Ελένης Γκασούκα «Φουρκέτα», Ανούιγ-Λόρκα-Μπρεχτ-Ουίλιαμς «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές»

  • Γυναίκες σε ανδρείες εκδοχές
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΒΑΡΒΕΡΗΣ
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 29 Mαρτίου 2009

Αγαπούν, θυσιάζονται, παρακμάζουν, προδίδουν, διαψεύδονται σε οκτώ μονολόγους

  • ΑΝΟΥΙΓ-ΛΟΡΚΑ-ΜΠΡΕΧΤ-ΟΥΙΛΛΙΑΜΣ: Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές. Σκην.: Βασίλης Νικολαΐδης. ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου (στο Θ. Τέχνης)

  • ΕΛΕΝΗ ΓΚΑΣΟΥΚΑ: Φουρκέτα. Σκην.: Ελένη Γκασούκα. Θέατρο Εμπορικόν

  • Υπό τον σχοινοτενή και μάλλον ατυχή τίτλο «Από της ζωής τα μέρη χάθηκαν οι ποιητές» (στίχος ενός αχρείαστου ακροτελεύτιου τραγουδιού της Αγαθής Δημητρούκα), στεγάστηκε μια ευτυχής παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου στο Θ. Τέχνης ως αφιέρωμα στα εκατό χρόνια από τη γέννηση του Κουν. Πρόκειται για παράσταση ευφυή στις επιλογές της, σφιχτά δεμένη, καλαίσθητη, νοσταλγική και προγραμματικά λυρική, που σκηνοθέτησε ο Βασίλης Νικολαΐδης, βασισμένος σε οκτώ γυναικείους μονολόγους από έργα της περιόδου 1946 – 1960, και τα οποία είχε ανεβάσει ως ατόφια πρωτοπορία ο Δάσκαλος.
  • Ανούιγ, Λόρκα, Μπρεχτ και Ουίλλιαμς είναι τέσσερις διαφορετικοί κόσμοι που περιέχουν μεγάλη γκάμα ερμηνευτικών προκλήσεων για την ηθοποιό που θα αποτολμήσει ένα τέτοιο δύσβατο και ποικιλώνυμο ρεσιτάλ. Ομως, όταν η σκηνοθεσία καθοδηγεί σωστά αλλά και κατορθώνει να «γλιστράει» διακριτά, όπως και σχεδόν ανεπαίσθητα, από τον ένα ρόλο στον άλλον, όταν η θεία μουσική του Μάνου Χατζιδάκι ευλογεί άνωθεν, όταν οι στίχοι του Γκάτσου υπηρετούν δημιουργικά το ήθος της μουσικής και των συγγραφέων, όταν οι μεταφραστές τους υπήρξαν δημιουργοί έγκυρου και ανθεκτικού στο χρόνο ελληνικού λόγου, τότε πολλοί παράγοντες εναγκαλίζονται το φιλόδοξο εγχείρημα για να το οδηγήσουν στην επιτυχία. Αλλοτε ρεαλιστική και «σκληρή», άλλοτε ονειρική και άλλοτε συνειδητά «πρωτόγονη» (στον Μπρεχτ), η κίνηση της Εφης Καρακώστα προσδιόρισε με ασφάλεια το πρόσημο των έργων, εκτελεσμένων όλων με ελάχιστες αλλαγές ενδυμάτων και σ’ έναν λιτότατο χώρο, τον οποίο φιλοτέχνησε συνεκδοχικά και συνδυαστικά ο μαέστρος του απολύτως απαραίτητου Γιώργος Ζιάκας.
  • Εχοντας ως συμπαραστάτη στο πιάνο τον και μουσικό επιμελητή Θόδωρο Κοτεπάνο, η Κάτια Γέρου, με το θεατρικό πάθος και τη ριζωμένη αυστηρή κουνική αντίληψη που την διακρίνει, αναμετρήθηκε με τα θηριώδη κείμενα. Δεν μιμήθηκε ρόλους, τους ενσάρκωσε πάνω στους δικούς της κώδικες και ανάλογα με το προσωπικό της ταμπεραμέντο. Γι’ αυτό άλλωστε και υπήρξε σε όλα τα κείμενα αληθινή, ενώ διέπρεψε περισσότερο στην «Ευρυδίκη» και στην «Αντιγόνη» του Ανούιγ, στον «Γυάλινο κόσμο» του Ουίλλιαμς και, ιδίως, στον «Κύκλο με την κιμωλία» του Μπρεχτ, του οποίου την Γκρούσα παλαιότερα είχε με σπαραγμό ερμηνεύσει. Αυτές οι προτιμήσεις οφείλονται σε μιαν εφηβικότητα και σ’ έναν άδολο λυρισμό που εκπέμπει η Γέρου ως ηθοποιός. Εκτιμητέες βέβαια παραμένουν και οι προσπάθειές της στον παρακμιακό δυναμισμό και στη φλογερότητα της Μπλανς Ντυμπουά ή της Αλεξάνδρας ντελ Λάγκο. Ας είστε εντούτοις βέβαιοι ότι η ηθοποιός τίμησε με αυτοθυσία τον δάσκαλό της, ορθώνοντας εκ του Υπογείου μια στέρεη καλλιτεχνική νησίδα στην αττική θεατρική κινουμένη άμμο.

«Φουρκέτα»

  • Στο θέατρο «Εμπορικόν», η χορογράφος και τώρα και συγγραφέας Ελένη Γκασούκα, μετά τους πετυχημένους παραλογικούς και ανατρεπτικούς «Hρωές» της, υπέγραψε ένα άνισο κείμενο, με σύγχρονο χιούμορ της παρέας, δραματική οικογενειακή υποδομή και επίπεδο, αναπογείωτο φινάλε. Η «Φουρκέτα» βαστάει γερά την «κόμμωσή» της μέχρι το διάλειμμα, διασκεδάζει ανεκδοτολογώντας, κάποτε συγκινεί ή και πρωτοτυπεί, αλλά μετά το έργο ξεφουσκώνει, αμβλύνεται το κέφι του, αραιώνουν οι ραφές του και εκβιάζονται οι λύσεις του. Ισως γι’ αυτήν την ανισότητα να ευθύνεται και η αυτοπαθής σκηνοθεσία της ίδιας της κ. Γκασούκα που, όπως ίσως ήταν αναμενόμενο αλλά όχι και φυσικό, βασίστηκε κυρίως στα ατού του κειμένου της καθεαυτού και λιγότερο στη σκηνική επεξεργασία τους. Το έργο, φωτισμένο ευεργετικά από την Κατερίνα Μαραγκουδάκη, φλερτάρει έντονα με τη χορευτική κίνηση και ιδίως με το τραγούδι, που έξοχα το υπηρετεί στις επιλογές του Πάνου Σουρούνη η καλλικέλαδη Βικτωρία Ταγκούλη.
  • Η όλη ιδέα περιστρέφεται γύρω από μια σημερινή «Μαίρη Παναγιωταρά», κωμική στις αντιδράσεις της και δραματική στις διαψεύσεις της, την οποία ενσαρκώνει με μπρίο αλλά και οδύνη η παγίως έκπληκτη στο βλέμμα της Μαρία Καβογιάννη. Δορυφόροι της οι υπόλοιποι, όλοι υποκριτικά σωστά κουρδισμένοι. Ο μοιχός σύζυγος του Κώστα Κόκλα είναι ψευτονταής, ανθρώπινος και μπαγάσας. Ο γιος Θανάσης Αλευράς εμπλουτίζει με ποικιλία λεπτομερειών τον νεαρό τζάνκη. Καθαρό, αγαπητικό βλέμμα προς τη σιτεμένη νοικοκυρά διαχειρίστηκε ο Πάρις Λύκος. Την πολιτικοποιημένη αδελφή της ηρωίδας προσπάθησε να τονίσει η κάπως θαμπή Ματίνα Νικολάου. Ο ανοϊκός παππούς με τις απροσδόκητες αντιδράσεις κέρδισε τις εντυπώσεις χάρη στην πείρα, τις αφοπλιστικές παντομίμες και την εφηβική κίνηση του αειθαλούς Μπάμπη Γιωτόπουλου.
  • Αν δούλευε πιο εντατικά και πιο ουσιαστικά, η κ. Γκασούκα ίσως είχε μετατρέψει το έξυπνο κολλάζ από σκετς της σε μια ακέραιη θεατρική μονάδα. Φουρκέτα, αλλά με μέτριας ποιότητας λακ.

Advertisements

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Μια θεατρική αφήγηση που επιζητεί την ποιητική αναπνοή της
Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκην.: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Θέατρο: Αμφι-Θέατρο

Στην αγέραστη μετάφραση άσφαλτου θεατρικού κριτηρίου του Μάριου Πλωρίτη (στον οποίο αφιερώνεται και η παράσταση), ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε ως άγριο ρέκβιεμ το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958) του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο σκηνοθέτης διάβασε εδώ και μας μετέδωσε μια ποιητική παραφορά, βασισμένη στους δύο άξονες – παραπληρωματικούς μονολόγους του μακρού αυτού μονόπρακτου. Είδα τελευταία φορά το έργο το 1999 με την έξοχη Νέλλη Αγγελίδου σε μια σκληρή, ρεαλιστική παράσταση του Κοραή Δαμάτη, στο Εθνικό. Τώρα, ο Ευαγγελάτος ανύψωσε το έργο στην περιωπή της τραγωδίας, δημιουργώντας μια διαρκή ατμόσφαιρα απειλής αλλά και δισσών λόγων ανάμεσα στις δύο «λογικές» που κονταροχτυπιούνται, εκείνην της ηγεμονικής μάνας που κάλυπτε με χίλια τεχνάσματα την ομοφυλοφιλία του ήδη νεκρού γιου της Σεμπάστιαν και στην άλλη, την πραγματική, της εξαδέλφης του, που προσπάθησε μάταια να τον «σώσει» σ’ ένα κοινό ταξίδι τους, το οποίο κατέληξε στον σπαραγμό και στον διασυρμό του από αόριστες, εξωτικές ανδρικές μορφές. Ενώ το έργο, μέσα στην ακραία ποιητικότητά του, φιλοξενεί και αρκετά περί ζωής, χρόνου, αγάπης και μίσους αποφθέγματα, ο Ευαγγελάτος τα ενέταξε πλήρως στη δραματική υφή του όλου ως απαραίτητα στοιχεία του, δίπλα και μέσα στον λυρικό ιστό του. Παρά την αντιρεαλιστική επιλογή, η ενότητα της παράστασης αφομοίωσε ως ποιητική την απουσία δράσης, οι δε κεντρικοί ηθοποιοί διδάχτηκαν μιαν ανελέητη εμπόλεμη μουσική.

Θεωρώ τη σκηνογραφική εργασία του Γιώργου Πάτσα υποδειγματική. Αντί για τον τροπικό κήπο του νεκρού Σεμπάστιαν, ιχνογράφησε μια ψυχεδελική χλωρίδα που παρέπεμπε τόσο στον προβληματικό ψυχισμό εκείνου όσο και στην αμφισβητούμενη ισορροπία της εξαδέλφης του. Ενδιαμέσως, ύψωσε υπέροχες ανθοστήλες, ως μια ασφυκτικά πένθιμη συνοδεία–νοσηρό τοπίο στο οποίο κινήθηκαν οι ηθοποιοί, αβίαστα ντυμένοι σύμφωνα με το ήθος των ρόλων. Η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, κάπως προσδοκώμενη υπογράμμιση των πιο έντονων στιγμών.

Η επάνοδος της Κατερίνας Χέλμη (μητέρα κυρία Βέναμπλ) στο θέατρο, μιας ηθοποιού που τόσο εκτιμούσε ο Μίνως Βολανάκης, χώρισε την υπόκρισή της στα δυο: Στην αρχή βεβαίωσε μια ρομαντική, θλιμμένη, νοσταλγική μάνα και στη συνέχεια, σύμφωνα και με τη σκληροτράχηλη υποκριτική της φυσιογνωμία, πέρασε σ’ ένα ιοβόλο τέρας εκβιασμών, γεμάτο πείσμα, εκδίκηση, οδύνη, χωρίς να της λείψουν τραγικές κορυφώσεις. Θεωρώ την επιλογή της για τον ρόλο μια ηλεκτρική καρέκλα, πάνω στην οποία το κοινό «δοκιμάζεται» ασταμάτητα.

Μικρή το δέμας αλλά μεγάλη την ικανότητα απεδείχθη η Μαρίνα Ασλάνογλου. Κράτησε σε πολύ υψηλούς τόνους τον δεύτερο μονόλογο της εξαδέλφης Κάθρην, δεν λύγισε ούτε μια στιγμή μπροστά στην εξουθενωτική διάρκειά του, γέμισε τη σκηνή με πάθος και ειλικρίνεια, κρατώντας τον θεατή «δέσμιό» της. Αλλοτε εύθραυστη, άλλοτε «άρρωστη» κι άλλοτε εκρηκτική, μας δίνει πολλές υποσχέσεις για το θεατρικό της μέλλον.

Ο γιατρός Κούκροβιτς του Θανάση Κουρλαμπά έστησε μια πλήρη προσωπικότητα. Ηξερε όχι μόνο να ακούει αλλά και να ενωτίζεται, όχι μόνο να είναι νηφάλιος αλλά και αποφασιστικός, όταν έπρεπε. Σταθερός τόσο ως ακροατής όσο και ως συμμέτοχος, έχει νομίζω κερδίσει μια ζηλευτή σκηνική πείρα υπό τις πολυετείς οδηγίες του Ευαγγελάτου αλλά και με την ευαισθησία και τον μόχθο του.

Η ολοσχερής επιτυχία μιας παράστασης εξαρτάται, βέβαια, και από τους δεύτερους ρόλους, συμβατικά παιγμένους εδώ από τους Π. Λυμπεροπούλου, Ζ. Ρηγοπούλου, Μ. Κυρίου, Λ. Πολυχρόνη.

Πινακοθήκη κολασμένων

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», παρότι μονόπρακτο, περιέχει μια ολόκληρη πινακοθήκη κολασμένων ανθρώπων και εφιαλτικών συμπεριφορών, που ισχύουν και σήμερα. Συνοψίζει πλήθος ερωτημάτων περί τις ευνουχιστικές σχέσεις μάνας και γιου, περί την ιατρική δεοντολογία (επαπειλούμενη λοβοτομή της Κάθρην), περί τη φύση των ζώων, των φυτών, την ομοφυλοφιλία και μάλιστα στην αιμοβόρα, διονυσιακή έκφανσή της, καθώς και την καταστατική απόγνωση του Ουίλιαμς για τη σκοτεινή ανθρώπινη μοίρα, την ανθρωποφαγία μας, τον ακατάβλη το κοινωνικό μας κανιβαλισμό.

Συνοψίζει μοίρα απόγνωσης, τολμώ να πω σχεδόν θεωρία απόγνωσης, που τυχαίνει εν προκειμένω να είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, «κάποιο φροντισμένο απόσπασμα αυτοβιογραφίας». Βέβαια, με το (κινηματογραφικής καταγωγής) φινάλε της ερωτικής εξόδου του γιατρού και της εξαδέλφης, το έργο επιβαρύνεται με μια δόση «ορθόδοξου» μελό, αλλά ουσιαστικά διαθέτει τόσες άλλες αρετές και αναφορές…