«Ο Χρυσός Δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ – Εθνικό Θέατρο

  • Το δόντι του Κινέζου

  • «Ο Χρυσός Δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ – Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Γύρω από ένα γυαλιστερό δάπεδο-ρινγκ κρέμονται σε γάντζους διάφορα γουόκ, υδρόγειοι, κόκκινα φανάρια, «μάτια» κουζίνας, αξεσουάρ ρόλων (σκηνικά-κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου).

Οι πέντε πρωταγωνιστές του «Χρυσού Δράκου» εν ώρα εργασίας

Οι πέντε πρωταγωνιστές του «Χρυσού Δράκου» εν ώρα εργασίας

Πέντε ξυπόλυτοι άνδρες και γυναίκες με ποδιές κουζίνας και σκούφους μάγειρα βρίσκονται εν αναμονή. Κουδούνι. Ξάφνου όλοι μιλούν ακατάπαυστα προς το κοινό, περιγράφοντας καταστάσεις, εξωτικά φαγητά, φαντασιακά ντεκόρ, τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί, ανακοινώνοντας ακόμα και τις παύσεις ανάμεσα στις 48 σύντομες σκηνές και τις εφτά ιστορίες που «τρέχουν» σαν αμοντάριστα πλάνα, μαζί με τις εναλλαγές 17 παράδοξων «χαρακτήρων» -ανάμεσά τους ένα τζιτζίκι και ένας μέρμηγκας- μοιρασμένων σε πέντε ηθοποιούς. Σκέτο στρες, αλλά η ομάδα του Εθνικού φαίνεται να το απολαμβάνει.

Ο πολυγραφότατος 43χρονος Γερμανός συγγραφέας (27 έργα) καταπιάνεται με το θέμα της παράνομης μετανάστευσης Ασιατών στην εύπορη Δύση, προσπερνώντας ρεαλισμό και τεχνικές ντοκιμαντέρ για μια έμμεση γλώσσα ποιητικής συμπύκνωσης, την οποία ο ίδιος αποκαλεί ευφημιστικά «απλά μέσα ανακοίνωσης και επίδειξης με στόχο την εγγύτητα και την ταύτιση». Ευσεβής πόθος για ένα έργο (μετάφραση Ρούσα Δάλλα) που κινείται στα όρια της ασυναρτησίας και σε κλίμα γκροτέσκας διέγερσης, καθώς ένα ματωμένο δόντι υπερίπταται αμήχανα όλη τη βραδιά πάνω από κατσαρόλες και μαγειρικές συνταγές. Ωστόσο, ένα δόντι Κινέζου που χάνεται συμβολικά «σαν να μην υπήρξε ποτέ»…

Δεν γνωρίζω πόσο συνέβαλαν οι σκηνοθετικές διαμεσολαβήσεις στον τόπο του, ώστε το έργο του Σιμελπφένιχ να αναδειχθεί το καλύτερο έργο της γερμανόφωνης χρονιάς 2010. Στην Αθήνα, η αφαιρετική σκηνοθεσία της ταλαντούχας Κατερίνας Ευαγγελάτου μάλλον συσκοτίζει παρά ξεκλειδώνει τα γριφώδη μηνύματα, που δεν στερούνται κωμικότητας, όμως σίγουρα βάθους, για ένα θέμα δραματικής επικαιρότητας: φυγάδες από μακρινές ηπείρους και πολιτισμούς, χωρίς χαρτιά, ιατρική περίθαλψη, με το μόνιμο φόβο του εντοπισμού.

Σε ένα κινέζικο φαστφουντάδικο οπουδήποτε στην Ευρώπη, άνδρες παριστάνουν γυναίκες, ηλικιωμένοι νέους, καθένας ταχυδακτυλουργώντας ανάμεσα σε 3-4 ρόλους, επιδεικτικά αταίριαστους με τον φορέα τους. Ετσι, σε μια συνεχή μετατόπιση προοπτικής, η Φιλαρέτη Κομνηνού υποδύεται με φιόγκους και καλτσάκια την εγγονή του παππού, τον οποίο υποδύεται η Εύη Σαουλίδου, όπως το «πτώμα Κινέζου» και τον Επιβήτορα της Μπάρμπι -η ίδια είναι το μόνο γνήσια ανάλαφρο και λοξό match στο κινέζικο θρίλερ του Σιμελπφένιχ-, ο γενειοφόρος νταγλαράς Δημήτρης Παπανικολάου υποδύεται την Μπάρμπι, ο Νίκος Χατζόπουλος μια ξανθιά αεροσυνοδό, ο Νικόλας Αγγελής ένα τζιτζίκι κ.ο.κ.

Μάταια αναζητούμε κάποιον μίτο αληθινής σύνδεσης με τον πραγματικό κόσμο στην περίπλοκη αφηγηματική τεχνική του Σιμελπφένιχ και στις άνοστες ιστορίες του. Μια νεαρή γυναίκα είναι έγκυος από λάθος, ένα χαλασμένο δόντι προσγειώνεται στο φαγητό, ένας γάμος διαλύεται, ένα μυρμήγκι εξωθεί έναν τζίτζικα στην πορνεία.

Η εκμετάλλευση παράνομων μεταναστών, η παγκοσμιοποίηση, η διάλυση της ανθρώπινης ταυτότητας στο πλανητικά διαδικτυωμένο χάος, δεν αναπαρασταίνονται μέσα από ανθρώπους-σκίτσα και γελοιογραφίες δυτικής προβολής. Ισως από τους Αισώπειους μύθους, αν και η οικονομικά ραγδαία ανερχόμενη Κίνα με τους προκομένους Κινέζους μέρμηγκές της μάλλον αντιστρέφει τους όρους του παιχνιδιού με τις σε βαθιά ύφεση πλέον τζιτζικοαποικίες της Δύσης.

Συνταγές κινέζικων μενού σφυρίζουν στον αέρα, καθώς ανάβουν τα μιμητικά μαγειρέματα – «μυρωδάτα» νουντλς, τσόου μέιν, πάπιες Πεκίνου. Αυτά και η γελαστή ενέργεια πέντε ευφυών ηθοποιών χωρίς ακκισμούς, που παίζουν όσο μπορούν με τα κλισέ ρόλων και την ιδιότυπη αλληγορική φαντασία του συγγραφέα, είναι τελικά τα μόνα αξιόπιστα στοιχεία σε ένα ψυχρό, κατασκευασμένο τοπίο εν συγχύσει. *

Advertisements

Χαμογελαστή, γλυκόξινη συνταγή

  • Μια σύγχρονη, νεανική, ενδιαφέρουσα παράσταση «μακριά από τον εύκολο ρεαλισμό»

Του Σπυρου Παγιατακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 7 Nοεμβρίου 2010

  • ΡΟΛΑΝΤ ΣΙΜΕΛΠΦΕΝΙΧ: Ο χρυσός δράκος, σκην.: Κατερίνα Ευαγγελάτου, Εθνικό Θέατρο
  • ΑΛΕΞΗΣ ΣΤΑΜΑΤΗΣ: Δακρυγόνα, σκην.: Ακης Τρουπάκης, Θέατρο Οδού Κεφαλληνίας

Το νούμερο 70 (κοτόπουλο με γλυκόξινη σάλτσα), το νούμερο 28 (σούπα από πτερύγιο καρχαρία) κι έναν ζωμό με κρέας καβουριού και τόφου (Νο 23). Ολες τους γευστικές απωανατολίτικες συνταγές. Και στον πάτο του μπολ της σούπας που σερβίρεται στο ταϊλανδο-κινεζικο-βιετναμέζικο ταχυφαγείο «Ο Χρυσός Δράκος» βρίσκεται το ζουμί του θεατρικού έργου: ένα ματωμένο, μισοσάπιο ανθρώπινο δόντι. «Θεέ μου, τι αηδία!» φωνάζει η ξανθιά αεροσυνοδός και φεύγει αηδιασμένη από το ταχυφαγείο. Ενα ανάλογο επιφώνημα εκστομίζει κι ο Κινέζος, όταν λίγο πριν στο μαγερειό οι συνάδελφοί του, του βγάζουνε με τανάλια το πονεμένο δόντι. Για οδοντίατρο βέβαια ούτε κουβέντα. Εχει μπει στη -δυτικοευρωπαϊκή- χώρα παράνομα και ζει σε διαρκή φόβο. Με την αδελφή του, που εξαναγκάζεται σε πορνεία, τα πράγματα είναι ακόμα χειρότερα.

Γύρω στα σαράντα ο Ρόλαντ Σιμελπφένιχ, με δύο ντουζίνες θεατρικά έργα στο ενεργητικό του, θεωρείται από τους πλέον επιτυχημένους σύγχρονους συγγραφείς στη Γερμανία. Στον «Χρυσό Δράκο» η γλυκόξινη κοινωνική κριτική -που με επιτυχία υπηρετεί- σερβίρεται χαμογελαστά, σχεδόν παιχνιδιάρικα. Η ιστορία είναι απλή και συγχρόνως πολύπλοκη. Η δράση «κάπου» στην πλούσια Δύση. Πέντε ηθοποιοί παίζουν διαρκώς εναλλασσόμενους ρόλους: οι νέοι υποδύονται ηλικιωμένους, οι άνδρες τις γυναίκες και το ανάποδο, αλλάζοντας απλώς μερικά αξεσουάρ, μια περούκα, ένα μαντίλι, μια ποδιά κ.λπ. Τι ακριβώς επιδιώκεται μ’ αυτόν τον τρόπο; Αποξένωση, αποστασιοποίηση που έλεγε και ο Μπρεχτ. Ετσι, ακόμα και τα πιο τραγικά γεγονότα σερβίρονται σε πολύ σύντομες σκηνές με ένα πικρόγλυκο χιούμορ.

Και δεν είναι μόνο οι παράνομοι μετανάστες. Υπάρχουν και οι ντόπιοι. Αυτοί κατοικούν κοντά ή πάνω από το ταχυφαγείο. Ολοι τους είναι ανικανοποίητοι και θα ήθελαν να ήταν τα πράγματα όπως και πριν. Ενας που εγκαταλείπεται από τη φίλη του. Ενας γέρος που θα ήθελε να ξαναζήσει τα νιάτα του. Ενα ζευγάρι που χωρίζει ύστερα από μια ανεπιθύμητη εγκυμοσύνη.

Τόσο ο συγγραφέας όσο και η σκηνοθέτις, η Κατερίνα Ευαγγελάτου, εξιστορούν όλα αυτά τα καθημερινά μικροδράματα δίχως τον παραμικρό μελοδραματισμό, και χωρίς κανένα υψωμένο διδακτικό δάχτυλο. Ακόμα και ο μύθος του Αισώπου για τον πεινασμένο τζίτζικα και τον οικονόμο μέρμηγκα που υπάρχει στο κείμενο μεταλλάσσει το παλιό (καλό;) ηθικό δίδαγμα. Ο «τραπεζίτης» μέρμηγκας αποδεικνύεται ο διαχρονικός εκμεταλλευτής.

Ολότελα μέσα στο νεολαιίστικο πνεύμα του συγγραφέα η Κατερίνα Ευαγγελάτου δείχνει εδώ πως έχει ήδη αναρριχηθεί στις πάνω πάνω σειρές των καινούργιων σκηνοθετών μας. Με αιχμηρό μάτι, με καλά πλασαρισμένο χιούμορ, με σπάνια αίσθηση της σβελτάδας στη σκηνή, η Κ. Ευαγγελάτου παρουσιάζει αυτή τη στιγμή την πιο ενδιαφέρουσα αθηναϊκή θεατρική δουλειά, απ’ αυτές τουλάχιστον που ήδη πρόλαβα και είδα. Στις πολλαπλές μεταμορφώσεις τους οι πέντε ηθοποιοί -η Φιλαρέτη Κομνηνού, ο Ν. Χατζόπουλος, η ξεχωριστή Εύη Σαουλίδου, ο Ν. Αγγελής και ο Δ. Παπανικολάου- κράτησαν τις αναγκαίες  αποστάσεις από τους ρόλους τους έχοντας κι αυτοί -όλοι τους- ενστερνισθεί το αξίωμα «μακριά από τον εύκολο ρεαλισμό». Οταν δημιουργείς σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς αποφεύγοντας το περιττό μπιχλιμπίδι τότε κάνεις σωστή δουλειά. Ετσι η συμμετοχή των Αλ. Μπουσουλέγκα, Ρ. Υφαντίδου και Σ. Μπιρμπίλη «στόλισαν» εύστοχα την καλή παράσταση.

  • «Δακρυγόνα»

Η διαδικτυακή εγκυκλοπαίδεια Wikipedia αναφέρει: Η ευαισθησία στα δακρυγόνα διαφέρει από άτομο σε άτομο. Εξαρτάται από τη συναισθηματική κατάσταση, τη νευρικότητα, τη φυσική δραστηριότητα, τη θερμοκρασία και την υγρασία του σώματος. Στην περίπτωση των «Δακρυγόνων» του Αλέξη Σταμάτη το χημικό αέριο δεν προσβάλλει μόνο τους βλεννογόνους ιστούς αλλά και «τις ψυχές των ηρώων». Κι αυτό επειδή «ο τίτλος δεν παραπέμπει στο προφανές», όπως επιμένει ο ίδιος ο συγγραφέας στο πρόγραμμα. Εδώ δεν έχουμε, λοιπόν, να κάνουμε ούτε με κουκουλοφόρους, ούτε με τον Δεκέμβρη και τα ΜΑΤ. Εδώ έχουμε να κάνουμε με «Δύο πονεμένες ζωές που συναντώνται και η συνάντηση αυτή γεννά πράξεις και συγκρούσεις». Αν τελικά ξεκαθαριζόταν το εάν ο Μάνος και η Ελλη ήταν μπαμπάς και κόρη, όπως κάπου υπονοείται, τότε θα είχαμε να κάνουμε και με την επεισοδιακή «Στρέλλα». Ομως στη συγκεκριμένη περίπτωση λείπει η τόλμη που χαρακτηρίζει την ταινία του Πάνου Κούτρα. Ετσι η σύντομη συνεύρεση μιας 25χρονης ζωγράφου και ενός μεσήλικα μαθηματικού περιορίζεται σε μια μάλλον φλύαρη ψυχο-φιλοσοφική σχέση, η οποία γρήγορα εξαντλείται και μένει η απλή πολυλογία.

Το έργο στηρίζεται κυρίως επάνω σε δύο καλούς ηθοποιούς, στον Νίκο Αρβανίτη και τη Δανάη Παπουτσή, οι οποίοι δείχνουν έντεχνα δασκαλεμένοι από τον σκηνοθέτη τους, τον Αρη Τρουπάκη που προσπαθεί -με επιτυχία- να ζωντανέψει ένα εγκεφαλικό κείμενο με εύστοχα και καλόγουστα ευρήματα. Εξίσου ικανοποιητική ήταν και η εικαστική συνεισφορά στην παράσταση του Θοδωρή Χρυσικού (σκηνικά, κοστούμια, φωτισμοί).