«Ο κλήρος του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ στο Εθνικό Θέατρο

  • Το πάθος άργησε μια μέρα
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΕΛΕΝΗ ΠΕΤΑΣΗ
  • Η ΝΑΥΤΕΜΠΟΡΙΚΗ, 27/03/2009

Στιγμιότυπο από την παράσταση του Εθνικού «Ο κλήρος του μεσημεριού», μέσα στο αριστοτεχνικό, πάλλευκο σκηνικό της Ανια Ράμπες.

  • «Ο κλήρος του μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ, έργο που γεννήθηκε εξαιτίας του απεγνωσμένου του έρωτα για μια γυναίκα, ανεβαίνει στο Εθνικό Θέατρο με την σπουδαία Αμαλία Μουτούση ως Υζέ. «…Είστε το μοναδικό πλάσμα που αγάπησα ποτέ, δεν σας αγάπησα μόνο για μια στιγμή ηδονής, σαν μια ερωμένη, ούτε για λόγους ευπρέπειας, σαν σύζυγο. Όμως ενάντια σε όλα η καρδιά μου ρίχτηκε μέσα στην καρδιά σας, τρελά, παθιασμένα, απελπισμένα, χωρίς να θέλει ούτε να δει ούτε να ακούσει τίποτα, ενάντια σε κάθε νόμο, σε κάθε λογική, σε κάθε γνώμη…». Με αφορμή τον παθιασμένο, απαγορευμένο έρωτά του για τη Ροζαλία Βερτς, στην οποία απευθύνεται και η παραπάνω επιστολή του, ο Πολ Κλοντέλ γράφει τον «Κλήρο του μεσημεριού», έργο που πραγματεύεται την εσωτερική σύγκρουση ενός ανθρώπου ανάμεσα στη σαρκική επιθυμία και στη βαθιά θρησκευτική του πίστη.
Η Αμαλία Μουτούση εκφράζει έξοχα την τρικυμία στην ψυχή της γεμάτης πάθος Υζέ και ο Νίκος Κουρής διαχειρίζεται συνετά το ρόλο του διχασμένου Μεζά.
  • Ο ίδιος ο συγγραφέας, βρέθηκε πολλές φορές αντιμέτωπος με πειρασμούς που έθεταν σε αμφισβήτηση την απόλυτη αφοσίωσή του στον Καθολικισμό. Μία από τις καθοριστικές στιγμές της ζωής του ήταν και η συνάντηση με αυτή την έγγαμη, γοητευτική γυναίκα. Η αμαρτωλή σχέση τους, ο τραυματικός χωρισμός τους και εν τέλει η ανικανότητά του να προσφέρει ολοκληρωτικά την ψυχή του κάπου, καταγράφονται σε τούτο το ερωτικό δράμα το οποίο ολοκλήρωσε το 1906, αλλά επέτρεψε τη δημοσιοποίησή του μόλις το 1948 μετά από την αναθεωρημένη επεξεργασία του.

  • Ο Γιόσι Βίλερ επέλεξε ν’ ανεβάσει στο Εθνικό Θέατρο την αρχική εκδοχή, σκηνοθετώντας εκ νέου την παράσταση που ανέβασε πριν από δύο χρόνια στο κρατικό θέατρο Kammerspiele του Μονάχου. Εγχείρημα ιδιαίτερα δύσκολο καθώς ο χειμαρρώδης, ακραία λυρικός λόγος του Κλοντέλ ηχεί στις μέρες μας ξεπερασμένος και η ανάγκη μιας ζωντανής μεταφοράς του στη σκηνή υπήρξε περισσότερο από αναγκαία. Στην πρώτη πράξη, όπου ο ερωτάς της Υζέ και του Μεζά (δηλαδή του ιδίου του ποιητή) πυροδοτείται κάτω από τον τροπικό ήλιο του μεσημεριού στη μέση του Ινδικού Ωκεανού, ο Ελβετός σκηνοθέτης αναζωογόνησε το κείμενο με απλές, λιτές παρεμβάσεις που ανέδειξαν τις ποιότητές του.

  • Πάνω στη γέφυρα ενός υπερωκεάνιου οι ήρωες κλυδωνίζονται σωματικά και ψυχικά με μια αμφιταλάντευση που προαναγγέλλει το ζοφερό τέλος. Το εξαιρετικό χτίσιμο της σκηνής μέσα στο αριστοτεχνικό, πάλλευκο σκηνικό της Ανια Ράμπες και τους λαμπερούς φωτισμούς του Λευτέρη Παυλόπουλου (ο αρχικός σχεδιασμός ανήκει στον Μαξ Κέλερ), δίνει την ευκαιρία στην Αμαλία Μουτούση να συνθέσει με ζηλευτή κινησιολογική ευφράδεια και εξονυχιστική λεπτομέρεια την γεμάτη πάθος Υζέ και να εκφράσει έξοχα την τρικυμία της ψυχής της.

  • Δίπλα της ο Νίκος Κουρής ανταπεξέρχεται επαρκώς στην πρόκληση ενός ακόμη απαιτητικού ρόλου. Διαχειρίζεται συνετά το διχασμένο Μεζά, χωρίς ωστόσο να βυθίζεται ουσιαστικά στην υπαρξιακή αναζήτησή του. Ο Νίκος Καραθάνος (Ντε Σιζ) και ο Λάζαρος Γεωργακόπουλος (Αμαλρίκ) πλαισιώνουν άνευρα το ζευγάρι των εραστών. Όταν, όμως, ο παροξυσμός κλιμακώνεται και το έργο σκοτεινιάζει, η σκηνοθεσία δεν καταφέρνει να αναχαιτίσει την πλήξη ούτε να αποφύγει μια υπερβάλλουσα δραματικότητα που παρασύρει στα δίχτυα της όλους τους ηθοποιούς.

Advertisements

«Ο Κλήρος του Μεσημεριού» του Πολ Κλοντέλ από το Εθνικό Θέατρο στη Σκηνή «Πειραιώς 260»

  • Ο Δαίμονας της Μεσημβρίας
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 30 Μαρτίου 2009
Ο Νίκος Καραθάνος με την Αμαλία Μουτούση στην παράσταση  «Ο κλήρος του  μεσημεριού»  που παρουσιάζει   το Εθνικό Θέατρο στη  Σκηνή  «Πειραιώς  260»
  • «Ο Κλήρος του Μεσημεριού» του Κλωντέλ (1906) είναι ένα μείζον θεατρικό ποίημα που έμεινε για σαράντα τρία χρόνια «απόκρυφο». «O Κλήρος του Μεσημεριού» του Κλωντέλ έμεινε «απόκρυφος» εξαιτίας της θρησκευτικής πλέον μεταστροφής του συγγραφέα του έως το 1948 που ο Μπαρώ κατόρθωσε να τον πείσει να δεχτεί να ανεβάσει στη σκηνή, δυστυχώς, τη «διορθωμένη» εκδοχή του και παίχτηκε στην Ελλάδα πρώτη φορά το 1987 από το θέατρο «Σημείο» με σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή τον Νίκο Διαμαντή, στην εξαίσια μετάφραση του μεγάλου ποιητή Τάκη Παπατσώνη.
  • Το έργο αυτό, καρπός οδυνηρής ερωτικής εμπειρίας του ποιητή, ξανανέβηκε πριν από λίγα χρόνια με σκηνοθεσία Μαυρομάτη, με την Όλια Λαζαρίδου, τον Λεμπεσόπουλο, τον Μάινα. Τώρα που ανέβηκε στο Εθνικό Θέατρο (στην Πειραιώς 260) σε νέα μετάφραση του ποιητή Στρατή Πασχάλη που αντιμετώπισε την πρώτη (αποκηρυγμένη από τον Κλωντέλ) εκδοχή του 1906, είχα την απροσδόκητη αποκάλυψη, τελείως τυχαία ή μάλλον συνειρμικά, να καταθέσω πρώτα εδώ (κι αν χρειαστεί σε αναλυτικότερη διατριβή) τη σκανδαλώδη συγγένεια του αριστουργήματος του Κλωντέλ με το πρωτόλειο του Νίκου Καζαντζάκη «Όφις και Κρίνο».
  • Δεν υπάρχει, βέβαια, για τους ειδικούς καμιά αμφιβολία πως οι δύο σχεδόν σύγχρονοι ποιητές ανήκουν στους αγωνιώντες και τυραννισμένους από μεταφυσικές ανησυχίες πνευματικούς ανθρώπους. Και οι δύο πάλεψαν ανάμεσα στη σάρκα και στον Θεό, ανάμεσα στην ηδονή και στη νηστεία της σάρκας, ανάμεσα στο Καλό και το Κακό, στην Αγιότητα και στην Αμαρτία. Η σκανδαλώδης σύμπτωση όμως μάς αποκαλύπτει πως και τα δύο αυτά έργα που ανέφερα, που είναι βαθιά ερωτικές τελείως προσωπικές εμπειρίες που μεταστοιχειώνονται σε λυτρωτικό πλέον ποιητικό πυρίκαυστο τοπίο, είναι γραμμένα το 1906! Δεν μπορώ να αποδείξω, βέβαια, αν ο νεαρότερος Καζαντζάκης είχε διαβάσει τον «Κλήρο» που κυκλοφόρησε σε περιορισμένα αντίτυπα ιδιωτικής έκδοσης. Μάλλον το αποκλείω. Πέρα από το κοινό ερωτικό θέμα, του σχεδόν ανθρωποφαγικού παράφορου έρωτα και των δύο προς μια ακόρεστη σεξουαλικά γυναίκα, οι ομοιότητες φτάνουν ώς τους κεντρικούς συμβολισμούς. Την ωκεάνια αίσθηση του χρόνου και την ανελέητη εμπειρία του μεσογειακού μεσημεριού!
  • Επιτρέψτε μου δυο παραπομπές στο ερωτικότερο κατά τη γνώμη μου κείμενο της νεοελληνικής γραμματείας, του Νίκου Καζαντζάκη: «Μεσημέρι. Πύρινοι κατεβαίνουν από τον ουρανό οι εναγκαλισμοί του Μεγάλου Ερωτεμένου κι ακίνητη η γη γίνεται Μητέρα… Και μέσα στη θερμότητα την απέραντη και την ακινησίαν όλων των πραγμάτων και όλων των εμψύχων και μέσα στα πύρινα φιλιά του ήλιου που σκεπάζουν και γονιμοποιούν τη γη, ένα τρίξιμο ακούγεται παράξενο και μυστικό. Λες τρέμει η γη. Από την ηδονήν ίσως, ίσως από τον πόνο» («Όφις και Κρίνο» σελ. 57).
  • «Απάνω στα χείλη των ωραίων γυναικών βλέπω τα φιλιά να έρπουν και να ακολασταίνουν και ν΄ ασχημονούν. Στα μέτωπά των διακρίνω τις ρυτίδες και μέσα στα μάτια των τα σκοτεινά καταφύγια των νυχτερινών ορμών και των χυδαίων ερώτων. Κι όταν ξεχνούμαι στη χαρά θωρώ την οδύνη την απέραντη και την τύψη να έρχονται και να σκοτεινιάζουν και να κυριαρχούν» («Όφις και Κρίνο» σελ. 73).
  • Το 1987 γράφοντας για την πρώτη ελληνική σκηνοθεσία του έργου σημείωνα: «Το έργο αυτό πατά ως προς την τεχνική του πάνω στην απέριττη γεωμετρική δραματουργία του Ρακίνα. Όμως η δυναμική του οφείλεται στον ποιητικό του άξονα, περιστρέφεται γύρω από τη μεταφυσική και τη φυσική του έρωτα. Μόνο ένας ποιητής μεγάλος όπως ο Κλωντέλ θα τολμούσε να κάνει υψηλό θέατρο το θέμα της θεολογίας του σαρκικού έρωτα. Ο πειρασμός, το αμάρτημα της σαρκός, η μοιχεία, ο σπαραγμός της ερωτικής απώλειας, η χαρμονή του γενετήσιου σπασμού και η ενοχή για τη μετάληψη του απαγορευμένου, είναι το κυρίαρχο μοτίβο του κλωντελικού αριστουργήματος.
  • Μέσα σε μια στιγμή εκκρεμότητας, υπαρξιακής διαθεσιμότητας, μεταξύ ουρανού και θάλασσας, στην κάψα του μεσημεριού τέσσερις άνθρωποι, που συμπτωματικά συναντιούνται, αναλαμβάνουν το μερίδιό τους, τον μοιραίο λαχνό τους από την κοινή τράπεζα. Ανάμεσα στη συνεχή και αδιάλειπτη Πτώση και την προσδοκία μιας μελλούσης Αναστάσεως τα πρόσωπα του Κλωντέλ, κρατώντας στα χέρια τους τον κλήρο τους, οδεύουν προς την τελική Κρίση. Πορεύονται δια μέσου της χάριτος. Αυτή η τραγωδία της παραφοράς, η μανιακή πρόκληση του δαίμονα, η συνεχής επανατοποθέτηση του θεού, η τρέλα της αυτοπροσφοράς, η βάτος η καιομένη είναι έργο τιτάνιο».
  • Και για να εκτεθεί, συμπληρώνω σήμερα, στον σκηνικό χώρο διασώζοντας την ποιητική του ουσία χρειάζεται εν πρώτοις θηριώδεις ηθοποιούς λόγου και συντελεστές που να σέβονται το ποιητικό θέατρο που δεν χρειάζεται εξωτερικά τερτίπια και οπτικοακουστικά παραγεμίσματα για να λειτουργήσει. Η παράσταση του Εθνικού Θεάτρου είναι μια κόπια. Σκηνοθέτης, συσκηνοθέτης, σκηνογράφος και ενδυματολόγος, συνθέτης, δραματολόγος, αρχικός φωτιστής είναι Γερμανοί που ανέβασαν το έργο του Κλωντέλ στο Μόναχο το 2004. Έχοντας ως ελληνικό όχημα την έγκυρη μετάφραση του Πασχάλη έφεραν τη γερμανική άποψη και την εφάρμοσαν με φορείς τέσσερις σημαντικούς Έλληνες ηθοποιούς που «γνωρίζουν» ελληνικά και κατεβάζουν τον περίτεχνο και βαθύ λόγο του ποιητή στο κοινό.
  • Ο σκηνοθέτης Γιόσι Βίλερ και η συνεργάτις του Φελίτσιτας Μπρούκερ έστησαν μια καθαρή ανάγνωση με λιτή κίνηση του εσωτερικά δραματικού αυτού ποιήματος. Στην τρίτη πράξη κυριάρχησε ένας ελεγχόμενος εικαστικά και κινησιολογικά ρεαλισμός. Ορθά.

ΙΝFΟ: «Ο κλήρος του μεσημεριού» από το Εθνικό Θέατρο στη Σκηνή «Πειραιώς 260» Τηλ. 210-4838.739, 210-3305.074, 210-7234.567

Τέσσερις «Φωνές»

  • Το έργο έχει τέσσερις «Φωνές», είναι ένα κουαρτέτο. Η Υζέ, η μοιραία γυναίκα είναι το βιολοντσέλο, ο Μεζά (ο εραστής- άγιος) το πρώτο βιολί, ο Ντε Σιζ (ο σύζυγος) το δεύτερο βιολί και ο ειρωνικός, κυνικός Αμαλρίκ η βιόλα.  Οι τρεις άνδρες- όργανα έδεσαν έξοχα. Ο Νίκος Καραθάνος έφτιαξε έναν δειλό, φοβισμένο, ηττοπαθή, στριμωγμένο σύζυγο με γνήσια υλικά, χαμηλές νότες βάθους, κάτι σαν παράπονο και λυγμό. Ο Αμαλρίκ του Α. Γεωργακόπουλου είχε όλη την αυθάδεια και την προπέτεια του αρσενικού αλλά και την τεφρή γεύση του πεπερασμένου των ανθρωπίνων.
  • Ο Νίκος Κουρής στον καλύτερο, νομίζω, και δυσκολότερο έως σήμερα ρόλο του (Μεζά) είναι εκτάκτως υπέροχος.  Κλιμάκωσε την εξέλιξη του ψυχισμού του, από την κλήση του θεού έως την παραφορά, από τη νηστεία της σάρκας στον σαρκοβόρο έρωτα και από την προδοσία στην υπέρτατη αυτοθυσία με υποδειγματικό έλεγχο των πλούσιων εκφραστικών του μέσων.

  • Η σπουδαία ηθοποιός Αμαλία Μουτούση (Υζέ) υπέπεσε σε δύο ερμηνευτικά λάθη για τα οποία θεωρώ υπαίτιο τον σκηνοθέτη. Σχεδίασε στις πρώτες πράξεις μια Υζέ αφελώς παιδιάστικη, πεισματάρα και σνομπ (πράγμα που δεν είναι) και το βιολοντσέλο έπαιξε σε ψηλές νότες μαντολίνου, φωνητικές περιοχές που δεν είχε ποτέ έως τώρα χρησιμοποιήσει. Είναι κρίμα διότι στις σιωπές της, κυρίως στη δύσκολη τρίτη πράξη, ήταν συνταρακτική. Παρ΄ όλη αυτήν την αντίρρηση, η παράσταση είναι σεβαστική στον ποιητή και αισθητικά ισορροπημένη.

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα», «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», «Ο κλήρος του μεσημεριού», «Διψασμένοι»,

  • Παραστάσεις του Εθνικού Θεάτρου
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 18 Μάρτη 2009

«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα», στο «Ρεξ»
«Ο κλήρος του μεσημεριού»
  • Εικόνα σου, δημιούργημά σου, είναι κοινωνία κι όσο θα παραμένεις κοινωνία εκμεταλλευτών, διεφθαρμένων, απατεώνων, υποκριτών, παρασίτων, ηλιθίων, θρησκόληπτων, θα χρειάζεσαι λέρες σαν κι αυτόν… Αυτή τη φαρμακερή αλήθεια πέταξε κατάμουτρα στην τσαρική κοινωνία ο «θεμελιωτής» του ρωσικού κριτικού ρεαλιστικού θεάτρου, Αλεξάντρ Οστρόφσκι, διά στόματος του Γκλούμοφ, του κεντρικού προσώπου στην καυστική κωμωδία του «Το ημερολόγιο ενός απατεώνα» (1868). Μια εκπληκτική κοινωνιολογική και ανθρωπολογική «τοιχογραφία», με ποικίλα είδη ανθρωποτεράτων της χώρας του. Πλούσιοι και άφραγκοι ψευτοάρχοντες, μεγαλοαστοί, αστοιχείωτοι πολικάντες, κρατικοί υπάλληλοι και στρατιωτικοί – παράσιτα, μοιχοί κύριοι και κυρίες, μπαγαπόντες υπηρέτες και ποικίλα άλλα κοινωνικά, εκκλησιαστικά, παραεκκλησιαστικά…
  • Παράγωγο όλων αυτών είναι ο διαολεμένος, εγγράμματος, αλλά άφραγκος νεαρός Γκλούμοφ, που, με συνεργό τη μάνα του, μηχανεύεται διάφορες απατεωνιές για να εισχωρήσει στην «υψηλή» κοινωνία, να αποκτήσει κρατική θέση, και να παντρευτεί μια πλούσια νέα. Όλα τα σχέδιά του κινδυνεύουν να ναυαγήσουν όταν η μοιχός ερωμένη του ανακαλύπτει το ημερολόγιό του, όπου κατέγραφε το «ποιόν» όλων των θυμάτων του. Αυτά εξαγριώνονται, αλλά κι εκείνος τα ξεδοντιάζει με τη μόνη αλήθεια: Άθλιοι κι απατεώνες είστε κι εσείς όλοι, αλλά με χρειάζεστε γιατί είμαι ικανότερος από εσάς!
«Διψασμένοι»
  • Το καυστικότατο περιεχόμενο του διαχρονικά επίκαιρου έργου αναδείχνεται πλήρως με την υψηλής καλαισθησίας εικαστική όψη της παράστασης (σκηνογραφία Μανόλης Παντελιδάκης, ενδυματολογία Ελένη Μανωλοπούλου), τη γλαφυρή μετάφραση (Λεωνίδας Καρατζάς), την εκφραστική κινησιολογία (Κυριάκος Κοσμίδης), τους φωτισμούς (Σάκης Μπιρμπίλης), προπάντων με την ενδιαφέρουσα, συγκροτημένης ερμηνευτικής άποψης, σκηνοθεσία του Γιάννη Κακλέα. Η σκηνοθεσία, θέλοντας να υπογραμμίσει την κοινωνική καταγγελία και όχι τα κωμικά χαρακτηριστικά του έργου, με μια καθ’ υπερβολήν, βέβαια, υπέρβαση της εποχής και της εθνικότητάς του, παρομοίασε τα πρόσωπα του έργου με τις τερατόμορφες ανθρώπινες φιγούρες της καυστικότατης σειράς σκίτσων του Γκόγια, «Καπρίτσια». Η σκηνοθεσία καθοδήγησε αποτελεσματικά όλους τους ηθοποιούς. Ο Οδυσσέας Παπασπηλιόπουλος, με σαρκαστικό σκηνικό «νεύρο» ερμήνευσε εξαιρετικά τον κεντρικό ρόλο. Το παραπέμπον στον Γκόγια «εύρημα» της σκηνοθεσίας ευτύχησε, ιδιαιτέρως, με τις ερμηνείες των Δημήτρη Πιατά, Μαρίας Τσιμά, Ελένης Κοκκίδου, Γιώργου Οικονόμου. Πολύ καλές, ισόρροπες με τη σκηνοθεσία αλλά και με την κωμικότητα και ελαφράδα που απαιτεί το ήθος του έργου, είναι οι ερμηνείες των Φιλαρέτης Κομνηνού, Σοφίας Σεϊρλή, Θέμι Πάνου, Γιάννη Νταλιάνη.
«Ο κλήρος του μεσημεριού», στο «Πειραιώς 260»
«Το ημερολόγιο ενός απατεώνα»
  • Καθολικός έως μυελού οστών, συντηρητικός ιδεολογικά, καριερίστας διπλωμάτης, οπαδός του αισθητισμού, διαμορφωτής (κατά τα πρότυπα της Βίβλου) ενός εκτενούς, μακρόσυρτου, γλωσσικά ναρκισσευόμενου και επιτηδευμένου στίχου, ο Πολ Κλοντέλ, υπηρετώντας στην Απω Ανατολή (1895-1909), σε εποχή που συνεχίζονταν οι πόλεμοι του οπίου, που οργίαζε ο ανταγωνισμός των αποικιοκρατικών ευρωπαϊκών χωρών, που ο λαός της Κίνας και άλλων ασιατικών χωρών πέθαινε από πείνα και λοιμώδεις νόσους, ο αδιάφορος για τα πάθη των ασιατικών λαών Κλοντέλ βίωσε έναν έρωτα «αμαρτωλό». Ερωτεύτηκε μια, πυρετικά ερωτική, παντρεμένη συμπατριώτισσά του. Ο έρωτας αυτός ενέπνευσε τα έργα του «Ο κλήρος του μεσημεριού» (πρώτη γραφή το 1905, δεύτερη το 1945) και «Το ατλαζένιο γοβάκι» (1929). Ορθώς, το Εθνικό Θέατρο, μετακαλώντας τον Γερμανό σκηνοθέτη Γιόσι Βίλερ, επέλεξε την πρώτη γραφή του «Κλήρου του μεσημεριού» (αυτήν σκηνοθέτησε ο Βίλερ και στη Γερμανία), σε πολύ καλή μετάφραση του Στρατή Πασχάλη. Η πρώτη γραφή (ο Κλοντέλ είχε απαγορεύσει το ανέβασμά της) είναι πιο βιωματικό, πιο ζωντανό, λιγότερο θρησκομανές, λιγότερο εγκεφαλικό θέατρο απ’ ό,τι η συνήθως παιζόμενη δεύτερη γραφή του έργου. Επίκεντρό του είναι η όμορφη Υζέ, γυναίκα – «μοίρα» τριών αντρών. Του επιχειρηματία συζύγου και πατέρα των παιδιών της, Ντε Σιζ. Του νέου, ποιητικά στοχαστικού, θρήσκου, αμόλυντου από την ερωτική αμαρτία, διπλωματικού εκπροσώπου της Γαλλίας, Μεζά. Και του τυχοδιώκτη μπίζνεσμαν Αμαλρίκ. Ο Μεζά υποκύπτει στη γοητεία της Υζέ. Εκείνη εγκαταλείπει τα παιδιά και το σύζυγό της, γεννά ένα νόθο παιδί με τον Μεζά, αλλά τον εγκαταλείπει, μαζί με το νόθο της, για να καταλήξει ερωμένη του Αμαλρίκ και να ζήσει μαζί του, έως θανάτου του νόθου και της ίδιας – στην εξαθλίωση. Εξαθλίωση – καθαρμός της, που προκαλεί αθεράπευτο συνειδησιακό πόνο στον Μεζά.
«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς»
  • Εμπειρος σκηνοθέτης ο Γ. Βίλερ, με τους ίδιους συνεργάτες που είχε ανεβάζοντας το έργο στη Γερμανία, «μεταφύτευσε» μια παράσταση καλαίσθητη στην όψη, λιτής ψυχογραφικής και «ποιητικής» ατμόσφαιρας, αλλά μάλλον… στα γρήγορα. Πράγμα που διαφαίνεται κάπως με τις ερμηνείες των πολύ ταλαντούχων ηθοποιών. Σπουδαίο υποκριτικό «όργανο», με σπάνια ικανότητα να ψυχοσωματοποιεί κάθε αναπνοή, κάθε σκέψη, κάθε συναίσθημα, κάθε λέξη, κάθε σιωπή του προσώπου που υποδύεται, η Αμαλία Μουτούση, κυριαρχεί ερμηνευτικά, αλλά δείχνει να στηρίζεται στις δικές της δυνάμεις, παρά στην καθοδήγηση του σκηνοθέτη. Λειψή σκηνοθετική καθοδήγηση δείχνουν και οι άλλες ερμηνείες. Η αβεβαιότητα προς τα πού να βαρύνει την ερμηνεία του ο πάντα αισθαντικός και στέρεος Νίκος Κουρής (Μεζά), η υποκριτική αμηχανία του Νίκου Καραθάνου (Ντε Σιζ), η υποκριτική πόζα και υπερβολή του Λάζαρου Γεωργακόπουλου (Αμαλρίκ).
«Διψασμένοι», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»
  • Στη μικρή σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας» παρουσιάστηκε το έργο του Λιβανοκαναδέζου συγγραφέα Ουαζντί Μουαουάντ «Διψασμένοι». Εργο πικρόγλυκου χιούμορ, μελαγχολικά «παιγνιώδες», αντλημένο από εφηβικές μνήμες του συγγραφέα, με θέμα τις ανάγκες, τις επιθυμίες, τις ανησυχίες, τις συνήθειες, τις συμπεριφορές, τις αγωνίες, την κριτική ματιά, την απογοήτευση, ακόμη και την κατάθλιψη των εφήβων από την εκπαίδευση, την κοινωνία, τους θεσμούς, τα μύρια όσα προβλήματα της καθημερινότητας των μεγαλουπόλεων. Ενα κείμενο φαινομενικά «απλοϊκό», δραματουργικά ανεπιτήδευτο, ανθρώπινο, με κατανόηση κι αγάπη για τη νιότη. «Ηρωες» του έργου είναι δυο έφηβοι – ο Μερντόκ και η Νορβέζ – και ο ενήλικος πλέον Μπουν, που ανασκαλεύει τη δική του εφηβεία και τα «τραύματά» της.
  • Το κείμενο, σε μετάφραση της Εφης Γιαννοπούλου, με αφαιρετικότατο σκηνικό και ταιριαστά στα πρόσωπα κοστούμια (Ολγα Λεοντιάδου), ευτύχησε με την απλότητα, την ευαισθησία, τη συναισθηματική θέρμη, το χιούμορ, την παιγνιώδη «αφέλεια» της σκηνοθεσίας του Μανώλη Μαυροματάκη (με συνεργάτρια την Τζένη Αργυρίου), τις πολύ καλές ερμηνείες του ίδιου (Μπουν), του πολύ ελπιδοφόρου νέου ηθοποιού Προμηθέα Αλειφερόπουλου και της Στεφανίας Γουλιώτη.
«Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», στο «Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»
  • Από αυτοβιογραφικά κείμενα μπορεί να προκύψουν σοβαρά, σημαντικά, ουσιαστικά σοβαρού προβληματισμού σκηνικά δημιουργήματα, αλλά και ανούσια και προβληματικά. Σε ένα λαό σαν το δικό μας, που υπέφερε από αμέτρητα δράματα και τραγωδίες που προκάλεσε, μετά τον εμφύλιο, η μαζική οικονομική -και πολιτική- μετανάστευση, λ.χ. στη Γερμανία, μάλλον ως «παρωνυχίδες», αν όχι ασημαντότητες και αστειότητες, ηχούν τα βιώματα του – αφηγηματικού ουσιαστικά και όχι θεατρικού – αυτοβιογραφικού έργου του Ακύλα Καραζήση «Ο χορός της μοναχικής καρδιάς», που ο ίδιος σκηνοθέτησε, στη μεγάλη σκηνή του «Σύγχρονου Θεάτρου Αθήνας». Ο Ακ. Καραζήσης, έζησε στη Γερμανία σαν φοιτητής κάμποσα χρόνια. Ισως γιατί «ψαχνόταν», ίσως για να «απογαλακτιστεί» ψυχολογικά από τους γονείς του, κι όχι από βιοποριστική ανάγκη. Προφανώς κουβαλά κάποια βιώματα.
  • Αλλά όσα – «χύμα» μάλιστα – αφηγείται κειμενικά και σκηνοθετικά, παρασάγγας απέχουν από το σκληρό βιοποριστικό αγώνα των Ελλήνων μεταναστών (αγώνας και των φτωχών, αναγκασμένων να δουλεύουν για τον επιούσιο, φοιτητών), από την ανάγκη να βοηθήσουν τους δικούς τους στην Ελλάδα, από το βάσανο της προσαρμογής σε μια ξένη χώρα, από τους εργατοσυνδικαλιστικούς, πολιτικούς, εκπαιδευτικούς αγώνες τους εκεί, από τη μοναξιά και τη νοσταλγία για την οικογένεια και την πατρίδα. Χαμπάρι δεν πήρε ή αδιαφορούσε για όλα αυτά τα σοβαρά βιώματα των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία – και στη δεκαετία του ’70 και ’80 – ο συγγραφέας του έργου; Αυτά είναι ουσιώδη βιώματα κι όχι η ερωτική σχέση και συμβίωση με μια άλλης εθνικότητας μετανάστρια, τα μεθυσμένα ξεφαντώματα και τις δήθεν νοσταλγικές παρόλες για την πατρίδα σε ελληνική μπουζουκοταβέρνα, οι ψευτοενοχές του γιου που δεν έγραψε ποτέ γράμμα στο γονιό, η δήθεν αυτοψυχανάλυση, τα δήθεν «αριστερά» ιδεολογήματα. Κρίμα, που ένας τόσος καλός ηθοποιός, ικανός για σημαντικούς ρόλους, σπατάλησε για τη σκηνοθεσία και την ερμηνεία του αυτοβιογραφικού κειμένου του και τις δικές του δυνάμεις και άλλων καλών ηθοποιών, μεταξύ των οποίων η ξεχωριστά ταλαντούχα Μαρία Σκουλά.

* «Ο κλήρος του μεσημεριού» – Εθνικό Θέατρο – Πειραιώς

  • Ο κλήρος της τελειότητας
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Νίκος Καραθάνος (πλάτη), Αμαλία Μουτούση και Νίκος Κουρής στον «Κλήρο του μεσημεριού»
  • Μέχρι πρόσφατα αναρωτιόμουν -μαζί φαντάζομαι με αρκετούς ακόμη-, για το ποια θα έπρεπε να θεωρηθεί φέτος η κεντρική παράσταση του Εθνικού Θεάτρου. Μέσα στην πληθώρα και την ανισότητα των προτάσεων -το φετινό Εθνικό αποτελεί ολόκληρη σεζόν από μόνο του-, είναι δύσκολο να καταλήξει κανείς στο πού τέλος πάντων βρίσκεται το κέντρο βάρους, η παράσταση που θα μπορούσε να χαρακτηρίσει από μόνη της τον φετινό απολογισμό της κρατικής σκηνής.
  • Φρόντισε να απαντήσει στην απορία μου η παράσταση του «Κλήρου του μεσημεριού» στην Πειραιώς. Είναι πρόωρη η εκτίμησή μου βέβαια, ωστόσο η ίδια η βαρύτητα της πρότασης, η σκηνοθεσία και η συμμετοχή των ηθοποιών με φορτίζουν από κοινού με ένταση. Θα πρόσθετα ακόμη και με καθαρό ενθουσιασμό, αν δεν υπήρχε η επιφύλαξη ότι πρόκειται στην πραγματικότητα για παλιότερη ξένη παραγωγή, που ανεβαίνει τώρα με Ελληνες ηθοποιούς. Αλλιώς, θα μιλούσαμε για μία από τις σημαντικότερες στιγμές του θεάτρου μας τα τελευταία χρόνια.
  • Οφείλω να θυμίσω εδώ το βαθμό δυσκολίας που κρύβει το ανέβασμα του συγκεκριμένου έργου. Ο «Κλήρος του μεσημεριού» είναι ένας ποταμός λόγου και μουσικής που γράφτηκε από όλους τους Κλοντέλ μαζί, με όλες τις ιδιότητες που διέθετε ο συγγραφέας ως πρέσβης, ποιητής και πιστός καθολικός: είναι φτιαγμένο από το ίδιο ποσοστό απόκρυψης, μετάθεσης και υπέρβασης. Και περιέχει περισσότερη σιωπή από λέξεις.
  • Ακολουθώντας το δικό του δρόμο, ο Πολ Κλοντέλ στάθηκε απέναντι στους καιρούς του και με δονκιχωτική διάθεση ζήτησε να κρατήσει ζωντανούς τους δικούς του ανεμόμυλους της πίστης. Νικήθηκε βέβαια, αλλά νικήθηκε θριαμβεύοντας: στέκει σήμερα νηφάλιος πάνω από τον αιώνα του, στη θέση για την οποία εργάστηκε και κόπιασε, ανάμεσα στο πάνθεον των αθανάτων και τον παράδεισο των θνητών. Οσο για τον «Κλήρο», αυτός παραμένει για το σύγχρονο θέατρο το ακριβό του έπαθλο: το να καταφέρει ένας σκηνοθέτης να εκτρέψει τον ποταμό στο χώρο της σκηνής θεωρείται, και αποτελεί, σημάδι ωριμότητας, δεξιοτεχνίας και τόλμης.
  • Και να το κατόρθωμα! Οσοι επισκεφτήκαμε την Πειραιώς θαυμάσαμε στη σκηνοθεσία του Γιόσι Βίλερ τη διαφάνεια και τη λεπτότητα, την ποιητική νύξη που, ξεκινώντας από το σώμα, κλιμακώνονται για να κατακτήσουν με πεποίθηση ολόκληρη τη σκηνή. Δίπλα σε αυτή τη σπουδαία σκηνοθεσία, τα κεκλιμένα σκηνικά της Ανια Ράμπες και οι έξοχοι φωτισμοί του Μαξ Κέλερ (υλοποιημένοι από τον Λευτέρη Παπαδόπουλο) μιλούσαν τα ίδια για τον κόσμο του Κλοντέλ, τον σκοτεινό και αγγελικό.
  • Δεν θα σταθώ όμως εδώ περισσότερο -βιάζομαι να στραφώ στους Ελληνες. Νομίζω ότι η Ιζέ της Αμαλίας Μουτούση θέτει την ηθοποιό αυτόματα στην κορυφή της γενιάς της. Ιδιαίτερα στο πρώτο μέρος της παράστασης μεταμορφώνεται σε ένα πλάσμα εξαϋλωμένο, φτιαγμένο από σκέψη, πόθο και φως. Η παράσταση παρακολουθεί τη βύθιση του πλάσματός της στο σκοτάδι, τη σήψη και την παραίτηση. Ο Νίκος Κουρής αντέχει στον Μεζά το βάρος ενός άλλου τιτάνιου προσώπου, προσωπίδα του ίδιου του Κλοντέλ, που παραδέρνει στο κολαστήριο των αναποφάσιστων και ακροβατεί στην καζαντζακική ρωγμή ανάμεσα στο πάθος και το χρέος. Ο Αμαλρίκ του Λάζαρου Γεωργακόπουλου δίνει το αρσενικό στην πιο αντιφατική εκδοχή του. Και ο Νίκος Καραθάνος είναι ο αγαθός και ετεροφωτισμένος Ντε Σιζ – ο μόνος που αξίζει τη σωτηρία.

Κουαρτέτο ηθοποιών που αγγίζει την τελειότητα και μάλιστα σε ρόλους τόσο θεμελιώδεις για το θέατρο του εικοστού αιώνα. Μια σπουδαία παράσταση. *

  • ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/03/2009