«Το μαύρο κουτί» στο «Τζένη Καρέζη», «Λισαβόνα» στη «Στοά», «Ο κύριος Επισκοπάκης» στο «104»

  • Σύγχρονα ελληνικά έργα
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 1 Απρίλη 2009
«Λισαβόνα»
  • «Το μαύρο κουτί» στο «Τζένη Καρέζη»
  • Μαθητής του Κώστα Καζάκου, ο ηθοποιός Γιώργος Ηλιόπουλος εξελίσσεται σε πολύ ελπιδοφόρο δραματουργό. Απόδειξη το νέο (πέμπτο κατά σειρά) έργο του, «Μαύρο κουτί», που ακριβώς λόγω των αρετών του (περιεχομένου και μορφής) ανέβασε στο «Τζένη Καρέζη» ο Κώστας Καζάκος. Σε εποχή που η διεθνής και ελληνική δραματουργία περνά σοβαρότατη θεματολογική και μορφολογική κρίση – επηρεασμένη είτε από την παγκόσμια κοινωνική, ιδεολογική, ηθική κ.ο.κ σύγχυση, είτε από την παράκρουση του «μεταμοντερνισμού», είτε αναζητώντας καινούριες μορφές έκφρασης, περιορίζεται σε αφηγηματικού χαρακτήρα, συχνά ανούσιας μονολογικής αφήγησης και ατομικής ομφαλοσκόπησης κείμενα, αδυνατώντας να πλάσει μύθο, διαλόγους και πρόσωπα με καλοδιαγραμμένο παρελθόν, παρόν και μέλλον – ο Γ. Ηλιόπουλος, αποδείχνεται ικανός να γράφει πλήρες θέατρο. Με μυθοπλοκή που έχει αρχή, μέση και τέλος. Με σοβαρότατο, λίαν επίκαιρο από κοινωνιολογική – κατ’ επέκταση και πολιτική – άποψη, περιεχόμενο. Με σύνθετη μορφή. Με κορυφούμενες καταστάσεις, με καλοχτισμένα – χαρακτηρολογικά και ψυχογραφικά πρόσωπα και δυνατούς διαλόγους. Υπαρξιακό, οικογενειακό και κοινωνικό δράμα, με σαρκαστικές, υπερρεαλιστικές και πολύ «ποιητικές» πινελιές είναι «Το μαύρο κουτί». Ανθρωπος και σύγχρονη κοινωνία. Γονιός και τέκνο. Ανευ όρων τρυφερή αγάπη του γονιού και αχαριστία, αριβισμός και φυγή του τέκνου προς αναζήτηση άνευ ηθικών όρων πλουτισμό του. Ενας πατέρας, πληγωμένος από την αυτοκτονία της λατρεμένης του γυναίκας (όταν ήταν λεχώνα), που μεγάλωσε μόνος το μοναχογιό του, ετοιμοθάνατος από καρκίνο του εγκεφάλου, ξαναβλέπει το φευγάτο από χρόνια στις ΗΠΑ και «χρυσοπληρωμένο» στέλεχος μιας ανθρωποβόρας χρηματιστικής εταιρείας, γιο του. Ο επικείμενος θάνατος του πατέρα θα «τρικυμίσει» μέσα στην ψυχή του γιου τα συναισθηματικά τραύματα και τις ενοχές του, αλλά και θα τον κάνει να συνειδητοποιήσει ότι πίκρανε τον πατέρα και πήρε λάθος τη ζωή του. Το ευρηματικό σκηνικό, τα αρμόζοντα στα πρόσωπα κοστούμια και η ευφάνταστη σκηνοθεσία του Αντώνη Καλογρίδη, με τη συμβολή της ατμοσφαιρικότητας των φωτισμών (Κατερίνα Μαραγκουδάκη), της μουσικής (Θοδωρής Οικονόμου) και της εκφραστικής κινησιολογίας (Σοφία Μαυραγάνη), προβάλλουν τις δραματουργικές αρετές του έργου. Η σκηνοθεσία ευεργετείται από την υπέροχη ερμηνεία του Κώστα Καζάκου, που με σοφία, δραματικότητα αλλά και λεπτότατο χιούμορ, πλάθει ένα πατέρα ηθικά και συνειδησιακά καθάριο, βαθιά αξιοπρεπή και στη μοναξιά του, τρυφερότατο, που καθώς είναι διανοητικά χτυπημένος από την αρρώστια θυμίζει τον ετοιμοθάνατο Ληρ. Μητρικά στοργική και γλυκιά η θεία, που υποδύεται η Αννα Γεραλή. Με δυνατό συναίσθημα ερμηνεύει το γιο ο Γιώργος Ηλιόπουλος. Αξιοσημείωτες είναι και οι ερμηνείες των Αθηνάς Μαξίμου και Ντορέττας Παπαδημητρίου.
«Ο κύριος Επισκοπάκης»
  • «Λισαβόνα» στη «Στοά»
  • Στους ελπιδοφόρους συγγραφείς της νεότερης γενιάς ανήκει και ο Αντώνης Νικολής. Μετά την παρουσίαση των έργων του «Ο κ. Εμμανουήλ και… ο Ροΐδης» και το «Σπίτι φεύγει», που με το θεματολογικό και μορφολογικό ενδιαφέρον τους προκάλεσαν αίσθηση, φέτος αξιώνεται την παρουσίαση του έργου του «Λισαβόνα», από τον πολύπειρο στο ανέβασμα σύγχρονων ελληνικών έργων Θανάση Παπαγεωργίου. Ο Αντ. Νικολής και με αυτό το έργο αποδεικνύει ότι με τις υπεραισθαντικές «κεραίες» του μπορεί να προσεγγίζει ακόμα και σιωπηλά, βαθιά κρυμμένα στην ψυχή του ανθρώπου συναισθήματα, βάσανα και καημούς του. Οπως στο «Σπίτι φεύγει», με το οποίο βύθισε τη ματιά του στον πληγωμένο και μοναχικό ψυχισμό που προκαλούν οι μακρόχρονες, μικροαστικής νοοτροπίας, χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ζωής, αδιάφορες και άπραγες κοινωνικά και κλεισμένες στους τέσσερις τοίχους της οικογενειακής εστίας, στις σχέσεις ενός ζευγαριού, έτσι και στη «Λισαβόνα», ανατέμνει το μισοκρυμμένο ψυχικό άλγος ενός ζεύγους μεσηλίκων, που έχασαν τη μοναχοκόρη τους από μια σοβαρή αρρώστια, που εκδηλώθηκε κατά τις διακοπές των γονιών – για πολλοστή φορά – στη Λισαβόνα. Δυο άνθρωποι που αγαπήθηκαν, που αλληλοσυντροφεύτηκαν, που αλληλοπαρηγορήθηκαν για τον ξεριζωμό τους από τη γενέτειρά τους Αλεξάνδρεια, και που για να μην ξύνουν συνεχώς την «πληγή» ο ένας του άλλου για το θάνατο του παιδιού τους, χρόνια μετά από αυτόν ξαναπηγαίνουν διακοπές στη Λισαβόνα, λαχταρώντας να ξανανιώσουν την ευχαρίστηση που έβρισκαν άλλοτε εκεί. Η Λισαβόνα γίνεται πια γι’ αυτούς μια «Ιθάκη» της οδεύουσας προς το τέλος της ζωής τους μνήμης και του αθεράπευτου πένθους τους, που για να το αντέξουν θυμούνται το παρελθόν, τα χαρούμενα χρόνια τους και αποφεύγουν να πουν όλο τον πόνο τους, παρά μόνο με μισόλογα, καθώς είναι «καταδικασμένοι» να τον υπομένουν, με αξιοπρέπεια, ως το τέλος τους. Στο πρόδηλα μελαγχολικού χρωματισμού (γκριζόμαυρο) αφαιρετικά συμβολικό σκηνικό της Λέας Κούση, η σκηνοθεσία του Θανάση Παπαγεωργίου, στόχευσε και επέτυχε να αναδυθεί – από τις εξαιρετικές, λεπτομερειακά δουλεμένες ερμηνείες του ίδιου και της Λήδας Πρωτοψάλτη (όπως και από την υπερρεαλιστική εμφάνιση, σε ορισμένες σκηνές, των βουβών «ομοιωμάτων», πιστών χάρη στο μακιγιάζ και τις περούκες «αντιγράφων» του ζευγαριού, που τα υποδύονται η Εύα Καμινάρη και ο Δημήτρης Θοεδώρου) και ο κρυβόμενος αβυσσαλέος πόνος, αλλά και η εκ φύσεως διαφορές χαρακτήρα και συμπεριφοράς μεταξύ της γυναίκας και του άνδρα.

«Το μαύρο κουτί»

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης» στο «104»
  • Σημαντικός και πολυγραφότατος πεζογράφος, ο Ανδρέας Μήτσου, αποτόλμησε να κάνει και τη δραματουργική εμφάνισή του, διασκευάζοντας επιτυχώς τη βραβευμένη νουβέλα του «Ο κύριος Επισκοπάκης», σε ένα πυκνής πλοκής, δραστικών γλωσσικά και θεατρικά διαλόγων έργο, με τρία πρόσωπα. Πρόσωπα ουσιαστικά μοναχικά,«διψασμένα» για έρωτα και επικοινωνία γι’ αυτό και «κολασμένα». Ενας παντρεμένος μεσήλικας έμπορος κοσμημάτων ερωτεύεται μια παντρεμένη επίσης οδοντίατρο, όταν εκείνη μια μέρα μπαίνει στο μαγαζί του, κοιτώντας ένα δαχτυλίδι που δεν μπορεί να αγοράσει. Ο κ. Επισκοπάκης της το προσφέρει, με «αντάλλαγμα» τις οδοντιατρικές υπηρεσίες της. Ετσι αρχίζει η μοιχός, αλλά και αδιέξοδη σχέση τους, αφού κανένας τους δεν έχει το σθένος να χαλάσει το γάμο του, ιδιαιτέρως ο Επισκοπάκης. Σε δραματική «διέξοδο» θα οδηγήσει αυτή τη σχέση η εμφάνιση ενός νεότερου άνδρα, ενός αμόρφωτου και λούμπεν αρσενικού, ψωνιζόμενου με μικροκλοπές και διάφορες βρωμοδουλειές μετανάστη, που διψασμένος κι αυτός για λίγη αγάπη και πιο ανθρώπινη ζωή, κερδίζοντας σεξουαλικά τη γυναίκα, οδηγεί τη ζήλια του δειλού Επισκοπάκη στο έσχατο κακό, το φόνο. Το λιτότατα μεταμορφώσιμο σκηνικό (ένα έπιπλο που μετατρέπεται σε οδοντιατρικό κάθισμα, τραπέζι και κρεβάτι) και τα σύγχρονα κοστούμια (Αγγελική Αθανασιάδου), η υποβλητική μουσική (Πάνος Βασιλονικολός) και η ρεαλιστικής απλότητας και ψυχογραφικής αλήθειας σκηνοθεσία του Στέλιου Μάινα υπηρετούν το εξαιρετικά ψυχογραφικό κλίμα του έργου. Η σεμνή, αλλά λεπτομερειακά προσεγμένη σκηνοθεσία στηρίζεται από το έμπειρο υποκριτικό ταλέντο αλλά και το ερμηνευτικό μέτρο του Στέλιου Μάινα (Επισκοπάκης), από την αξιόλογη ερμηνευτική προσπάθεια της Κάτιας Σπερελάκη, και από την εξαιρετικής αμεσότητας και φυσικότητας (στο λόγο, στην κίνηση, στη χειρονομία, στην έκφραση του προσώπου) ερμηνεία του Κώστα Καζανά, στο ρόλο του λούμπεν αντεραστή. Η καλύτερη ερμηνεία της παράστασης.
Advertisements

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας

Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ: Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου: Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

«Επινοώ τον εαυτό μου αλλά για τη συντήρησή του σε χρειάζομαι. Αγάπησέ με» Νατάσα Χατζιδάκι «Άδηλος αναπνοή», 2008

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.