«Πάκμαν» του Γιώργου Παλούμπη, σε σκηνοθεσία του ίδιου στο θέατρο Χώρα- Μικρή Σκηνή

  • Τσιμπολογήματα

  • «Πάκμαν» του Γιώργου Παλούμπη, σε σκηνοθεσία του ίδιου στο θέατρο Χώρα- Μικρή Σκηνή

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | Κυριακή 11 Απριλίου 2010

Ο Γκέοργκ Β΄ Δούκας του Σαξ Μαϊνινγκεν, ήταν από τους πρώτους ανθρώπους του θεάτρου που αναγνώρισε τη συμβολή του ρεαλιστικού ντεκόρ στην αληθοφάνεια μιας παράστασης καθώς και την ευεργετική επίδραση που μπορεί να ασκήσει στους ερμηνευτές της. «Αποτελεί πάντοτε πλεονέκτημα για τον ηθοποιό να μπορεί να αγγίζει ένα έπιπλο ή ένα αντικείμενο στη φυσική του διάσταση:αυτό ενισχύει την εντύπωση της πραγματικότητας» έγραφε στα τέλη του 19ου αιώνα ο διανοούμενος αυτός γερμανός δούκας που θεωρείται από πολλούς σήμερα ο πρώτος μοντέρνος σκηνοθέτης. Τα διδάγματα του Γκέοργκ ακολούθησε με ενθουσιασμό ο σύγχρονός του, γάλλος σκηνοθέτης Αντρέ Αντουάν που υποστήριξε με τη σειρά του ότι «δεν πρέπει να φοβόμαστε την αφθονία των μικρών αντικειμένων» εφόσον αυτά, στο πλαίσιο του σκηνικού χώρου, «δημιουργούν μιαν αίσθηση οικειότητας και προσδίδουν αυθεντικότητα στο περιβάλλον το οποίο ο σκηνοθέτης αναζητεί να αναπλάσει». Ο Αντουάν αποδείχθηκε τόσο φανατικά αποφασισμένος να οδηγήσει την ψευδαίσθηση της αυθεντικότητας στα άκρα ώστε σε μια από τις πρεμιέρες του Τh tre Libre δεν δίστασε να κρεμάσει αληθινά σφαχτάρια στη σκηνή προκειμένου να πείσει το κοινό ότι το έργο διαδραματίζεται πράγματι σε ένα χασάπικο.

Ολα αυτά τα θυμήθηκα παρακολουθώντας έναν δίσκο με τυριά και αλλαντικά να τοποθετείται στο κέντρο του τραπεζιού όπου εκτυλισσόταν το δείπνο γενεθλίων της Εκάβης, ηρωίδας του «Πάκμαν». Αργότερα συνειδητοποίησα ότι δεν ήταν μόνο τα ορεκτικά: το κόκκινο κρασί στα ποτήρια των συνδαιτυμόνων έμοιαζε επίσης κανονικό- αν και ποτέ δεν μπορεί να ξέρει κανείς με βεβαιότητα και ας κάθεται στη δεύτερη σειρά. Αναρωτήθηκα πόσο καιρό είχα να δω «αληθινή» τροφή επί σκηνής. Αν εξαιρέσουμε τις παραστάσεις του Μαρμαρινού- και μάλιστα εκείνη με τη ρεβιθόσουπα-, δεν μπορούσα να ανακαλέσω στη μνήμη μου άλλο πρόσφατο περιστατικό. Ο Μαρμαρινός βέβαια δεν θα κατέφευγε ποτέ σε μια τόσο κυριολεκτική λύσητο φαγητό πάντα θα συμβολίζει κάτι «άλλο» στον δικό του θεατρικό χώρο-, στην περίπτωση του Γιώργου Παλούμπη, όμως, φοβούμαι δεν υπήρχαν τέτοιες προοπτικές. Οι μεζέδες ήταν «μεζέδες». Το κρασί ήταν «κρασί». Ακόμη και οι ήρωες του έργου είχαν τα ονόματα των ηθοποιών που τους ενσάρκωναν: η Ειρήνη Μαργαρίτη υποδυόταν την Ειρήνη, ο Μάνος Κανναβός τον Μάνο, η Εκάβη Ντούμα την Εκάβη και ο Θάνος Αλεξίου τον Θάνο.

Η εμμονή με τον άκρατο ρεαλισμό διαπερνούσε όχι μόνο τον ουρανίσκο αλλά και τους διαλόγους, όπως έγινε ξεκάθαρο από τα πρώτα λεπτά: οι ήρωες αναφέρονταν διαρκώς σε μέρη όπου οι συνομήλικοί τους τριαντάρηδες συχνάζουν, όπως το Νixon ή το Ηoxton στο Γκάζι, σχολίαζαν αμερικανικές σειρές όπως το CSΙ Μiami, φορούσαν μπλούζες με logo Ρepe Jeans και περιέγραφαν με περισσή άνεση τις εμπειρίες τους από το Facebook. Χρησιμοποιούσαν διαδεδομένες φράσεις, όπως «έχει φάει χοντρό πακέτο» ή «δεν υπάρχει!», και μιλούσαν για πράγματα που απασχολούν πολλούς από εμάς: τις δόσεις του δανείου που πήραμε για να ξεχρεώσουμε την πιστωτική κάρτα, το reunion με τους κολλητούς από τον στρατό, το shopping therapy με παπούτσια, το δώρο γάμου για τους φίλους που παντρεύονται σε έναν μήνα, και όλα αυτά στο πλαίσιο φυσιολογικών συνευρέσεων που λαμβάνουν χώρα στη θαλπωρή του διαμερίσματος, ενώ τα λαζάνια ψήνονται στον φούρνο και τα κινητά χτυπούν εκνευριστικά. Ο ήχος από το καζανάκι της τουαλέτας έρχεται να βεβαιώσει πως καμία πλευρά της καθημερινότητας των ηρώων δεν θα μείνει εκτός σκηνικής αναπαράστασης.

Διαβάζω στο πρόγραμμα ότι το «Πάκμαν» «είναι ένα έργο που δημιουργήθηκε (γράφτηκε και σκηνοθετήθηκε) αποκλειστικά στη διάρκεια των προβών.Η επιλογή αυτή εμπεριείχε σαφώς ένα ρίσκο,εφόσον η θεατρική ομάδα ξεκίνησε από το τίποτα.Δημιούργησε όμως και μιαν ενδιαφέρουσα κατάσταση εγρήγορσης όπου τα μέλη της ομάδας αναγκάστηκαν να αντιδράσουν με τους πιο άμεσους προβληματισμούς τους». Μέσα σε αυτήν την «κατάσταση εγρήγορσης» οι ηθοποιοί έπλασαν τέσσερις ήρωες, που αποτελούν ουσιαστικά δύο ζευγάρια: το πρώτο, δήθεν προοδευτικό και τρέντι, ζει στο Παλαιό Ψυχικό και ψηφίζει Τσίπρα, ενώ το δεύτερο δεν είναι καθόλου τρέντι αλλά πολύ αγαπησιάρικο. Λίγο από ΄δώ, λίγο από ΄κεί, το βράδυ των γενεθλίων ξεσπά η μεγάλη κρίση που φέρνει τα ζευγάρια αντιμέτωπα με τα μυστικά και τα ψέματά τους. Δεν αμφισβητεί κανείς την πιθανότητα ρήξης στη σχέση δύο ανθρώπων, όταν αποκαλυφθεί πως ο ένας πήρε δάνειο στα κρυφά και ο άλλος απέκρυψε το γεγονός της απόλυσής του από τη δουλειά. Οι συντελεστές της παράστασης όμως αγχώθηκαν τόσο πολύ με την καταγραφή των εξωτερικών γνωρισμάτων των ηρώων- τι τρώνε, τι φοράνε, πώς περνάνε τον ελεύθερο χρόνο τους- ώστε κατέληξαν να είναι ορθοί κοινωνιολογικά αλλά ανιαροί δραματουργικά. Το τσιμπολόγημα δεν είναι σε καμία περίπτωση πλήρες δείπνο: σαν να τσεκάρεις ένα ένα τα θέματα στη λίστα με «τα πιο δημοφιλή» χωρίς τελικά να εμβαθύνεις σε κανένα από αυτά. Εχει νόημα να κατεβαίνεις στις πορείες; Είναι κακό να βλέπεις κουτσομπολίστικες εκπομπές στην τηλεόραση; Είναι οπισθοδρομικό να θέλεις γάμο με στεφάνι και παιδιά; Το σπασμωδικό, επιπόλαιο και προπαντός αφελές χοροπηδητό γύρω από όσα συζητούν σήμερα οι παρέες των τριάντα και κάτι καταλήγει να παράγει ακόμη περισσότερα κλισέ από όσα ξεκινάει να καυτηριάσει.

Η συμβατική σκηνοθεσία και οι «εξωτερικές» ερμηνείες των ηθοποιών- χαρακτηριστική η «μουτρωμένη» Ντούμα σε ρόλο αδικημένου ασχημόπαπου- καλλιεργούν κλίμα εκνευρισμού που δεν εκτονώνεται ποτέ.

Advertisements

«Η πέτρα της υπομονής», «Είσαι η μητέρα μου», Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»

  • Ενδιαφέρουσες σκηνικές δημιουργίες
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 3 Μάρτη 2010
  • «Η πέτρα της υπομονής» στο «Χώρα»
  • Από την αρχαιότητα μέχρι σήμερα η γυναίκα είναι ο πιο «αδύναμος κρίκος» σε κάθε ταξική κοινωνία, που – θεσμικά, ηθικά, πολιτισμικά, θρησκειολογικά – δομείται πάνω στην εκμετάλλευση ανθρώπου από άνθρωπο, στο «δίκιο» του ισχυρότερου και της ιδιοκτησίας. Η στερούμενη κάθε κοινωνικό και ανθρώπινο δικαίωμα, ακόμα και στην οικογένεια, θέση της γυναίκας στην πατρίδα του, ενέπνευσε στον Αφγανό, αυτεξόριστο στο Παρίσι, Ατίκ Ραχίμι το συνταρακτικό μυθιστόρημα «Η πέτρα της υπομονής». Αξιοποιώντας έναν περσικό μύθο για μια «μαγική πέτρα», που αν της εξομολογείσαι τα βάσανά σου σ’ ακούει μέχρι που σπάει, σηματοδοτώντας τη «λύτρωσή» σου για πάντα, ο συγγραφέας καταγγέλλει την απάνθρωπη μεταχείριση της Αφγανής γυναίκας, ακόμα και από γονείς και συζύγους. Αμέτρητες Αφγανές έχουν ανάλογη «μοίρα» με της ηρωίδας του μυθιστορήματος. Ανήλικη, οι γονείς της, με μια γαμήλια αγοραπωλησία, της όρισαν για σύζυγο έναν, επίσης φτωχό, άγνωστο άντρα, ο οποίος έλειπε στον πόλεμο και γύρισε τρία χρόνια. Ζώντας σαν «φυλακισμένη» μέσα στο σπίτι η γυναίκα όφειλε να υπηρετεί – έως θανάτου – το σύζυγο – «αφέντη». Εκείνος όριζε κάθε τι στη ζωή της. Κάποτε, βαριά άρρωστος, πέφτει σε κώμα. Εκείνη, μερόνυχτα στο προσκεφάλι του να τον φροντίζει, από αγωνία για τη ζωή του κι απελπισία για το τι θα επέφερε ο θάνατός του, παραληρεί αναλογιζόμενη τα βάσανα της ζωής της. Τις «πληγές» του γάμου, τις ψυχικές οδύνες και την αναγκαστική, εκούσια «αμαρτία» της. Μοίχευσε, προκειμένου να τεκνοποιήσει, αφού κι όταν ο σύζυγος αποδείχνεται στείρος, δικαιούται να αποδιώξει τη γυναίκα, όπως δικαιούται και να τη σκοτώσει αν μοιχεύσει. Το μυθιστόρημα (μετάφραση Ασπασίας Σιγάλα), συμπυκνωτικά θεατροποιημένο (ως μονόλογος της γυναίκας) και σκηνοθετημένο με περίσσια ευαισθησία, ρεαλιστική απλότητα και ποιητική ατμόσφαιρα από τον νέο σκηνοθέτη Γιώργο Νανούρη, υπηρετείται απόλυτα από την αισθαντικής αλήθειας και δραματικού μέτρου ερμηνεία της Νεκταρίας Γιαννουδάκη. Αρμόζουσα η βουβή ερμηνεία του Δρόσου Σκώτη.
  • «Πάκμαν» στο «Χώρα»
  • Αποτέλεσμα συλλογικής «γραφής», ενός σκηνοθέτη και τεσσάρων ηθοποιών, κατά τη διαδικασία των δοκιμών, είναι το έργο «Πάκμαν» που παρουσιάζεται στη μικρή σκηνή του «Χώρα». Ανάλογα εγχειρήματα, «μόδα» εσχάτως, συνήθως αποτυγχάνουν, καθώς προϋπόθεση είναι η απόλυτη σύμπλευση – απόψεων, ιδεών, θεματολογικών ενδιαφερόντων και αισθητικών γούστων – όλων των συντελεστών τους. Κάποια, ακριβώς για τους ίδιους λόγους, επιτυγχάνουν. Αυτό συνέβη με τους συνδημιουργούς του «Πάκμαν». Ασκημένος – θεματολογικά και αισθητικά – στο σύγχρονο κοινωνιολογικό και ανθρωπολογικό νατουραλισμό, ο σκηνοθέτης Γιώργος Παλουμπής, βάσει μιας αρχικής θεματολογικής ιδέας του, ζήτησε από τους τέσσερις ηθοποιούς – συνεργάτες του, να καταθέσουν την κειμενική, παραστασιακή και υποκριτική τους συμβολή, σκέψεις, αντιλήψεις, εικόνες, βιώματα, εμπειρίες – δικές τους, φίλων, του οικογενειακού, εργασιακού και κοινωνικού περιβάλλοντος – για τον τρόπο ζωής, τα ήθη, τα εργασιακά, οικονομικά, συναισθηματικά προβλήματα, τις δυσκολίες στις σχέσεις (ερωτικές, αδελφικές, φιλικές, εργασιακές), στην επικοινωνία και τη συμβίωση των νέων ανθρώπων, στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Τέσσερις νέοι, τέσσερις διαφορετικοί – καλογραμμένοι χαρακτήρες (τα πρόσωπα φέρουν τα ονόματα των ηθοποιών), στην Αθήνα του σήμερα. Μέσα σε διαμερίσματα – «κλουβιά» πολυκατοικίας στην πολύβουη και πολυάνθρωπη συνάφεια και ερημία της μεγαλούπολης. Ενα ζευγάρι, ανύπαντρο κάμποσα χρόνια. Η κοπέλα κοκέτα, καταχρεωμένη με καταναλωτικά δάνεια, δουλεύει σε τηλεοπτικό κανάλι, με τρελούς ρυθμούς. Ο φίλος της άνεργος, αραχτός, ψευταράκος, τεμπελχανάς, παρασιτεί με τον ωχαδερφισμό του. Και επιπλέον εξανίσταται όταν μαθαίνει ότι η φίλη του, δανείζεται συνεχώς από την αδελφή της, μια κοπέλα συνετή, συνεσταλμένη, σκληρά εργαζόμενη, μοναχική, χωρίς ερωτική σχέση. Το ζευγάρι, από λύπη για την ερωτική μοναξιά της αδελφής, σχεδιάζει εν αγνοία της, αλλά εν γνώσει ενός φίλου του άντρα, ευγενικού, επίσης πολύ ντροπαλού ερωτικά, το ερωτικό σμίξιμό τους. Το νέο ζευγάρι ευδοκιμεί και αποφασίζει να παντρευτεί. Κι όταν η κοπέλα ζητά τα δανεικά από την αδελφή της για το γάμο, τα δύο ζευγάρια θα βρεθούν αντιμέτωπα με την αλληλοαποκάλυψη της αλήθειας τους. Η σχέση του πρώτου ζευγαριού κλονίζεται, αλλά ίσως να τη «σώσει» η δύναμη της συνήθειας. Στη σχέση του δεύτερου ζευγαριού θα δώσει τέλος η κοπέλα, αρνούμενη, από υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια, μια σχέση που σχεδιάστηκε ερήμην της, από συμπόνια. Το επιτυχές κειμενικό αποτέλεσμα στηρίζεται και στην απολύτως εναρμονισμένη με αυτό, λεπτομερειακά νατουραλιστική σκηνοθεσία του Γ. Παλουμπή και με τις αξιέπαινες, «βιωματικής» αμεσότητας και αλήθειας, αναλογούσες σε κάθε χαρακτήρα, ερμηνείες και των τεσσάρων ηθοποιών. Τους αναφέρουμε βάσει του προγράμματος, με αλφαβητική σειρά: Θάνος Αλεξίου, Μάνος Κανναβός, Ειρήνη Μαργαρίτη, Εκάβη Ντούμα. Θετική η σκηνογραφική και ενδυματολογική συμβολή της Λουκίας Μινέτου και οι φωτισμοί του Βασίλη Κλωτσοτήρα.
  • Δύο μονόλογοι στο «Από μηχανής θέατρο»
  • Ο θίασος «συν – επί», συνεχίζοντας το παραστασιακό του πρόγραμμα με μονολόγους ανέβασε σε ενιαία παράσταση τα μονόπρακτα του Γιομπ Αντμιραλ «Είσαι η μητέρα μου» και του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας». Το μονόπρακτο του ηθοποιού, σκηνοθέτη και συγγραφέα Γιομπ Αντμιράλ «Είσαι η μητέρα μου» αποτελεί μια αυτοβιογραφική, αυτοενδοσκοπική, απολογιστική και μνημόσυνη αναδρομή στη ζωή και στη σχέση του με τη μητέρα του, μετά το θάνατό της, σε γηροκομείο. Με πικρόγευστο χιούμορ ο συγγραφέας έγραψε το μονόλογο για να τον παίξει ο ίδιος, αναπαριστώντας και τον εαυτό και τη μητέρα του, κατά τις επισκέψεις του στο γηροκομείο, αναπαριστώντας ακόμα και το θάνατό της. Το κείμενο (μετάφραση Μάγια Wessely), σκηνοθετημένο λιτά από την Ασπασία Κράλλη, με λιτό σκηνικό και κοστούμια Κυριακής Τσίτσα, υπηρετείται από την έμφυτη κωμικότητα, το λεπτά ειρωνικό χιούμορ, αλλά και το μέτρο του Χρήστου Βαλαβανίδη.
  • Το πολύ ενδιαφέρον, απόλυτα βασισμένο σε πραγματικό πρόσωπο, πεζογράφημα του Γιώργου Χρονά «Η γυναίκα της Πάτρας», θεατροποιημένο με εξαιρετική πυκνότητα και σκηνοθετημένο ευφάνταστα από την Λένα Κιτσοπούλου, με σκηνικό και ταιριαστό στο πρόσωπο του έργου κοστούμι της Τατιάνας Σουχορούκωφ, ευτυχεί – κυριολεκτικά – με την εκπληκτική ερμηνεία της Ελένης Κοκκίδου. Μια ερμηνεία εκρηκτικής πληθωρικότητας, αμεσότητας και ψυχογραφικής αλήθειας, πηγαίας λαϊκότητας, συνταρακτικής δραματικότητας, που μισοκρύβεται με κωμικές εξάρσεις. Μια αξέχαστη, για την υπογράφουσα, ερμηνεία της ταλαντούχου ηθοποιού. Ερμηνεία, αφειδώλευτης ψυχοσωματικής κατάθεσης, στο λόγο, στην κίνηση, στην έκφραση και το τραγούδι, που προκαλεί ευφρόσυνο γέλιο και παράλληλα θλίψη και δάκρυα στα μάτια, για κάθε «άμοιρο», από τα γεννοφάσκια του, πλάσμα, που έζησε στο πετσί του τη φτώχεια, την ορφάνια, τον πρόωρο ξεριζωμό από τη γενέτειρα και την οικογένεια, τη βία και μύριες όσες μορφές εκμετάλλευσης και ταπείνωσής της, όπως η δύστυχη Πανωραία, μια γυναίκα από την Πάτρα, που ενώ την πήρε σβάρνα η χαμοζωή και το χειρότερο η πορνεία προς βιοπορισμό, εκείνη κατάφερε να αντέξει τα βάσανα κα τη φρίκη του βίου της και να επιζήσει, χάρη στο αίσθημα της αυτοσυντήρησης, στη λειψή επίγνωση της κατάστασής της, στα παιδιά που γέννησε, αλλά προπάντων χάρη σε μια έμφυτη χαρά της ζωής.
  • Σημείωση: Στη στήλη της κριτικής θεάτρου, στις 17/2/2010, λόγω πίεσης χρόνου, στην κριτική για την παράσταση του έργου «Φύλλα από γυαλί» στο «Απλό Θέατρο», έγινε μια πρωτοφανής για τη στήλη παράλειψη. Δεν αναφέρθηκαν οι αξιόλογες ερμηνείες των τεσσάρων ηθοποιών της διανομής. Της Θέμιδας Μπαζάκα (ήταν η σημαντικότερη) και των νεότερων συναδέλφων της Θανάση Δόβρη, Γιωργή Τσαμπουράκη και Μαρίας Παρούση.