* «Ο κλήρος του μεσημεριού» – Εθνικό Θέατρο – Πειραιώς

  • Ο κλήρος της τελειότητας
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Νίκος Καραθάνος (πλάτη), Αμαλία Μουτούση και Νίκος Κουρής στον «Κλήρο του μεσημεριού»
  • Μέχρι πρόσφατα αναρωτιόμουν -μαζί φαντάζομαι με αρκετούς ακόμη-, για το ποια θα έπρεπε να θεωρηθεί φέτος η κεντρική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου. Μέσα στην πληθώρα και την ανισότητα των προτάσεων -το φετινό Εθνικό αποτελεί ολόκληρη σεζόν από μόνο του-, είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς στο πού τέλος πάντων βρίσκεται το κέντρο βάρους, η παράσταση που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει από μόνη της τον φετινό απολογισμό της κρατικής σκηνής.
  • Φρόντισε να απαντήσει στην απορία μου η παράσταση του «Κλήρου του μεσημεριού» στην Πειραιώς. Είναι πρόωρη η εκτίμησή μου βέβαια, ωστόσο η ίδια η βαρύτητα της πρότασης, η σκηνοθεσία και η συμμετοχή των ηθοποιών με φορτίζουν από κοινού με ένταση. Θα πρόσθετα ακόμη και με καθαρό ενθουσιασμό, αν δεν υπήρχε η επιφύλαξη ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για παλιότερη ξένη παραγωγή, που ανεβαίνει τώρα με Ελληνες ηθοποιούς. Αλλιώς, θα μιλούσαμε για μία από τις σημαντικότερες στιγμές του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια.
  • Οφείλω να θυμίσω εδώ το βαθμό δυσκολίας που κρύβει το ανέβασμα του συγκεκριμένου έργου. Ο «Κλήρος του μεσημεριού» είναι ένας ποταμός λόγου και μουσικής που γράφτηκε από όλους τους Κλοντέλ μαζί, με όλες τις ιδιότητες που διέθετε ο συγγραφέας ως πρέσβης, ποιητής και πιστός καθολικός: είναι φτιαγμένο από το ίδιο ποσοστό απόκρυψης, μετάθεσης και υπέρβασης. Και περιέχει περισσότερη σιωπή από λέξεις.
  • Ακολουθώντας το δικό του δρόμο, ο Πολ Κλοντέλ στάθηκε απέναντι στους καιρούς του και με δονκιχωτική διάθεση ζήτησε να κρατήσει ζωντανούς τους δικούς του ανεμόμυλους της πίστης. Νικήθηκε βέβαια, αλλά νικήθηκε θριαμβεύοντας: στέκει σήμερα νηφάλιος πάνω από τον αιώνα του, στη θέση για την οποία εργάστηκε και κόπιασε, ανάμεσα στο πάνθεον των αθανάτων και τον παράδεισο των θνητών. Οσο για τον «Κλήρο», αυτός παραμένει για το σύγχρονο θέατρο το ακριβό του έπαθλο: το να καταφέρει ένας σκηνοθέτης να εκτρέψει τον ποταμό στο χώρο της σκηνής θεωρείται, και αποτελεί, σημάδι ωριμότητας, δεξιοτεχνίας και τόλμης.
  • Και να το κατόρθωμα! Οσοι επισκεφτήκαμε την Πειραιώς θαυμάσαμε στη σκηνοθεσία του Γιόσι Βίλερ τη διαφάνεια και τη λεπτότητα, την ποιητική νύξη που, ξεκινώντας από το σώμα, κλιμακώνονται για να κατακτήσουν με πεποίθηση ολόκληρη τη σκηνή. Δίπλα σε αυτή τη σπουδαία σκηνοθεσία, τα κεκλιμένα σκηνικά της Ανια Ράμπες και οι έξοχοι φωτισμοί του Μαξ Κέλερ (υλοποιημένοι από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο) μιλούσαν τα ίδια για τον κόσμο του Κλοντέλ, τον σκοτεινό και αγγελικό.
  • Δεν θα σταθώ όμως εδώ περισσότερο -βιάζομαι να στραφώ στους Ελληνες. Νομίζω ότι η Ιζέ της Αμαλίας Μουτούση θέτει την ηθοποιό αυτόματα στην κορυφή της γενιάς της. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της παράστασης μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα εξαϋλωμένο, φτιαγμένο από σκέψη, πόθο και φως. Η παράσταση παρακολουθεί τη βύθιση του πλάσματός της στο σκοτάδι, τη σήψη και την παραίτηση. Ο Νίκος Κουρής αντέχει στον Μεζά το βάρος ενός άλλου τιτάνιου προσώπου, προσωπίδα του ίδιου του Κλοντέλ, που παραδέρνει στο κολαστήριο των αναποφάσιστων και ακροβατεί στην καζαντζακική ρωγμή ανάμεσα στο πάθος και το χρέος. Ο Αμαλρίκ του Λάζαρου Γεωργακόπουλου δίνει το αρσενικό στην πιο αντιφατική εκδοχή του. Και ο Νίκος Καραθάνος είναι ο αγαθός και ετεροφωτισμένος Ντε Σιζ – ο μόνος που αξίζει τη σωτηρία.

Κουαρτέτο ηθοποιών που αγγίζει την τελειότητα και μάλιστα σε ρόλους τόσο θεμελιώδεις για το θέατρο του εικοστού αιώνα. Μια σπουδαία παράσταση. *

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/03/2009
Advertisements

* «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Μάριους φον Μάγιενμπουργκ από την Εταιρεία Θεάτρου συν-επί, «Από Μηχανής Θέατρο»

  • Ο θάνατός σου, η ζωή μου…
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Η Μαρία Πανουργιά και ο Βασίλης Μπουλουγούρης στην παράσταση που σκηνοθέτησε ο Θανάσης Σαράντος

Ενας άνδρας τρώει μύδια ένα καυτό βράδυ του Αυγούστου. Καλύτερα να μην το έκανε. Διότι ξυπνώντας την επομένη, ανακαλύπτει πως έχει χαθεί μέσα σε μια άφεγγη, αχρονική ερημιά και με έναν καφκικό τρόπο η παραπλάνησή του είναι πλήρης. Το ρολόι του αντί για την ώρα δείχνει ένα περίεργο SOS σήμα, ο ίδιος δεν ξέρει ποιος είναι, από πού έχει έρθει, πού βρίσκεται, μήτε πού πηγαίνει. Η μόνη βεβαιότητά του -ένα «running gug» που διαπερνά κωμικά-λακωνικά το έργο- είναι ότι έφαγε μύδια. Λεπτομέρεια που ο «Μ» επαναλαμβάνει με την αδιατάρακτη επιμονή κάποιου που δεν έχει τίποτε άλλο.

Αν δεν είναι μια παραίσθηση τροφικής δηλητηρίασης, η ιστορία με τα μύδια έχει το νόημά της. Ο κόσμος γύρω από τον «Μ» φέρεται να λιμοκτονεί και όλα τα πρόσωπα που συναντά στο φουτουριστικό λυκόφως λυσσάνε για τροφή, και κυρίως για το δικό του ψαχνό. Ενας Ανδρας εμφανίζεται από το πουθενά και προσφέρεται να τον οδηγήσει σπίτι του, όμως για ανεξήγητους λόγους τραβά ένα μαχαίρι, που ξάφνου καρφώνεται στη δική του κοιλιά. Παρότι ο «Μ» (ένας αναλλοίωτα φοβικός και αποπροσανατολισμένος Βασίλης Μπουλουγούρης) διαβεβαιώνει πως «δεν κάνει τέτοια», στις επόμενες σκηνές μαχαιρώνει κατά λάθος ή αμυνόμενος την αδελφή τού Ανδρα (Μαρία Πανουργιά), μια νοσοκόμα (η ίδια ηθοποιός ως «Πετρούλα» με μίνι και ψηλοτάκουνα), έναν αστυφύλακα, έναν γιατρό, έναν ασθενή, μέχρι κι έναν σκύλο (σε όλους τους ρόλους ο ίδιος ηθοποιός, Κώστας Βασαρδάνης). Κάθε λίγα λεπτά και ένα αιμόφυρτο πτώμα, συχνά του ίδιου του «Μ».

Σε μια τάχα αποκαλυπτική παραβολή του τέλους του κόσμου, τρεις τύποι, εξωθούμενοι από κάποιο μεταπολιτισμικό κανιβαλιστικό ντελίριο, τραβάνε εναλλάξ πάντα το ίδιο λεπίδι, που βυθίζουν σε αλλεπάλληλα μαλακά υπογάστρια και κατόπιν χυμούν στην πληγή με βαμπιρική βουλιμία («πεινά κανείς άλλος;»). Οι μαχαιρωμένοι σωριάζονται και ξανασηκώνονται σαν ζόμπι, ad absurdum, για να εμφανιστούν στις επόμενες σκηνές, σε άλλους ή στους ίδιους ρόλους.

Τα συμβάντα ενέχουν μια αθέλητη κωμικότητα. Και μόνον η δραματουργία ενός μαχαιριού που μπήγεται – ξεμπήγεται σε σώματα με γραφειοκρατική απάθεια, παράγοντας κάθε φορά το ίδιο αδιόρατο κλικ-κλακ, έχει πλάκα από μόνη της, την οποία όμως τορπιλίζει η ανάγκη του συγγραφέα για βαθυστόχαστα υπαρξιακά μηνύματα. Στα πρώτα 3-4 λεπτά δημιουργείται μια ενδιαφέρουσα ατμόσφαιρα του περίπου. Μετά, ο Μάγιενμπουργκ εξαπολύει τον «Μ» του στην cool σχεδιασμένη σφαίρα του γκροτέσκου, φορτώνει την παιδαριώδη ιστορία με υψηλή ρητορική, ποιητική ομίχλη και δάνεια από καφκικό μυστήριο, ταινίες φρίκης και ρομαντισμό, εξαναγκάζοντας τους λυκάνθρωπούς του σε απανωτά τσιμπούσια, τίγκα στο θεατρικό αίμα.

Ενα αμήχανο, ιλαρό και βαρετό πόνημα από έναν πρώην ενδιαφέροντα συγγραφέα. Αν δεν κατρακυλά πλήρως στην ανοστιά ενός φτηνού σπλάτερ, το οφείλει στη φίνα φαντασία ενός ταλαντούχου σκηνοθέτη (Θανάσης Σαράντος), στους δεξιοτεχνικούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), στον οίστρο της μουσικής (Νίκος Πατρελάκης) και σε δύο παιγνιώδεις ηθοποιούς σε δέκα ρόλους (Βασαρδάνης, Πανουργιά). Μαζί δημιούργησαν ένα μικρό σεληνιακό σύμπαν, ελλειπτικό, λοξό, με γκρι – πράσινες ομίχλες, σφυρίχτρες, περούκες, κεριά, σιωπές, αλυχτίσματα λύκων. Ισως κατάφερναν να μεταδώσουν και τον εφιάλτη ενός κόσμου χωρίς ίχνος ανθρώπινης ψυχής, όπως θα ήθελε ο συγγραφέας, εάν τους έδινε ένα καλύτερο κείμενο.

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, σκηνικά: Λίνα Μότσιου, κοστούμια: Δέσποινα Μακαρούνη. *

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 07/03/2009

«Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι» του Μάριους φον Μάγενμπουργκ στο Από Μηχανής Θέατρο σε σκηνοθεσία Θανάση Σαράντου

Από αριστερά, η Μαρία Πανουργιά, ο Βασίλης Μπουλουγούρης και ο Κώστας Βασαρδάνης

Η μεγάλη πείνα

«Απλώς μην κάνεις τίποτε και δεν θα συμβεί τίποτε » συμβουλεύει ξανά και ξανά η μικρή αδελφή τον αγαπημένο της Μ. Οσο κι αν προσπαθεί όμως, ο Μ. δυσκολεύεται να μείνει απαθής, όταν όλοι τού επιτίθενται για να τον φάνε. Είναι η νύχτα των ζωντανών νεκρών. Ή καλύτερα η νύχτα της μεγάλης πείνας. Η λαχτάρα για σάρκα έχει κυριεύσει τους κατοίκους της πόλης, οι οποίοι περιφέρονται αποστεωμένοι στα σκοτεινά σοκάκια αναζητώντας θηράματα. Κανένας δεν θυμάται πώς έφτασαν ως εκεί. Το σίγουρο είναι ότι η μυρωδιά του αίματος τους τρελαίνει. Η ανοιχτή πληγή στα σωθικά του Μ. προκαλεί παροξυσμό σε όποιον τον πλησιάσει. Ο παροξυσμός είναι σχεδόν ερωτικός και η φράση «θέλω να σε φάω» αποκτά διττή σημασία. Οι ορμές της ζωής και του θανάτου δεν εντοπίζονται ποτέ στην καθαρή τους κατάσταση, αλλά πάντοτε ανακατεμένες μεταξύ τους σε διαφορετικές δόσεις, σύμφωνα με τον Λακάν. «Κάθε ορμή είναι οιονεί ορμή θανάτου» γράφει, από τη στιγμή που κάθε ορμή είναι άμετρη, επαναληπτική και τελικά καταστρεπτική.

Στο έργο, οι δίδυμες ενσαρκώνουν την αμφισημία. Η μεγάλη αδελφή, νυμφομανής σειρήνα, χρησιμοποιεί το σεξ για να παγιδεύσει τα θύματά της. Υπόσχεται ηδονικό τέλος στον Μ.- « δεν φαντάζεσαι καν πόσο παθιασμένα θα νοσταλγείς ένα φιλί από μένα, πόσο θα νοσταλγείς την επιδέξια τομή μου »-, εκείνος όμως αντιστέκεται στο κάλεσμα θανάτου. « Εδώ ήταν ξαπλωμένη πριν και κοιμόταν σαν νεκρή,τώρα είναι νεκρή και ξαπλωμένη σαν να κοιμάται », παρατηρεί ο Μ. και η γραμμή που χωρίζει τις δύο διαστάσεις μοιάζει πιο ρευστή από ποτέ.

Στον αντίποδα στέκεται η μικρή αδελφή. Ακλόνητη στην αφοσίωσή της, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι της για να κρατήσει τον Μ. στη ζωή, να τον προστατεύσει, να τον υπερασπιστεί ξανά και ξανά. Και αφού περάσουν μαζί όλες τις άγριες δοκιμασίες της νύχτας, αφού δραπετεύσουν από την υστερία της πόλης στην ελευθερία της στέπας, «δεν θέλω να σε φάω», θα του πει: στο αιμοδιψές, ωμοφαγικό σύμπαν αυτή αποδεικνύεται η σημαντικότερη ομολογία αγάπης. Δύο άνθρωποι που αρνούνται να φάνε ο ένας τον άλλο και προτιμούν να πεθάνουν: ο ρομαντισμός του μέλλοντος ίσως πάρει αυτή τη μορφή.

Η ύπαρξη μοιάζει με πληγή που αρνείται να κλείσει. Μια πληγή την οποία ένας άγνωστος επιφέρει στο σώμα ξαφνικά, ένα βράδυ που ο δρόμος για το σπίτι έχει χαθεί. Η βίαιη εμφάνισή της σηματοδοτεί την αρχή του εφιάλτη: την επώδυνη αφύπνιση στην περιρρέουσα αγωνία της πείνας. Εκεί όπου οι σχέσεις μυρίζουν αίμα, η αθωότητα είναι θέμα άποψης και ακόμη και οι λύκοι είναι προτιμότεροι από τους ανθρώπους. Εκεί όπου πρέπει καθημερινά, ανά πάσα στιγμή, να παλεύεις για την αρτιμέλειά σου, που ο ουρανός χαμηλώνει για να σε ρουφήξει, που το έδαφος τρέχει κάτω από τα πόδια σου και ένα λεπτό μπορεί να διαρκέσει όσο ένας χρόνος.

« Πιστεύω στη μελλοντική σύνθεση των δύο αυτών καταστάσεων,του ονείρου και της πραγματικότητας,που είναι φαινομενικά τόσο αντίθετα,σε ένα νέο είδος απόλυτης πραγματικότητας,μιας υπερπραγματικότητας,αν θα μπορούσε να την αποκαλέσει κανείς έτσι » γράφει ο Αντρέ Μπρετόν το 1924 στο πρώτο Μανιφέστο του Σουρεαλισμού. Αυτή η υπερπραγματικότητα ζωντανεύει στο «Ο σκύλος, η νύχτα και το μαχαίρι»: ένα βαμπιρικό ονειρόδραμα, μια καφκική περιπλάνηση στους σταθμούς της παράνοιαςτο Σπίτι, η Φυλακή, το Νοσοκομείο- όπου κανένας διάλογος δεν ευσταθεί, κανένας δεν είναι αυτό που φαίνεται, τα κόκαλα διαγράφονται κάτω από το δέρμα και η πείνα έχει τρυπώσει στο μυαλό ως μοναδική επιδίωξη και ύστατο ερωτικό κίνητρο.

Ο Θανάσης Σαράντος μοιάζει να τα υποψιάζεται όλα αυτά, αλλά ταυτοχρόνως να του γλιστράνε μέσα από τα χέρια, ανίκανος να τα σταματήσει. Δεν αρκεί ένα μηχάνημα καπνού για να δημιουργήσεις «ατμόσφαιρα», όσο πειστική κι αν μοιάζει η ψεύτικη πληγή στα πλευρά του ηθοποιού. Ενα έργο όπως αυτό, όπου η κειμενική ρευστότητα και η μεταμοντέρνα αισθητική αγγίζουν επικίνδυνα ύψη (με διαλόγους του στυλ «Είστε μόνος;»/ «Είχα φίλους, φάγαμε μύδια»/ «Αύγουστο μήνα;»), χρειάζεται συγκροτημένη άποψη και ξεκάθαρη σύλληψη, ώστε ακόμη και τα στοιχεία γελοιότητας να ενσωματωθούν δημιουργικά στο σύνολο Ο Βασίλης Μπουλουγούρης στον ρόλο του Μ. περιφέρεται σαν μενίρ που δεν το αγγίζει ούτε η πείνα ούτε η δίψα, ούτε οποιαδήποτε άλλη σωματική ανάγκη- ο ηθοποιός ως αξεσουάρ. Ο Κώστας Βασαρδάνης συρρικνώνει πέντε ρόλους σε έναν (άνδρας με σκύλο, αστυνομικός, ασθενής, γιατρός, σκύλος), αφού τους αποδίδει όλους πανομοιότυπα, σε στυλ σαλεμένου, νευρόσπαστου ξωτικού. Παρ΄ όλα αυτά, κάτι αλλόκοτο διασώζεται χάρη στο μάτι που γυαλίζει.

Ντυμένη σαν δευτεροκλασάτη βαμπιρέλα, η Μαρία Πανουργιά προσδίδει στην παράσταση μια αίσθηση αποτυχημένης no budget ταινίας τρόμου. Συγκεκριμένα, πιστεύω ότι αυτή η trash κατεύθυνση θα απέδιδε εξαιρετικά γόνιμα αποτελέσματα, αν υιοθετείτο γενικότερα. Η παράσταση μπορεί να είναι κάκιστη, αν όμως ήταν συνειδητά, ευφάνταστα και ανενδοίαστα χειρότερη, τότε τουλάχιστον θα γινόταν ενδιαφέρουσα.

  • ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009