**«Ο θάνατος του Τενταζίλ» Θέατρο Βαφείο

  • Θέατρο πέρα από ψυχολογία και μίμηση

  • **«Ο θάνατος του Τενταζίλ» Θέατρο Βαφείο
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Είναι ασφαλώς δύσκολο να εγγυηθώ ότι ο καθένας θα βρει στην επιμελημένη παράσταση της ομάδας Angelus Novus το ζητούμενο του θεάτρου που ενδιέφερε τον Μέτερλινκ.

Αξιοπρόσεχτες οι ερμηνείες σε μια κάπως ακαδημαϊκή παράσταση

Αξιοπρόσεχτες οι ερμηνείες σε μια κάπως ακαδημαϊκή παράσταση

Ο τρόμος από την ανακάλυψη της σκιάς πίσω από τον φωτεινό και συγυρισμένο βίο, η διαπίστωση μιας άλλης ζωής μέσα από το παράξενο μονοπάτι των λέξεων και του αντίλαλού τους, είναι βαρύθυμες πια υποθέσεις για τον ορίζοντα της σύγχρονης πρόσληψης. Ακόμη όμως και αν αρκετοί δεν βρουν στο έργο του Βέλγου συμβολιστή την ξεθυμασμένη του ένταση, χωρίς αμφιβολία η παράσταση του θεατρολόγου και καθοδηγητή της ομάδας, Δαμιανού Κωνσταντινίδη, αποκτά ως εγχείρημα πολλαπλό ενδιαφέρον. Οχι μόνο γιατί γνωρίζει στη σκηνή μας ένα από τα σημαντικότερα δημιουργήματα του συμβολισμού, αλλά γιατί ισοσταθμίζει με αυτό την κάπως μονόπατη αντίληψή μας για τον μοντερνισμό στο γύρισμα του προηγούμενου αιώνα. Η βαριά πράγματι παρουσία του νατουραλισμού στη διαμόρφωση του νεότερου θεάτρου κρύβει από πολλούς τη σημασία που είχε για τη σύγχρονη τέχνη της σκηνής το έτερο, αντίθετο, κάποτε εφάμιλλο σε επιδόσεις κίνημα της απελευθέρωσης της τέχνης από τη δουλεία της πιστής ή της πιστότερης αναπαράστασης του κόσμου.

Σε αντίθεση με το αίτημα της εποχής και την επιταγή της επιστήμης για ένα βλέμμα τίμιο και ευθύβολο στον άνθρωπο και την κοινωνία του, το παλιό ρεύμα του ρομαντισμού θύμισε με τον παραπόταμό του, τον συμβολισμό, τον δεύτερο τρόπο του καλλιτέχνη να κοιτάει: με τα μάτια κλειστά και προς τα μέσα. Ο Μέτερλινκ υπήρξε για την πράξη του θεάτρου ό,τι ο Μαλαρμέ για τη θεωρία του: εισηγητής ενός θεάτρου που δεν δείχνει αλλά σημαίνει, δεν παίζει αλλά λειτουργεί, δεν ψάχνει αλλά βρίσκει.

Αν υπάρχουν αντιρρήσεις για τη σημασία αυτού του κινήματος στη διαμόρφωση της παγκόσμιας δραματουργίας, για τη σημασία του ειδικότερα στον χώρο της θεατρικής γλώσσας δεν υπάρχει ασφαλώς καμιά. Με ή χωρίς έργα, ο συμβολισμός γονιμοποίησε ένα θέατρο που δεν στηρίζεται στην ψυχολογία και τη μίμηση, που ξεκινάει από συλλογικά αποκτήματα για να καταλήξει στην αυτογνωσία, και το οποίο χρησιμοποιεί το τελετουργικό στοιχείο για την ανάκληση της ειδικής συγκινησιακής κατάστασης της θρησκευτικής μυσταγωγίας. Πέρα από τη δραματουργική βαρύτητα του «Θανάτου του Τενταζίλ», άλλη τόση ή και μεγαλύτερη βαρύτητα έχει ο τρόπος με τον οποίο επιτάσσει τη σκηνική του ολοκλήρωση. Προβάλλει ένα νέο τρόπο υποκριτικής και ανεβάσματος, μια νέα συλλογιστική για το θέατρο. Χωρίς τον υπόγειο ποταμό του από σύμβολα και ασυνείδητα φερτά, δεν μπορούμε να κατανοήσουμε το σύγχρονο θέατρο του δημιουργού από τον Κάντορ και τον Γκροτόφσκι μέχρι τον δικό μας Τερζόπουλο.

Στο «Βαφείο» συναντούμε την υποβλητική ατμόσφαιρα του συμβολιστικού οράματος, όπως θα πρέπει να τη φανταστούμε στο θέατρο του Λινιέ-Πο. Παραμύθι, με σύσπαση τραγικότητας στο κέντρο. Δύο αδελφές προσπαθούν να γλιτώσουν από τα χέρια της κακιάς βασίλισσας τον μικρό αδελφό τους. Εις μάτην. Το θέατρο φτάνει έτσι τον θεατή του μέχρι τον τοίχο της γλώσσας και του κόσμου. Από την άλλη μεριά σημαίνει το μυστικό στοιχείο.

Αξιόλογη, αν και κάπως ακαδημαϊκή παράσταση. Η αντίληψη για έναν ηθοποιό «μαριονέτα», που «πεθαίνει» ως ορθολογικό ον και «ξαναζωντανεύει» σαν παρθένο σώμα του ασυνειδήτου έχει μπολιάσει μια σειρά από βιωματικές τάσεις της υποκριτικής. Αν παραβλέψει κανείς αυτή την παρατήρηση, η παράσταση του «Βαφείου» διέθετε αληθινή ατμόσφαιρα υποβολής και έκκεντρη λιτότητα μέσων. Με τα μέσα τους και την καθοδήγηση του σκηνοθέτη οι ηθοποιοί έδωσαν αξιοπρόσεκτες παρουσίες: Γιώργος Κρήτος, Ελλη Μερκούρη, Αννη Ντουμούζη, Δέσποινα Παπάζογλου (η αξιολογότερη, ως Ιγκρεν), Καλλιόπη Σίμου και Μαρίνα Χατζηιωάννου.*

Advertisements

«Ο θάνατος του Τενταζίλ» στο Θέατρο Βαφείο

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 04/04/2010

Το κίνημα του συμβολισμού που ξέσπασε περίπου το 1885 στη Γαλλία για να μεταδοθεί αστραπιαία και στις άλλες χώρες της Ευρώπης είχε ως επιδίωξη να απαλλάξει την ποίηση και την τέχνη από τη στείρα μίμηση τον άγονο νατουραλισμό και τη λατρεία της φόρμας, αξιοποιώντας τη διαίσθηση, το συναίσθημα και το όνειρο, εισάγοντας το αίνιγμα και τον μύθο, για να ανοίξει νέους, άγνωστους δρόμους προς μια ολιστική, «συμπαντική» σκέψη, χωρίς τα δεσμά του, σε στενή έννοια, ορθολογισμού. Στην πραγματικότητα άνοιξε τον δρόμο στον μοντερνισμό και μετά από αυτόν στον υπερρεαλισμό.

Θεωρούμενος ως διαπρεπής εκπρόσωπός του συμβολιστικού κινήματος, ο Βέλγος Μορίς Μαίτερλινκ (1862-1949), γνωστός κυρίως στην Ελλάδα από το παραμυθόδραμά του «Το γαλάζιο πουλί», πηγαίνει ωστόσο ένα βήμα πιο πέρα, όντας περισσότερο ένας «μυστικός» του θεάτρου, ο οποίος εισάγει την έννοια της μυητικής εξαγνιστικής και αναγεννητικής θυσίας, μέσα σε έναν συσσωρευτικό πολιτισμό που θεωρεί τον θάνατο ως ένα οριστικό τέλος και όχι ως ένα τόπο μετάβασης. Με μοιραία συνέπεια την προσκόλληση του ανθρώπου σε μια ανάπηρη ζωή, αφοσιωμένη στο άπειρο κέρδος και στην ανακυκλούμενη λαγνεία της εξουσίας.

«Ο θάνατος του Τενταζίλ» που εντάσσεται από τον συγγραφέα σε μια ενότητα «μικρών έργων για μαριονέτες», είναι με αυτήν την έννοια ένας μεταλλαγμένος μεσαιωνικός μύθος που οι ρίζες του φθάνουν μέχρι τον «Κύκλο του βασιλιά Αρθούρου» από όπου προέρχονται τα ονόματα των ηρώων, αλλά και στη γερμανική κοσμογονία, σύμφωνα με την οποία στην αρχή υπήρχε το δέντρο του κόσμου (Υγκντραζίλ) από το οποίο αποκόπηκαν δύο ανθρώπινα όντα, αρσενικό και θηλυκό, που γέννησαν κατόπιν τους ανθρώπους. Ο μύθος αυτός μάλιστα έχει επηρεάσει πιθανότατα τον Χάινριχ Κλάιστ στο «δοκίμιο για τη μαριονέτα», όπου ο συγγραφέας μας μιλά, όπως ο Μαίτερλινγκ, για το «πλεονέκτημα της (ξύλινης) κούκλας που αιωρείται απέναντι στον άνθρωπο, επειδή η παρουσία μνήμης ταράζει την ισορροπία του ανθρώπινου όντος και οδηγεί στην απώλεια της χάρης του…». Για να αναρωτηθεί κατόπιν ο συγγραφέας: «μήπως θα έπρεπε να ξαναγευθούμε τον καρπό της γνώσης και να επιστρέψουμε άλλη μια φορά στο «ξύλο του δένδρου της ζωής, δηλαδή στην ηλικία της αθωότητας;».

Δεν είμαι έτοιμος αυτή τη στιγμή να αποδείξω κατά πόσον το έμμετρο «δοκίμιο για τη μαριονέτα» του Κλάιστ επηρέασε τη σκέψη και τη γραφή του Μαίτερλινκ, ιδιαίτερα στον «Τενταζίλ». Κάνω μόνο αυτή την υπόθεση εργασίας. Το όλο κλίμα όμως ταιριάζει: Ένα μικρό παιδί, ο Τενταζίλ, επιστρέφει στο «νησί» από όπου τον είχαν φυγαδεύσει οι δύο αδελφές του, Υγκραίν και Μπελανζέρ, για να τον σώσουν από μια ζηλόφθονη, εκδικητική μητέρα – βασίλισσα. Οι αδελφές του μαζί με τον παιδαγωγό Ανγκλοβάλ μάταια προσπαθούν να τον σώσουν από τις άγριες υπηρέτριές της που στέλνει η βασίλισσα για να τον απαγάγουν και να τον πάνε σε αυτήν. Μια πόρτα, βαριά σαν τάφου, κλείνει στο τέλος πίσω του… Θα μπορούσαμε ίσως να δούμε την στοιχειώδη υπόθεση αυτού του έργου ως μια παραλλαγμένη, «εκχριστιανισμένη» «Ορέστεια», καθαρμένη από τη δραματική πλοκή του πρωτότυπου και επικεντρωμένη στο γενεσιουργό μύθο, ενός νήπιου «Ορέστη», αθώου, που «θυσιάζεται» τελετουργικά και επιστρέφει στο «ξύλο της ζωής» (Σταυρό), πριν ακόμη συλλάβει καν στην σκέψη του τη «μνήμη» του προπατορικού αμαρτήματος ή του φόνου της μάνας…

Αυτή είναι μια μόνο ανάλυση που δεν εξαντλεί ασφαλώς ολόκληρη τη δυναμική του πολυεπίπεδου, σύνθετου αυτού έργου. Σημειώνω ακόμη ότι η παράσταση του έργου από τον Μέγιερχολντ στη Μόσχα, στάθηκε αφορμή της ρήξης του με τη Στανισλάφσκι, που διαφωνούσε με τους χαμηλούς φωτισμούς…

Το έργο μεταφράζει θαυμάσια και σκηνοθετεί ο Δαμιανός Κωνσταντινίδης με την ομάδα Angelus Novus της Θεσσαλονίκης, στο Θέατρο «Βαφείο». Είναι μια αριστουργηματική και γνήσια αντιμιμητική, εξαντλητικά και επίπονα δουλεμένη παράσταση, από ποίηση μουσική, φως και σκιές, όπου όλη η ενέργεια των ασκημένων, με κατακτημένη πλήρως την τεχνική της «ανθρώπινης μαριονέτας» (κυριολεκτικά στην περίπτωση ο όρος), έξι, ισάξιων ηθοποιών (Γιώργος Κρήτος, Έλλη Μερκούρη, Άννη Ντουμούζη, Δέσποινα Παπάζογλου, Καλλιόπη Σίμου, Μαρίνα Χατζηιωάννου), συγκεντρώνεται εκπληκτικά στα ακροδάχτυλά της! (Κίνηση Έφης Δρόσου). Μια παράσταση κυριολεκτικά «γραμμένη στα ακροδάκτυλα», γεμάτη χάρη και γοητεία, που «εξαγνίζει» ομοιοπαθητικά το βαρύ της θέμα Τα «ευτελή» (με τη Θουκυδίδεια σημασία) σκηνικά κοστούμια του Απόστολου Αποστολίδη κερδίζουν, οι χαμηλοί και σκιώδεις γωνιακοί φωτισμοί της Ελίζας Αλεξανδροπούλου (ομάδα beforelight) τέμνουν χωρίς να τεμαχίζουν τα σώματα. Η μουσική του Κώστα Βοζίκη «σημαίνει τα καίρια». Για μια ακόμη φορά η Θεσσαλονίκη ανεβαίνει στην κορυφή των θεατρικών μας πραγμάτων.