* «Ο κύκλος με την κιμωλία στον Καύκασο» ΚΘΒΕ – Μονή Λαζαριστών

του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ακόμα ένας Μπρεχτ στο θέατρό μας -και μάλιστα σε δύσκολους καιρούς. Το ΚΘΒΕ παίρνει αυτή τη φορά το ρίσκο -ο Μπρεχτ είναι πάντα ρίσκο- και ανεβάζει τον «Κύκλο με την κιμωλία», έργο δηλαδή με ιδιαίτερη βαρύτητα στον διάλογο με τον συγγραφέα και την παρακαταθήκη του. Είναι ζήτημα αν τον Μπρεχτ τον κατακτήσαμε πότε στην ολότητά του -όπως, ας πούμε, κατακτήσαμε τον Λόρκα-, είναι πάντως αδιαμφισβήτητο ότι λίγοι άλλοι συγγραφείς μάς προβλημάτισαν τόσο, σήκωσαν μεταξύ μας τέτοια αντιπαράθεση, παρήγαγαν τόσο πλατιά συζήτηση στους κύκλους των διανοουμένων μας.

Γεγονός είναι πως ο άνθρωπος από τους μέλανες δρυμούς αιωρείται ακόμα πάνω από τη σκηνή μας σαν γοητευτικό αίνιγμα. Είναι αυτό η ευλογία και η κατάρα του. Κάθε φορά που βλέπουμε Μπρεχτ, εξετάζουμε εκ νέου τον παλιό διάλογο με την πολιτική μας θέση, τις θεωρητικές μας προτάσεις, τις έλλογες διαπιστώσεις μας: με άλλα λόγια, το επικό του θέατρο κινδυνεύει από κάποια στιγμή και μετά να γίνει εντός μας υπερ-επικό. Λησμονούμε έτσι πως αν βλέπουμε ακόμα έργα σαν τον «Κύκλο», είναι γιατί ο Μπρεχτ δημιούργησε πριν από όλα ένα σπουδαίο θέατρο.

Νομίζω όμως ότι τώρα πια, ύστερα από τόσες συζητήσεις γύρω από τον Μπρεχτ, είμαστε ίσως σε θέση να χαρούμε με τον Μπρεχτ. Ο Σωτήρης Χατζάκης, στον οποίο πέφτει το βάρος της διδασκαλίας, είχε όλα τα εχέγγυα για μια ώριμη προσέγγιση: διαπιστωμένη αντίληψη για το μπρεχτικό θεατρικό συμβάν, ύφος και, βέβαια, αρκετή εμπειρία για να αποφύγει το ολίσθημα της λογιοσύνης.

Ετσι, ο Χατζάκης μπόρεσε να δει τον «Κύκλο» σαν αυτό που, κατ’ αρχήν, είναι: σαν παραμύθι ανοιχτό στα ρεύματα των εποχών και στις ερμηνείες του μέλλοντος. Είδε στο κέντρο το πανάρχαιο ερώτημα: ποια είναι επικρατέστερη, η φύση ή η πράξη του ανθρώπου; Ακόμα και το πιο αδιαφιλονίκητο φυσικό δικαίωμα, ακόμα και η πιο κρατούσα κατοχή, η σχέση μάνας και παιδιού, λέει ο Μπρεχτ, είναι και αυτή σχέση που κατακτιέται και χτίζεται με τη θυσία και τον αγώνα. Αν πειστούμε πάνω σε αυτό, τότε καμιά ιδιοκτησία δεν θα μας φαίνεται πλέον «φυσική».

Εμφανίζεται όμως και εδώ, για ακόμη μια φορά, το πρόβλημα της μεγάλης σκηνής. Το έχουμε ξαναπεί: ακόμα και έμπειροι σκηνοθέτες μας δυσκολεύονται να λειτουργήσουν σε μεγάλες διαστάσεις. Το μικρό κυκλικό πατάρι που έχει τοποθετήσει στο κέντρο του θεάτρου ο Χατζάκης, πέρα από τις θεωρητικές ερμηνείες που σηκώνουν από μόνες τους συζήτηση, κάνει φανερό πως ο ίδιος θα ένιωθε άνετα σε κάποια μικρότερη σκηνή. Τώρα υπάρχει η αίσθηση ότι κάτι μένει άδειο και κούφιο, πως μετεωρίζεται χωρίς στήριγμα.

Δεν ακυρώνουν οι παρατηρήσεις αυτές την παράσταση, την εμποδίζουν όμως να απογειωθεί. Η Ταμίλα Κουλίεβα είναι ηθοποιός εγγύτητας. Δυσκολεύομαι να αισθανθώ την ερμηνεία της σαν Γρούσα στο πλατύ θέατρο. Χωρίς να αφήνει ιδιαίτερη αίσθηση περνά από δίπλα της και ο Σίμων του Μάνου Παπαγιάννη και οι περισσότεροι από τους άλλους ηθοποιούς.

Και τότε, πάνω στην ώρα, εμφανίζεται ο Αζτάκ του Κώστα Σαντά. Ναι, έχει μανιέρα. Εχει όμως προσωπικότητα -και έχει, όπως πάντα, τρομερό γκελ. Ξυπνάει με μιας το κοινό και κουρδίζει μια παράσταση που βαραίνει από επεισόδιο σε επεισόδιο.

Η μουσική της Σαβίνας Γιαννάτου υποστηρίζει τα δρώμενα, αλλά δεν εντυπωσιάζει -είναι άλλωστε τέτοια η μουσική που έχει εμπνεύσει κατά καιρούς ο Μπρεχτ! *

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 10/01/2009