«Ο ΕΦΙΑΛΤΗΣ ΤΗΣ ΕΥΤΥΧΙΑΣ» ΤΗΣ ΓΟΥΣΤΙΝΕ ΝΤΕΛ ΚΟΡΤΕ / ΗΘΟΠΟΙΟΙ ΤΙΤΙΚΑ ΣΑΡΙΓΚΟΥΛΗ, ΕΦΗ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ

  • Ο Δυτικός κανόνας
  • Η ΑΥΓΗ: 31/05/2009
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ

«Ο εφιάλτης της Ευτυχίας» ονομάζεται το έργο, της Γουστίνε ντελ Κόρτε, μεξικανικής καταγωγής, που ζει και κάνει καριέρα στη Γερμανία. Μέσα από σύντομες ιστορίες με χαλαρή σύνδεση μεταξύ τους, το έργο αφηγείται την οδυνηρή περιπέτεια του «μικρού» σύγχρονου ανθρώπου, που πίστεψε στις επαγγελίες της Δύσης για την έλευση, μέσω της εδραίωσης του ορθού λόγου, μιας παγκόσμιας ευτυχίας, μοιρασμένης δίκαια σε όλους τους ανθρώπους. Για να διαπιστώσει σήμερα με απελπισία ότι στο μεγαλεπήβολο αυτό σχέδιο δεν είχε προβλεφθεί θέση για τους νικημένους, και για όσους είχαν την ατυχία να μείνουν εκτός της ιστορίας.

Το κυνήγι μιας άπιαστης, ιδανικής απόλυτης, ευτυχίας (παράδεισος), μια ιδέα που καλλιέργησε η Δύση, κατέληξε να γίνει μόνιμος εφιάλτης των «κυνηγών» της. Όταν, στο όνομα της καθαρής ορθολογικότητας (που αποκτά νόημα μόνο μέσα στη βιωμένη εμπειρία), βιαζόμαστε (και με τις δύο έννοιες του όρου) ν’ απωθήσουμε το ιστορικό μας φορτίο της οδύνης, του θανάτου του πένθους και της απώλειας. Αδυνατώντας έτσι να διαχειριστούμε ατομικά και συλλογικά το πένθος.

Οι παραδοσιακές κοινωνίες διέθεταν τρόπους, τελετουργικούς ή άλλους, για να αντιμετωπίζουν το πρόβλημα. Εντύπωση μου κάνει πάντως, ότι το έργο της Ντελ Κόρτε, όπως παραστάθηκε στο «Εθνικό» σε μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα και της Μαρίας Μαντή, είναι ολόκληρο ιδωμένο κάτω απ’ τη σκοπιά του «διαφωτισμένου» κομματιού της σύγχρονης σκέψης. Βλέπει, διαπιστώνει, εκθέτει το αδιέξοδο του εγκλεισμού του ανθρώπου στην υποκειμενικότητα της επιθυμίας, αλλά μένει εκεί. Δεν προτείνει κάτι, δεν προσφέρει στον εξαντλημένο εξασθενημένο δυτικό λόγο, έναν αντίλογο.

Η συγγραφέας, αν και προέρχεται από έναν άλλο, «διαφορετικό» πολιτισμό (Μεξικό), που έχει διατηρήσει εν μέρει τη σχέση του με το σκοτεινό, το ανέλεγκτο και το ονειρικό, μια φάση πολιτισμού, που ίσως αντιστοιχεί σε ένα πρώιμο, «παιδικό» στάδιο ανάπτυξης του ανθρώπου, στο οποίο μπορούν ακόμη οι επιθυμίες ν’ αναδύονται ελεύθερα σε αναφορά προς μια «παραδείσια» κατάσταση, δεν μπολιάζει, παρά ταύτα, το έργο της με ανάλογα βιωματικά στοιχεία. Το έργο που παρακολουθήσαμε δεν είναι μια κάθετη μυητική καταβύθιση στο «άλλο» της ύπαρξης, αλλά μια ψύχραιμη, οριζόντια, σχεδόν λογιστική καταμέτρηση κερδών και ζημιών του «νεωτερικού» φαινομένου, πάντα με τον απαράβατο ορθολογικό δυτικό κανόνα. Έστω.

Η σκηνοθεσία του Χουβαρδά προσεγγίζει το έργο κάτω από μια γωνία διανοούμενη – αναλυτική και υπό το πρίσμα πρόσφατων σχετικά θεωρητικών αναζητήσεων για την πρωτογενώς μιμητική φύση της ανθρώπινης επιθυμίας. Ξεκινά μάλλον από ένα προχωρημένο φυλάκιο της σύγχρονης ψυχανάλυσης, η οποία βλέπει την επιθυμία σαν μίμηση της επιθυμίας ενός άλλου. Όπου, η «επιθυμία που επιθυμεί» (το φαντασιακό) έχει πάντα θεατρικό χαρακτήρα, είναι μια παράσταση, και το «πραγματικό» δεν υπάρχει (δεν εμφιλοχωρεί) πριν απ’ τη θεατρική του αναπαράσταση.

Σε συνέπεια με τα πιο πάνω, χρησιμοποιώντας το έργο ως όχημα ο Χουβαρδάς έστησε μια παράσταση του φαντασιακού – επιθυμητικού, μέσα και επάνω στην (πραγματική) θεατρική αναπαράστασή του στη σκηνή. Θα έλεγα, κάτι σαν: «Πάθη και μεταμορφώσεις του (επιθυμούντος) σώματος του ηθοποιού, κάτω από την τυραννία (της επιθυμίας) του σκηνοθέτη…». Μια άποψη ριψοκίνδυνη αλλά διαποτισμένη, ευτυχώς με αρκετό χιούμορ. Η αποθέωση αυτής της θεατρικότητας για τη θεατρικότητα, και της φόρμας για τη φόρμα, δεν ξέρω πόσο κοντά μας έφερε στην ουσία ενός γόνιμου, σύγχρονου προβληματισμού για τον ρόλο του θεάτρου σήμερα.

Ήταν όμως αρκετά διασκεδαστική με μουσικούς, χορευτικούς ρυθμούς, μονταρισμένη πάνω σε μια γνωστή μπαλάντα του Μπομπ Ντίλαν (μουσική διδασκαλία της Μελίνας Παιονίδου), με εναλλαγές κεντρικών – περιφερειακών ρόλων, με προσοχή στις λεπτομέρειες με δουλεμένους ρόλους, και κυρίως με έντονο πηγαίο αυτοσαρκασμό, σ’ όλα τα επίπεδα. Χάρις στον διαβολικό οίστρο του Δημήτρη Λιγνάδη που επωμίζεται τον κύριο ρόλο του σκηνοθέτη – διαμεσολαβητή της «επιθυμίας που επιθυμεί», αλλά και στο αμέριστο κέφι των άλλων ηθοποιών.

Αναφέρω πρώτες τις έξοχες «ντίβες» Έφη Παπαθεοδώρου και Τιτίκα Σαριγκούλη. Τον θαυμάσιο «κομπέρ» του Γιώργου Γλάστρα και τον επιγραμματικό «κλόουν» της Κόρας Καρβούνη. Την επική «καλβική», Λουκία Μιχαλοπούλου. Τη λυρική, «σολωμική», Στεφανία Γουλιώτη. Την Ηλέκτρα Νικολούζου, με έντονο σκηνικό αποτύπωμα – στίγμα. Την ανεπίληπτη σωματικότητα της Αλεξάνδρας Αϊδίνη. Τη σκηνική σοφία της Θέμιδας Μπαζάκα. Την ήρεμη πείρα της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη.

Τη σταθερή, παυσίλυπη παρουσία της Όλγας Δαμάνη. Τη σπιρτόζα Ελένη Κοκκίδου. Την εξελισσόμενη «ενζενύ» Λουίζα Κωστούλα. Επίσης, μεστοί από «επιθυμητικό» με υποκριτική βούληση έως βουλιμία, οι Σωκράτης Πατσίκας, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Μάκης Παπαδημητρίου, Λούσιο Βίκτορ Δίας και Χ.Ε. Χατανάκα. Τα θεαματικά κοστούμια είναι της Κάτριν Κρουμπαϊν και οι θεματικοί φωτισμοί του Λευτέρη Παυλόπουλου.

Advertisements

«Ο εφιάλτης της ευτυχίας» Εθνικό Θέατρο, Κοτοπούλη

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Μαΐου 2009

  • Θέλω να είμαι ευτυχισμένος!

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Βρίσκουμε την ευτυχία στη δυστυχία, στο καινούργιο, στην πεζότητα, στη δράση, στη λαγνεία, στη γνώση ή στην άγνοια;

Οι χαρακτήρες της Γιουστίνε ντελ Κόρτε δεν το γνωρίζουν. Είκοσι άνδρες και γυναίκες εμπλεγμένοι σε έναν χορό αποτυχημένων προσδοκιών, δοκιμάζουν μοντέλα αναζήτησης της ευτυχίας, που σε διάφορες γλώσσες και με διάφορους τρόπους λένε «όχι» στην πραγματικότητα, παρά το μότο-έκκληση της βραδιάς: «Μην αιωρείσαι στο Πιθανό, άδραξε με τόλμη το Πραγματικό»…

Φυσικά, το κλου του έργου βρίσκεται στην αποτυχία αυτής της αξίωσης. Ενας κομφερανσιέ (Γιώργος Γλάστρας) με βελούδινη φωνή προσπαθεί να μας πείσει τραγουδιστά στο πιάνο πως «death is not the end – πάμε μαζί!» Μια ξυπόλητη γυναίκα φορτωμένη σακούλες τού σουπερμάρκετ (Θέμις Μπαζάκα), ηδονίζεται με το περιεχόμενό τους, λαχανιάζει, συνέρχεται από τον απελπισμένο καταρρακτώδη μονόλογό της, αποσύρεται στα πίσω καθίσματα της σκηνής. Ενας σκηνοθέτης (Δημήτρης Λιγνάδης) σκυλοβρίζει σε τακτά διαστήματα τους ηθοποιούς του, μια κοπέλα περιγράφει με λαμπερό μάτι το αυτοξεπαρθένεμά της (Ηλέκτρα Νικολούζου), στο στόμα ενός νεαρού κοριτσιού φυτρώνουν λουλούδια, γιατί μικρό το φιλούσε ο πατέρας του (Κόρα Καρβούνη), μια γυναίκα σε κόκκινο κοντό φουστανάκι (Καρυοφυλλιά Καραμπέτη) μιλά με ανέκφραστη κατάνυξη για τον υπέροχο άνδρα τής ζωής της, που δυστυχώς αλλάζει ανά επταετία, επιφέροντας βαθμιαία τη μοναξιά.

Σε ολόσωμη ασημί φόρμα, η Στεφανία Γουλιώτη ορμά με θεαματικές κατακορύφους για να μας εξηγήσει γιατί σιχαίνεται τις πέστροφες. Επιστροφή Μπαζάκα με σακούλες και εθισμό. Σε μια στιγμή νηφαλιότητας εύχεται «ας γινόταν πόλεμος», πριν αρχίσει τον εαυτό της στα χαστούκια. Μια ευτραφής με κόκκινα μαλλιά προβάλλει από το βάθος και μας προτρέπει να ξαναγαπήσουμε τον Θεό, «το επίγειο είναι κάτι προσωρινό» (Ελένη Κοκκίδου). Σε θέση προσοχής, δύο αληθινές γριούλες απευθύνουν ένα άσμα προς τον Πλάστη. Οι συγκινητικές Εφη Παπαθεοδώρου και Τιτίκα Σαριγκούλη γλιτώνουν από τη νεκρή φύση της πρωτοτυπίας.

Πολύχρωμες μπαλαρίνες σε «πάρτι παρθένων», ένας ποδηλάτης με ράστα, εργάτριες σε διάλειμμα τσιγάρου («εμένα μόνο το γαμήσι με χαλαρώνει»), ένας αληθινός Γιαπωνέζος (Χιροχίσα Χατανάκα), κι άλλα κορίτσια, με περίεργα πλην βαρετά βιογραφικά, μοιράζονται τα λοξά επιθεωρησιακά νούμερα με μουσική, χορό, τραγούδι.

Πολλή κουβέντα για την ευτυχία στο πρωτόλειο της Μεξικανογερμανίδας πρώην ηθοποιού. Το θέμα μια απύθμενη χοάνη, όπου μέσα της βουρλίζονται θεωρίες, κοινοτοπίες, σλόγκαν, στιλάτα σιχαμένες μοχθηρίες, αμαζονοειδείς ατάκες για το εφιαλτικά αηδές ανθρώπινο είδος που λέγεται «άνδρας». Μέσα και ο Θεός, η πίστη, η κατάθλιψη, η ψυχοθεραπεία, ο καταναλωτισμός. Οι απελπισμένες της Ντελ Κόρτε καταποντίζονται μεταξύ υστερίας και αιτημάτων αλήθειας.

Εάν το έργο έχει κάποιο μήνυμα, αυτό κονιορτοποιείται ανάμεσα σε βωμολοχίες, θεατρικό αίμα, αδιέξοδες ακρότητες και αλόγιστη φλυαρία, αφήνοντάς μας τη γεύση μιας τηλεοπτικής βραδιάς με άγριο ζάπινγκ. 43 σκηνές απόλυτου συναισθηματικού κιτς, διάτρητες από διαπεραστικά χυδαία χωρία και λεκτική ασωτεία («από το μουνί σου τρέχει κάτι»), όπου οι χαρακτήρες εγκαταλείπονται να κοπανιούνται χωρίς τέλος, εξαπολύοντας τις νευρώσεις τους ο ένας στον άλλο.

Είναι απορίας άξιον πώς αυτό το -στην καλύτερη περίπτωση- προσωπικό προσχέδιο θεατρικού έργου έφτασε μέχρι τη διαπρεπή εθνική σκηνή, σπαταλώντας τη δυναμική ενός ευφυούς σκηνοθέτη (Γιάννης Χουβαρδάς) και το ταλέντο μιας έξοχης ομάδας ηθοποιών. Φεύγουμε χωρίς μεταφυσικό ή υπαρξιακό ρίγος…

Μετάφραση: Γιώργος Δεπάστας, Μαρία Μαντή. Κοστούμια: Κάτριν Κρούμπαιν. Υπόλοιποι ρόλοι: Σωκράτης Πατσίκας, Λουκία Μιχαλοπούλου, Ολγα Δαμάνη, Δημήτρης Κουτρουβιδέας κ.ά. *

«Ο εφιάλτης της ευτυχίας» και «Sabine X» από το Εθνικό Θέατρο. «Θραύσματα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 27 Μάη 2009
  • Κειμενικές και σκηνικές αναζητήσεις
«Ο εφιάλτης της ευτυχίας»
  • «Ο εφιάλτης της ευτυχίας» από το Εθνικό Θέατρο («Κοτοπούλη – Ρεξ» )
  • Ο ηθοποιός, καλύτερα από όλους τους άλλους συντελεστές του θεάτρου, ξέρει ότι εν αρχή ην ο λόγος, και ότι εκείνος γίνεται φορέας και πομπός του λόγου. Κι ότι ο λόγος, κι όχι τα εντυπωσιοθηρικά σκηνοθετιλίκια, καθορίζει όλη την ουσία, όλες τις πτυχές του κάθε προσώπου – ρόλου. Αυτό το μεγάλο κρατούμενο στη θεατρική τέχνη το έμαθε και το συνειδητοποίησε δουλεύοντας ως ηθοποιός η Μεξικανή – σπουδαγμένη στη Γερμανία – Γιουστίνε ντελ Κόρτε, όπως φαίνεται από το πρώτο της θεατρικό έργο «Ο εφιάλτης της ευτυχίας». Αυτό το έμαθε, λόγω πολύχρονης σκηνοθετικής πείρας του και ο Γιάννης Χουβαρδάς, όπως αποδείχνει ανεβάζοντας το έργο της Κόντε (στο «Κοτοπούλη», σε μια απέριττη, χωρίς σκηνικά, χωρίς σκηνοθετικά κόλπα παράσταση. Διαθέτοντας την καθημερινής χυμώδους αμεσότητας γλώσσα της μετάφρασης (Γιώργος Δεπάστας – Μαρία Μάντη) και ταλαντούχους ηθοποιούς, επιβεβαίωσε ότι στο θέατρο τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει ο ηθοποιός, η υποκριτική τέχνη. Το έργο της Κόντε, διαρθρωμένο με 47 – μικρές έως και μονόλεπτες – σπονδυλωτές σκηνές, δίνοντας άμεσες και έμμεσες σκηνικές και ερμηνευτικές οδηγίες, αρχικά μοιάζει χύμα. Καθώς, όμως, τα πρόσωπα που έπλασε επανέρχονται και εκθέτουν όλο και περισσότερο τα βιώματα, την ψυχή, τα καθημερινά προβλήματά τους, την απογοήτευση, τη μοναξιά, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τις διαψευσμένες ελπίδες της νιότης για ένα μερίδιο ευτυχίας, ο θεατής διαπιστώνει ότι το έργο διαθέτει ένα γερό αλλά υπόκρυφο μυθοπλαστικό και θεματολικό ιστό, συνθεμένο (αλλού ανάλαφρα, αλλού με πικρό χιούμορ, αλλού με υποδόρια δραματικότητα), συνθεμένο με φέτες ζωής που αναλογούν σε αμέτρητους σημερινούς ανθρώπους, διαφόρων ηλικιών. Μοναδικό εύρημα αλλά και κόσμημα της παράστασης είναι η χρήση έντεκα γνωστών ξένων τραγουδιών (ενορχηστρώσεις Νίκου Πλάτανου), ερμηνευμένα από καλλίφωνους ηθοποιούς, που παίζουν και διάφορα μουσικά όργανα. Ολοι, ανεξαιρέτως, οι ηθοποιοί καταθέτουν τις καλύτερες υποκριτικές ικανότητές τους. Ο ένας καλύτερος από τον άλλο, ανεξάρτητα από το μέγεθος των ρόλων τους. Δύσκολο, ίσως και άδικο, να ξεχωρίσει κανείς κάποιους, σε μια παράσταση τόσο υψηλού ερμηνευτικά συνόλου. Ολοι είναι άξιοι επαίνου και αναφοράς (με τη σειρά εμφάνισής τους): Γιώργος Γλάστρας, Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Λούσιο Βίκτορ, Σωκράτης Πατσίκας, Λουκία Μιχαλοπούλου, Κόρα Καρβούνη, Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Χιροσίμα – Ερμής Χατανάκα, Λουίζα Κωστούλα, Ολγα Δαμάνη, Στεφανία Γουλιώτη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Ελένη Κοκκίδου, Εφη Παπαθεοδώρου, Τιτίκα Σαριγκούλη, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Αλεξάνδρα Αϊδίνη.
«Ο πίθηκος του Κάφκα»
  • «Sabine X» από το Εθνικό Θέατρο («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)
  • Aναίτια καμιά μάνα δε γίνεται παιδοκτόνος; Η παιδοκτονία της Μήδειας οφείλεται σε πολλά. Στην απιστία του φιλόδοξου, ατομιστή, αχάριστου Ιάσονα, στη συνειδητοποίηση ότι ενώ για χάρη του πρόδωσε δικούς και πατρίδα, ανταμείβεται με εξορία της ίδιας και των παιδιών της και καταδίκη της να περιπλανιέται άπατρης πια. Αναίτιες δε θα ήταν και οι παιδοκτονίες, πριν λίγα χρόνια στη Γερμανία, μιας γυναίκας, της Σαμπίνε, η οποία, όπως αποκαλύφθηκε, δολοφόνησε και έθαψε στη γη και σε γλάστρες του πατρικού σπιτιού της εννιά νόθα παιδιά της. Η υπογράφουσα αγνοεί ποιες αιτίες θεώρησαν ως πιθανές η γερμανική κυβέρνηση και δικαιοσύνη. Πάντως, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο και στην κοινωνία δεν είναι αναίτιο και ανεξήγητο. Επόμενα και οι παιδοκτονίες της γυναίκας αυτής κάποιο ή πολλά αίτια είχαν. Αρκεί να θέλει κανείς να τα δει, να τα εξηγήσει, να τα ονομάσει. Πράγμα, που δεν έκανε, τολμηρά και συγκεκριμένα, ο Μανώλης Τσίπος, με το βασιζόμενο στο πραγματικό γεγονός έργο του «Sabine X». Αφησε όμως στην κρίση του θεατή και κάποιες θολές υποθέσεις του. Εκείνος που δε θέλησε να δει, να πει, να υποδείξει, έστω μόνο μια αιτία που προκαλεί μια τέτοια τραγωδία, αλλά και αχρήστευσε εντελώς τις θολές υποθέσεις του συγγραφέα, είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης. Πρόθεση του Ανέστη Αζά, ήταν να εντυπωσιοθηρήσει, φορτώνοντας το έργο με αχρείαστα, δήθεν παιγνιώδη, δήθεν ειρωνικού χιούμορ, ευρήματα, νομίζοντας, ίσως, ότι έτσι διαφυλάσσει το έργο από τον κίνδυνο να θεωρηθεί μελοδραματικό. Η σκηνοθεσία στέρησε από το έργο κάθε ίχνος κοινωνικού περιεχομένου. Αλλά και αισθητικά το μπουρδούκλωσε τόσο που να μη είναι ούτε υπαρξιακό, ούτε οικογενειακό, ούτε κοινωνικό δράμα, ούτε σάτιρα, ούτε κωμωδία. Το μετέτρεψε σε κάτι μεταξύ θεάτρου του παραλόγου και μεταμοντέρνας γελοιοποίησης της τρομερής τραγωδίας που λέγεται παιδοκτονία. Η σκηνοθεσία αχρήστευσε και την εξαιρετική, αισθαντική, άμεση, αληθινή ηθοποιό Μαρία Τσιμά, ζητώντας της να υποδυθεί μια χωρίς – ψυχιατρική, συναισθηματική, κοινωνική, οικογενειακή, εργασιακή ή άλλη αιτία – ελευθεριάζουσα σεξουαλικά με αγνώστους, παιδοκτόνο. Η σκηνοθεσία κατάντησε σαχλαμάρα, ακόμα και μια σκηνή που μπορούσε να γίνει δραστικό πολιτικο-κοινωνικό σχόλιο και να αναδείξει κάποια σημαντική αιτία για τις παιδοκτονίες της Σαμπίνε. Τη σκηνή της πολιτικού που αγορεύοντας στη Βουλή, έστω υποκριτικά, αναφέρει ως πιθανά αίτια των παιδοκτονιών της Σαμπίνε, την ανεργία, την κοινωνική ανασφάλεια και περιθωριοποίηση του αδύναμου κοινωνικο-οικονομικά ανθρώπου, το πενιχρό επίδομα γέννας προς τις ανύπαντρες και άνεργες μητέρες, με αποτέλεσμα τη μοναξιά, τον αλκοολισμό, το ανερμάτιστο σεξ. Η σκηνοθεσία δεν αξιοποίησε σαν καυστικό σχόλιο ούτε τη σκηνή για την αθλιότητα των ΜΜΕ απέναντι στην τραγωδία της παιδοκτόνου. Κατά τον σκηνοθέτη, η Σαμπίνε είναι – απλώς και μόνο – μια αγαθιάρα, μπεκρού και σεξομανής που πνίγει τα μωρά της, αναίτια, ασυνειδητοποίητα, χωρίς αίσθημα ντροπής και δυστυχίας. Ούτε γάτα να ήταν… Ο σκηνοθέτης περιπαίζοντας το θέμα του έργου (που με άλλη σκηνοθεσία θα μπορούσε να αποκτήσει ουσιαστικότερο νόημα και να δικαιολογήσει τη βράβευσή του), ώθησε και τους ηθοποιούς να το περιπαίξουν. Και μια απορία: Ποιο, πώς, πόσο σοβαρά καταρτισμένο, σεβαστικό, ωφέλιμο για το κάθε έργο, τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες ρόλο παίζουν οι εμφανιζόμενοι, ως δραματολογική συνεργασία, τους οποίους τα κρατικά θέατρα υποχρεούνται να προσλαμβάνουν;
«Θραύσματα»
  • Μπέκετ και Κάφκα – «Θέατρο πέρα από τα όρια»
  • Το φετινό Φεστιβάλ «Πέρα από τα όρια» περιέλαβε δύο παραστάσεις, αληθινή «ευλογία» για την τέχνη του θεάτρου, με τη σοφά απέριττη, υψηλής αισθητικής – σκηνοθετική και ερμηνευτική ανάγνωση, σπουδαίων, μάλιστα, κειμένων. Αναφερόμαστε στο μόνιμο συμμέτοχο αυτού του φεστιβάλ, Πίτερ Μπρουκ, ο οποίος, ανέβασε σε ενιαία παράσταση, υπό τον τίτλο «Θραύσματα», τέσσερα μικρά κείμενα του Μπέκετ – τρία διαλογικά και ένα βουβό («Θέατρο Ι», «Νανούρισμα», «Πράξη χωρίς λόγια ΙΙ», «Πηγαινέλα»), που παρά την εκπληκτική συντομία τους συμπυκνώνουν, στο μέγιστο βαθμό, τον οικουμενισμό της μπεκετικής θεματολογίας για την απαξίωση του νοήματος και τις χαμένες προσδοκίες της ζωής, τη μοναξιά, την κατάπτωση του μακραίωνου μέσου επικοινωνίας των ανθρώπων – του λόγου, τα γηρατειά και το θάνατο. Με τη λιτότατη, χωρίς σκηνικά και σκηνοθετικά φτιασίδια, σκηνοθετική καθοδήγηση του Μπρουκ και τις εξαιρετικά ακριβείς και εκφραστικές ερμηνείες των Καλίφα Νάτουρ, Χέιλι Καρμάικλ και Μαρτσέλο Μάνι, μέσα από το ανάλαφρο χιούμορ αλλά και τη δηλητηριώδη ειρωνεία αναδύθηκε όλο το βάθος, όλη η ουσία της μπεκετικής αγωνίας και μελαγχολίας, για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
  • Μεγάλη, αλησμόνητη αποκάλυψη αποτέλεσε η ερμηνεία της γνωστής στην Αγγλία, αλλά άγνωστης και πρωτοεμφανιζόμενης στο ελληνικό θεατρόφιλο κοινό, Ελληνίδας ηθοποιού Κάθριν Χάντερ, με τον «Πίθηκο του Κάφκα» (διασκευή του καφκικού διηγήματος «Αναφορά στην Ακαδημία» από τον Κόλιν Τίβαν), από το λονδρέζικο θέατρο «Yoong Vic». Η υπογράφουσα δε γνωρίζει ποιους άλλους ρόλους και πόσο καλά τους ερμήνευσε η Κάθριν Χάντερ. Η ερμηνεία της, όμως, ως πίθηκος που βιαίως εξαναγκάστηκε από κυνηγούς να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο και καλείται από ακαδημαϊκούς (καταγόμενοι κι από αυτοί από τον πίθηκο, όπως όλο το ανθρώπινο γένος) να διηγηθεί πώς έγινε και πώς ζει σαν «άνθρωπος», ήταν «θηριώδους» δύναμης – φωνητικής, κινησιολογικής, ψυχοδιανοητικής – και μεταμορφωτικής ικανότητας. Ερμηνεία συναρπαστική, σπάνιας τέχνης και τεχνικής. Ερμηνεία, επιπλέον με μοναδική αίσθηση του χιούμορ ως επικαλύμματος της μελαγχολικής επίγνωσης ότι ο άνθρωπος δεν εξυψώθηκε πλήρως από το επίπεδο του ζώου. Οτι με τα ήθη, τον τρόπο ζωής, τις συμπεριφορές, τις συνήθειες, την υποκρισία, τη βιαιότητά του καταντά το χειρότερο είδος ζώου, το πιο επικίνδυνο και για τη φύση και για την κοινωνία. Συντελεστές αυτής της υπέροχης ερμηνείας είναι οι: Βάλτερ Μεγεργιόχαν (σκηνοθεσία), Ιλάν Ρέιχελ (κινησιολογία), Νικόλα Κονταμπάσια (μουσική επιμέλεια).