«Ο αμπιγέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο Κάππα

  • Οσο υπάρχει ο Νόρμαν

  • «Ο αμπιγέρ» του Ρόναλντ Χάργουντ στο θέατρο Κάππα, σε σκηνοθεσία Νίκου Μαστοράκη

  • ΛΟΥΙΖΑ ΑΡΚΟΥΜΑΝΕΑ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 28 Μαρτίου 2010

«O αμπιγιέρ» του Pόναλντ Xάργουντ στο θέατρο «Kάππα»

  • «O αμπιγιέρ» του Pόναλντ Xάργουντ, σε Mετάφραση Eύας Γεωργουσοπούλου και Σκηνοθεσία Nίκου Mαστοράκη, στο θέατρο «KAΠΠA»
  • Tης Ολγας Μοσχοχωριτου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 16/01/2010

Tελικά αυτό το έργο του Xάργουντ συνεχίζει ακόμα και σήμερα, κοντά 30 χρόνια μετά την πρώτη του εμφάνιση στην αγγλική σκηνή, να συγκινεί το κοινό κατορθώνοντας συνάμα να εγγραφεί στο διεθνές ρεπερτόριο με αξιώσεις «κλασικού» πλέον κειμένου, παρά το ό,τι πρόκειται ουσιαστικά για μια δραματική κομεντί. Oι λόγοι, κατά τη γνώμη μου, γι’ αυτήν την αξιοζήλευτη καριέρα είναι δύο. O πρώτος αφορά στο κοινό και τη γοητεία που του ασκεί κάθε έργο που αναφέρεται στο ίδιο το θέατρο, την εσωτερική του ζωή, τη ματιά από την κλειδαρότρυπα των παρασκηνίων.

Σαν η σκηνή και τα παρασκήνια να αποτελούν τη μικρογραφία της ίδιας της ανθρώπινης κατάστασης. O δεύτερος αφορά στους ίδιους τους ηθοποιούς που το επιλέγουν γιατί διαθέτει δύο αβανταδόρικους ρόλους, εκείνου του γερασμένου πρωταγωνιστή και το «κύκνειο άσμα του» και του αμπιγιέρ, του κλειδοκράτορα του καμαρινιού, του αφανούς εμπίστου υπηρέτη του πρωταγωνιστή, αυτού που ελέγχει την ίδια του την παρουσία. Στα παραπάνω ας υπολογίσει κανείς ότι το στόρι στηρίζεται σε πραγματικά στοιχεία της εγγλέζικης παράδοσης των περίφημων σαιξπηρικών μπουλουκιών και ότι το έργο διαδραματίζεται στο B’ Παγκόσμιο Πόλεμο, με φόντο τους χιτλερικούς βομβαρδισμούς του Λονδίνου, συν το γεγονός ότι ο συγγραφέας έχει ζήσει παρόμοιες καταστάσεις. Tο στοίχημα λοιπόν για κάθε νέο ανέβασμα τέτοιων έργων παίζεται στις ερμηνείες των δύο βασικών ρόλων και το σκηνικό κλίμα που θα κατορθωθεί να δημιουργηθεί.

O Nίκος Mαστοράκης εμπιστεύτηκε τους ηθοποιούς του και άφησε αυτούς να δημιουργήσουν τη μαγεία. H ερμηνεία του Γιώργου Kωνσταντίνου στο Σερ δεν υπήρξε για μένα έκπληξη. Δεν νομίζω ότι διαθέτουμε πολλούς ακόμα ηθοποιούς τέτοιας παλιάς στόφας, που να ενσαρκώνουν και να φέρουν οι ίδιοι εσωτερικά την ιστορία του θεατρίνου. Eμοιαζε επί σκηνής να μην παίζει ένα ρόλο, αλλά να βίωνε πραγματικά τη μοναξιά και τη μελαγχολία που κρύβεται στην πίσω όψη της θεατρικής μάσκας.

O Xρήστος Στέργιογλου υπήρξε ακριβής και σωστός, αλλά πολύ εμφανής, χωρίς την υπαινιχτικότητα που απαιτούσε ο μυστικοπαθής ρόλος του Aμπιγιέρ. Aπό τους υπόλοιπους ηθοποιούς, η Yβόννη Mαλτέζου υπήρξε μια οικεία «Λαίδη», όλο συγκίνηση και η Γιώτα Φέστα μια πειστική στο κοστούμι της ζωής της «Mαρτζ».

// //
//

*«Ο Αμπιγιέρ» – Θέατρο «Κάππα»

  • Θεατρική κατάθεση

  • *«Ο Αμπιγιέρ» – Θέατρο «Κάππα»
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 12 Δεκεμβρίου 2009

Μετά τα τόσα ανεβάσματα του «Αμπιγιέρ» διεθνώς, αναρωτιέμαι τι μένει να πει κανείς για το ίδιο το έργο του Ρόναλντ Χάργουντ, που πέτυχε -κάπως αναπάντεχα- στις αρχές της δεκαετίας του ’80 να σημειώσει ένα από τα μεγαλύτερα σουξέ της αγγλικής σκηνής.

Παραμένει ακόμα και σήμερα μια εντυπωσιακή αναγωγή του φαινομενικά συγκεκριμένου και ειδικού στη σφαίρα της ανθρώπινης ευαισθησίας. Και αποδεικνύει, μια ακόμη φορά, ότι το ίδιο το θέατρο -η ζωή και ο κόσμος του, η εικόνα του, είτε εμπρός είτε πίσω από τα παρασκήνια- παραμένει μια από τις πλέον ισχυρές και γοητευτικές αναλογίες της ανθρώπινης κατάστασης.

Με αυτά τα εφόδια, μια καταρχήν ασήμαντη ιστορία για κάποιον «πρώτο στο χωριό» ηθοποιό της περίφημης παράδοσης των περιοδευόντων αγγλικών θιάσων σεξπιρικού ρεπερτορίου και για τον πιστό αμπιγιέρ του, μοιάζει να κουβαλά στους ώμους της τις αμαρτίες και τις ελπίδες όλου του κόσμου. Στα χρόνια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου ένας περιπλανώμενος θίασος -της μαύρης ανάγκης και της συμφοράς- γυρνάει τις πόλεις της Βρετανίας με έργα του Σέξπιρ. Τον κεντρικό ρόλο καταλαμβάνει αυτοδικαίως ο αποκαλούμενος «Σερ», ένας βετεράνος ηθοποιός της επαρχίας στη δύση και την κρίση της καριέρας του. Ο Σερ κουβαλά πάνω του τη νεότητα της τέχνης και το βάρος της. Είναι μαζί γοητευτικός και ανυπόφορος, ρομαντικός και τσαρλατάνος.

Στο έργο του Χάργουντ ωστόσο πρωταγωνιστής δεν είναι αυτός ο Σερ αλλά κάποιος άλλος: πρόκειται για το πρόσωπο των παρασκηνίων, που πίσω από τη λάμψη των προβολέων κρατάει αθόρυβα και ανώνυμα τον οίκο του θεάτρου όρθιο. Ο Αμπιγιέρ είναι και ο ίδιος πλασμένος από το υλικό της σκηνής που υπηρετεί, φέρει μαζί με την παθητικότητα, το μελαγχολικό χιούμορ των ηρώων της. Ακόμα πιο πίσω βρίσκονται οι υπόλοιποι θεατρίνοι του θιάσου, πρόσωπα όλα της ωμής καθημερινότητας και της μυθικής ιδιαιτερότητας του θεάτρου, ένας θίασος εκτός πολιτικής ή ιστορίας, ένα μπουλούκι από ψυχές που έλκονται και καίγονται από το φως. Είναι μια όμορφη ιστορία αυτή του Χάργουντ που δεν διδάσκει και δεν επιβάλλει τίποτα από μόνη της. Δείχνει σεμνά, με μελαγχολία και χιούμορ, μια παραβολή της ζωής και μια μικρογραφία της, σαν κινέζικο θεατρικό κουτί όπου κάθε σκηνή εγκολπώνεται μιαν άλλη, μικρότερή της.

Η επιτυχία του σκηνοθέτη Νίκου Μαστοράκη είναι διπλή: Πρώτον, γιατί ανέδειξε την ατμόσφαιρα του έργου, μια ατμόσφαιρα που αντιστρέφει τον Μπρεχτ και χρησιμοποιεί τη σκηνή του σαν μήτρα μιας πανθεατρικής πραγματικότητας. Δεύτερον, γιατί άφησε τη διδασκαλία του να διδαχθεί από τους ηθοποιούς της. Ο «Αμπιγιέρ» του Χρήστου Στέργιογλου μπορεί να είναι σπουδαίος ρόλος, παραμένει ωστόσο «ρόλος». Ο Σερ όμως του Γιώργου Κωνσταντίνου είναι κάτι άλλο: είναι κατάθεση. Είμαστε τυχεροί που έχουμε στο θέατρό μας έναν ηθοποιό που μπορεί να παίξει αυτόν τον Σερ, γιατί σε αυτόν το ρόλο κρύβεται μια ολόκληρη παραπομπή του θεάτρου μας. Αληθινός και απτός, σκιαγραφεί από μνήμης σχεδόν το προφίλ μιας μορφής του θεάτρου που νιώθουμε πως είναι πια οριστικά χαμένη. Βυθισμένος στη σιωπή και τη φλυαρία του Σερ, μόνος και μοναχικός, ο Γιώργος Κωνσταντίνου διαλύει μπροστά μας τα στεγανά και τα όρια για το πού ξεκινά το θέατρο και το πού καταλήγει.

Ο Χρήστος Στέργιογλου δούλεψε το ρόλο του εξαντλητικά: θέλω να πω δεν υπάρχει άλλο βάθος από αυτό στο οποίο βυθίζεται ο ίδιος για να βρει τη μυστική ζωή του Αμπιγιέρ του. Οι υπόλοιποι συμπληρώνουν μια αξιόλογη παράσταση. Η Υβόννη Μαλτέζου είναι μια αληθινά συγκινητική «Λαίδη», η Γιώτα Φέστα μια ευανάγνωστη Ματζ. Ο Φώτης Θωμαΐδης, ο Δημήτρης Λιόλιος και η Ερατώ Πίσση πολύ καλοί σε μικρότερους ρόλους. Τα σκηνικά της Εύας Μανιδάκη και τα κοστούμια του Παύλου Θανόπουλου πιστά στο ύφος και το πνεύμα της παράστασης. *