοκτάχρονου και το άφησε να «πει» τι ωθεί ένα παιδί να γίνει φονιάς – και μάλιστα άλλων αθώων παιδιών και αυτόχειρας. Ετσι, όμως, ο κοινωνικός ρόλος και ο προορισμός του συγγραφέα να συμβάλλει στο άνοιγμα «νέων οριζόντων» στην ατομική και κοινωνική ζωή του ανθρώπου, ξεπέφτει στο ρόλο του απλού αντιγραφέα. Ο δεκαοκτάχρονος μόνο τους γονείς και τα αδέλφια του δεν μισούσε. Μισούσε το τυφλό και στείρο, ταξικό εκπαιδευτικό σύστημα, τους τιμωρούς δασκάλους, τα καλοντυμένα πλουσιόπαιδα που τον περιφρονούσαν, τη διαφθορά, το ανταγωνιστικό κυνήγι της καριέρας και του χρήματος, τον τομαρισμό, τη διάχυτη, πολύμορφη, φανερή και υπόκρυφη βία και σαπίλα, ό,τι θεωρείται «in», συνολικά την κοινωνία. Αβοήθητος από τους κοινωνικά ασυνειδητοποίητους γονείς του, ανίκανος – και λόγω ηλικίας – να εντοπίσει, να αναλύσει και να αντισταθεί – έστω σε ατομικό επίπεδο – τι και γιατί γεννά μια τέτοια, πραγματικά αξιομίσητη κοιωνία, ο δεκαοκτάχρονος απελπισμένος, βυθισμένος σε μια ακραία αναρχομηδενιστική αντίληψη, θύμα της σύγχρονης καπιταλιστικής κοινωνίας – όπως αμέτρητοι άλλοι άνθρωποι απανταχού της γης – μη βλέποντας καμιά διέξοδο, μη βρίσκοντας κανένα λόγο για να ζήσει, εκδικείται αυτή την κοινωνία, γίνεται θύτης, σκοτώνοντας αυριανούς «πολίτες» της και αυτοκτονώντας. Το έργο, σε εύγλωττη μετάφραση του Θαλή Σταθόπουλου, λιτή σκηνοθεσία της Δήμητρας Αράπογλου, απέριττο σκηνικό χώρο και κοστούμι της Αναστασίας Αρσένη, ατμοσφαιρικό φωτισμό του Σταμάτη Γιαννούλη, εξαιρετικά εκφραστική κινησιολογία της Αντιγόνης Γύρα, υπηρετείται με την – αφειδώλευτη ψυχοσωματικά – ερμηνεία της Μυρτώς Αλικάκη.

Φωνή δυνατή από την άκρη της πόλης

  • * «Πάχνη» Θέατρο Πορεία – Β’ Σκηνή
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 24 Οκτωβρίου 2009

Το περιμέναμε με ανυπομονησία το έργο των αδελφών Κούφαλη μετά την επιτυχημένη είσοδό του, με τη μορφή επιμελημένου αναλογίου στις αναγνώσεις του Εθνικού την περασμένη άνοιξη και, έπειτα, το καλοκαίρι, με τη μορφή ολοκληρωμένης παράστασης σε έναν πρώην βιομηχανικό χώρο της Καβάλας.

Η κάθοδος στην Αθήνα είναι ούτως ή άλλως τακτική για τους Καβαλιώτες αδελφούς τα τελευταία χρόνια και εμπλουτίζει σταθερά το θέατρό μας, με πρόσωπα που κατοικούν στις άκρες της πόλης και στο χαμένο κέντρο της, με μορφές εγκλωβισμένες σε σχήματα της αστικής μυθολογίας, με παρίες που δονούνται από την ανάγκη μιας αφήγησης μυστικής όσο και κοινόχρηστης.

Η πιο ενδιαφέρουσα, ωστόσο, κατάθεση του συγγραφικού διδύμου αφορά το θέμα της γλώσσας. Κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί τη ρεαλιστική βάση του εγχειρήματος, την εκκίνηση από τον ευρύ κύκλο του «κοινωνικού δράματος». Η κατάδυση όμως στο βυθό απαιτεί ειδικό εξοπλισμό. Θέλει μια ιδιάζουσα και «στα όρια» γραφή, που κινείται μεταξύ μονόλογου και διαλόγου, μεταξύ προσωπικού και αγοραίου. Κινείται «στα όρια», εφόσον η παραμικρή αστάθεια μπορεί να οδηγήσει στον κάλαθο της λογοτεχνικής αυταρέσκειας ή ενός ναρκισσευόμενου νατουραλισμού. Στις καλύτερες στιγμές του όμως, το έργο των αδελφών Κούφαλη δείχνει να ισορροπεί με το ένα πόδι στον πρώιμο Διαλεγμένο και με το άλλο στο υπερρεαλιστικό σύμπαν του Βασίλη Ζιώγα.

Στην «Πάχνη» οι δύο συγγραφείς αφήνουν το χώρο της γυναικείας μορφής, όπου έχουν δρέψει μέχρι τώρα σημαντικούς καρπούς, για μια ακόμα πιο δύσβατη διαδρομή στο χώρο της νεανικής ψυχογραφίας. Δύο νέοι, ο Δούκας και ο Στέφανος, φορείς μιας μαρτυρικής παιδικής ηλικίας, συνομιλούν στο έργο μέσα από συγκοπές και εγκοπές, από παύλες και αποσιωπητικά. Στη βάση τού έργου υπάρχει η ανάγκη να αποδοθεί ο λόγος ανθρώπων που ανήκουν ή έχουν ενταχθεί στο κοινωνικό περιθώριο. Στην πορεία ωστόσο η γραφή ανοίγει προς τα μέσα, στο παρελθόν μιας φρικτής ενδοοικογενειακής κακοποίησης.

Αν οφείλουμε κάτι στους συγγραφείς είναι ότι μονάχα θραύσματα από το έρεβος ανεβαίνουν στην επιφάνεια. Σκεπάζουν τα πρόσωπα σαν την πάχνη, μα δεν τα μολύνουν. Από κάτω συνεχίζει να αστράφτει η ιλιγγιώδης πορεία, η νίκη της ζωής, η δύναμη της θέλησης και η ικανότητα της νεότητας να αυτοϊάται, καταφεύγοντας έστω σε μια δανεική ή πλαστή λήθη. Κινούμενοι ταυτόχρονα σε δυο πραγματικότητες και δυο χρονικότητες, σε παρελθόν και μέλλον, ισορροπώντας στη μοτοσικλέτα και τη μνήμη, διαφεύγοντας από ό,τι τους βασανίζει και με τα «δάκτυλα του ανέμου στα μαλλιά», ο Δούκας και ο Στέφανος ζητούν τη λύτρωση και την επανεκκίνηση. Και αν το ζητούν με λάθος τρόπο, με το ψέμα ή την εκδίκηση, συνεχίζουν να το ζητούν, να ονειρεύονται και να ελπίζουν, να γυρνούν στους δρόμους της πόλης σαν εξέγερση στη δυσοσμία της.

Δεν είναι τυχαίο πως το έργο των Κούφαλη έχει δώσει μέχρι τώρα την ευκαιρία στους ηθοποιούς που το υπηρετούν να αναδείξουν το ταλέντο τους. Εδώ, δύο νέοι, ο Γιώργος Ντούσης (Δούκας) και ο Μάνος Καρατζογιάννης (Στέφανος), δονούνται από ρεαλιστική δύναμη και ποιητική παραίσθηση. Είναι πλάσματα που έχει ατσαλώσει και αγιάσει το μαρτύριο. Ο σκηνοθέτης Τάκης Τζαμαργιάς διδάσκει την τρικυμία τους στην επάνω γωνιά τού «Πορεία». Η αναφορά του στα κινηματογραφικά «400 χτυπήματα» του Τριφό μεταφέρει την απελπισία στον γεμάτο λησμονιά κόσμο του θεάματος. Και η μίζα της μοτοσικλέτας που δεν παίρνει μπρος, αρκεί για να δώσει τη μεταφορά μιας σταθμευμένης ζωής. Σύγχρονη απόδοση, δυνατή και ουσιώδης, μια φωνή δυνατή από την άκρη της πόλης. *