«Όροι συμβολαίου» και «Forever yours»: Επικίνδυνα παιχνίδια

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 06/06/2010
  • Και πάλι στο δραστήριο, πολυδύναμο «Στούντιο Μαυρομιχάλη». Αυτή τη φορά για την παράσταση από τον Θεατρικό Οργανισμό Νέος Λόγος, του έργου του σύγχρονου Βρετανού Μάικ Μπάρτλετ, με τον τίτλο «Όροι συμβολαίου». Γραμμένο το 2009, είναι μια σχεδόν ντοκουμενταρίστικη «απομαγνητοφώνηση» του τι συμβαίνει σήμερα μέσα στις πολυεθνικές εταιρείες και έχει αποτέλεσμα τις ολοένα αυξανόμενες αυτοκτονίες υπαλλήλων τους.
  • Αυτό που συμβαίνει πράγματι στις εταιρείες αυτές είναι ότι ακόμη και οι στυγνότερες δομές ενός ξέφρενου, αχαλίνωτου καπιταλισμού, που έχει σαν μοναδικό σκοπό του το χωρίς όρια κέρδος, έχουν πια ξεπεραστεί και ήδη ανατέλλει ένας καινούργιος ζοφερός Μεσαίωνας, καθώς οι δομές της φεουδαρχίας αναβίωσαν πλήρως, επαναφέροντας, άτυπα επί του παρόντος, το δικαίωμα του (αόρατου και ανώνυμου) εργοδότη επάνω στη ζωή και τον θάνατο των «υποτελών» του εργαζομένων! Με την έννοια ότι ο εργαζόμενος σε αυτές, αν δεν απεμπολήσει «με τη θέλησή του» και τα ελάχιστα ανθρώπινα δικαιώματα που του απομένουν, καταδικάζεται να πεθάνει από την πείνα, διότι απειλείται με άμεση απόλυση χωρίς εκείνη τη «συστατική επιστολή» του πρώην «αφέντη» που θα του επέτρεπε ίσως να βρει αλλού δουλειά στον χώρο της παγκοσμιοποιημένης πλέον εργασίας – σκλαβιάς. Διότι σε τι άλλο χρησιμεύει σήμερα η κατοχή μιας «θέσης εργασίας» από το να τη βάλει ο μέσος εργαζόμενος «ενέχυρο» σε μια τράπεζα και να πάρει δάνειο, δουλεύοντας εφεξής ως άμισθος – μισθωτός στις θυγατρικές των τραπεζών και μεγαλώνοντας τα χρέη του; Και σε τι τάχα διαφέρει αυτό το σύστημα από την κανονική δουλειά;
  • Παλιότερα, πριν εγκατασταθεί το «σύστημα», κάποιες τράπεζες συνήθιζαν να ασκούν παράνομα την τοκογλυφία μέσω ορισμένων υπαλλήλων τους. Αυτά τα ξέρω καλά, επειδή στην αρκετά μακρόχρονη δικηγορική θητεία μου, είχα δουλέψει και ως συνήγορος υπεράσπισης των θυμάτων τους και «μπήκα» στα κόλπα. Σήμερα όλες οι τράπεζες ασκούν αυτή την κοινωφελή δραστηριότητα, και με τον νόμο. Πρόκειται, με άλλα λόγια, για το μεγάλο κόλπο του αιώνα, που έχει στόχο του την επαναφορά της δουλείας με άλλο όνομα, και με έξοδα των ίδιων των σκλάβων, οι οποίοι χρεώνονται τις αλυσίδες τους σαν να ήταν από χρυσάφι! Ε, όχι!
  • Αυτό το απερίφραστο όχι προφέρει το έργο εκθέτοντάς μας την «υποδειγματική» περίπτωση μιας «υπάκουης» υπαλλήλου, που, λίγο – λίγο, στις διαδοχικές συναντήσεις της με την προσωπάρχη της εταιρείας, βαδίζοντας από υποχώρηση σε υποχώρηση, χάνει την ανθρώπινή της υπόσταση και μεταβάλλεται σε ένα άψυχο πράγμα, σε ένα κενό δοχείο. Πρόκειται για ένα θέατρο πολιτικό, άμεσο, ευθύγραμμο, χωρίς ανατροπές και με κείμενο αιχμηρό και σκληρό σαν ατσάλι, που δεν κάνει παραχωρήσεις.
  • Ο Φώτης Τερζάκης, που σκηνοθετεί, δεν λειαίνει τις άκρες του, αλλά, αντίθετα, τις ακονίζει σκηνοθετικά, ώστε να χτυπήσει το μαχαίρι στο κόκαλο. Με κοφτούς ακαριαίους ρυθμούς, που σφυροκοπούν ασταμάτητα τις αισθήσεις ναρκωμένες από την παντοδυναμία κάποιων ΜΜΕ, τα οποία με το αζημίωτο «σερβίρουν» το άθλιο σύστημα ως έναν δήθεν υποχρεωτικό «μονόδρομο».
  • Η παράσταση, σε καίρια και ζωντανή μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη, με γυμνό «ξερό» ασχολίαστο ύφος, με κάθετους ανηλεείς φωτισμούς του Παναγιώτη Μανούση και ωραία μουσική επιμέλεια (Νίκος Βίττης), με σημαίνοντα σκηνικά – κοστούμια και δρώντα σκηνικά αντικείμενα του Γιώργου Ζιάκα, διαθέτει επίσης δύο πολύ ικανές ηθοποιούς που τη στηρίζουν. Η Στέλλα Κρούσκα χαράζει με δύναμη και ορμή τη σκληρή προσωπάρχη και η Εκάβη Ντούμα δίνει πνιγμένα, υπόκωφα, τους απελπισμένους σπασμούς του ανίσχυρου, πιασμένου στη θηλιά, θύματος.

***

  • Με ένα δικό της έργο… με τον αγγλοπρεπή τίτλο «Forever yours – π2», κάνει το ντεμπούτο της ως συγγραφέας ή ηθοποιός και σκηνοθέτις Στέλλα Μαρή στο Θέατρο «Ράγες». Το έργο επικεντρώνεται στις αντίρροπες δυνάμεις της φιλότητας και τους νείκους, οι οποίες υπάρχουν ταυτόχρονα σε κάθε ερωτική σχέση που θέλει να σέβεται τον εαυτό της!
  • «Ένα ερωτικό τρίγωνο επί σκηνής… δύο άντρες και μια γυναίκα ερωτεύονται, επιλέγουν, αρνούνται να επιλέξουν, πονούν, προδίδουν, συγχωρούν…», αντιγράφω από το πρόγραμμα. Το παιχνίδι αυτό του έρωτα και του πόθου, ένα παιχνίδι εξουσίας που κρύβει το όνομά του, εισάγεται εξ αρχής από τη συγγραφέα ως ένα δήθεν αθώο, σχεδόν παιδικό παιχνίδι, «τηλεοπτικό» με διαρκείς μεταμορφώσεις των μελών του: ένα «κρυφτό», ένα «εγώ είμαι – δεν είμαι εγώ», με συμμετόχους τους ίδιους τους θεατές. Κάτι που, προσωρινά, καταργεί την απόσταση ανάμεσα στη σκηνή και την πλατεία δημιουργώντας μια ευεργετική αύρα ή όσμωση. Ώς πότε όμως; Και πού θα καταλήξει αυτή η μείξη πραγματικότητας και θεάτρου;
  • Πρόκειται, υποθέτω, για την πρώτη εκδοχή ενός φιλόδοξου πειράματος, με προοπτικές εξέλιξης, ώστε να δούμε κάποτε και το «τέλος». Συνεργάζεται για την υλοποίησή του μια πολυπρόσωπη ομάδα. Ευρηματική σκηνοθεσία της συγγραφέως, κίνηση του Γιάννη Μάντση, video των Περικλή Καραθανάση και Βίκυς Γκαδανίδου, σκηνικά του Γιώργου Σταματάκου, κοστούμια της Ελένης Παπά, ήχοι του Αλβίνου Βασιλειάδη, φωτισμοί της Εβίνας Βασιλακοπούλου…
  • Οι τέσσερις ηθοποιοί (Στέλλα Μαρή, Άννα Μιχελή, Φίλιππος Φραγκούλης, Σωτ. Χατζηνικολάου), αρμονικά και συντονισμένα, συνεργάζονται με κέφι και χιούμορ… για να αποδείξουν θεατρικά το αδύνατο του τετραγωνισμού του κύκλου (π2) ή αλλιώς «το αδύνατο της εκλογίκευσης και οριοθέτησης του ερωτικού φαινομένου».
Advertisements

Μάικ Μπάρτλετ «Oροι συμβολαίου» – σκηνοθεσία: Φώτης Μακρής

  • Υπηρετώντας τη δουλεία μας
  • Του Γιαννη Bαρβερη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 16 Mαϊου 2010
  • Μάικ Μπάρτλετ «Oροι συμβολαίου» – σκηνοθεσία: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Studio Μαυρομιχάλη

Στην εποχή που τα εργατικά δικαιώματα συρρικνώνονται ή και καταργούνται, τώρα που η εργασία από ηθικοοικονομικό αγαθό έγινε (ανασφαλές) προνόμιο των ελαχίστων και το φάσμα της ανεργίας μάς καλύπτει ως αποτρόπαιος πέπλος, είναι αναμενόμενο το εν γένει πρόβλημα να απασχολήσει και το θέατρο.

Οι παράγοντες που τραγικοποιούν ιδιαίτερα την ιδιωτική εργασία παρεισφρέουν στην προσωπική ζωή μέχρι πλήρη εξανδραποδισμό. Ο έρωτας, η ευτυχία, η απλή προσέγγιση, η αληθινή φιλία και οποιοδήποτε συναίσθημα «καθυστερεί» τα γρανάζια του συστήματος πρέπει να εκριζωθεί άμα τη γενέσει του. Για να αποφευχθούν δυσάρεστες συνέπειες το σύστημα, βασισμένο ιδίως στην ανάγκη επιβίωσης αλλά και μωροφιλοδοξίας ανόδου των υπαλλήλων του, έχει προνοήσει απίστευτους ελεγκτικούς μηχανισμούς. Συνεπικουρούμενο απ’ την τεχνολογία (το con, con, computer είναι πάντα παρόν) εφαρμόζει έναν φασισμό χωρίς πρόσωπο, με απρόσωπες εντολές και ανώνυμους προσωπάρχες.

Το υπέρ της Εταιρείας λεόντειο consensus της υπαλλήλου Εμμα πραγματεύεται το ευσύνοπτο αλλά λίαν δραστικό, χωρισμένο σε 14 σκηνές, έργο «Οροι συμβολαίου» (2009). Ο Μάικ Μπάρτλετ (Οξφόρδη, 1980) γνωρίζει το θέμα κι έτσι έχει χτίσει μια κατά τα ανωτέρω εφιαλτική ιστορία υπ-αλληλίας. Η «υπόδουλος» Εμμα, στον βωμό της εταιρικής βούλησης η οποία και σχεδόν εκ των προτέρων «τα πάνθ’ ορά», παντρεύεται με έναν συνάδελφό της, που όμως γι’ αυτό και τον μεταθέτουν απ’ την Αγγλία… στην Ουκρανία. Τα διοικητικά κελεύσματα φθάνουν σε τέτοια αναλγησία ώστε για να εκμηδενισθεί κάθε ίχνος συναισθήματος, επιβάλλουν τον φόνο του παιδιού των δύο υπαλλήλων και, τέλος, την προσκόμιση του παιδικού φερέτρου από την ίδια τη μητέρα στα γραφεία προς αναγνώριση του DNA!

Οπως είναι εύκολα κατανοητό, ο Μπάρτλετ χρησιμοποιεί μέχρι και το φρικαλέο γκροτέσκο για να καταστήσει δριμύτερη την καταγγελία του. Τεχνική του ένα υπόγειο κρεσέντο, με κάθε μικρή σκηνή να ξεπερνά σε αγριότητα την αμέσως προηγούμενη.

Δεν νομίζω πως είμαι πολύ έξω απ’ τα πράγματα αν θεωρήσω, με όρους αμβλυμένης αναλογίας, προγόνους τέτοιων έργων τον «Βικτόρ ή τα παιδιά στην εξουσία» του Βιτράκ, καθώς και την προφητική βιαιότητα του φουτουριστή Μαρινέττι και των οπαδών του κατά την πρώτη εικοσαετία του προηγούμενου αιώνα. Η βία, είτε στο οικογενειακό είτε στο κοινωνικό είτε στο εργασιακό, όπως εδώ, περιβάλλον, ανάγεται σε θριαμβευτικό ρυθμιστή.

Οι «Οροι συμβολαίου» συγγενεύουν ιδιαίτερα με το έργο «Η μέθοδος Γκρόνχολμ» του Ισπανού Τζόρντι Γκαλθεράν που ανέβασε πέρυσι υποδειγματικά το Θ. Τέχνης. Στη «Μέθοδο» τα διαλυόμενα πρόσωπα είναι τέσσερα κι έχουν εμπλακεί στις απανωτές δοκιμασίες και μπλόφες της Εταιρείας, η οποία τελικά, θα προσλάβει έναν ως υψηλό στέλεχός της.

Στους «Ορους» υπάρχει ο θύτης και το θύμα: δύο γυναίκες – σημαντικό, πρόσθετο ρόλο παίζει και η μητρότητα: η προσωπάρχης και η υπάλληλος Εμμα (έξυπνο το εύρημα προ πάσης συνέντευξης, η προσωπάρχης να προφέρει το Εμμα ανακαλώντας στα ελληνικά το ομόηχο: αίμα). Ο Φώτης Μακρής έδωσε στο έργο έναν τάχιστο, γι’ αυτό και αδυσώπητο ρυθμό, σαν να έσφιγγε με την εξωτερικά επαναληπτική φόρμα τον βρόχο στον λαιμό του θεατή. Δίδαξε «μηχανοποιημένες» τις ερμηνείες, κάπως σαν ρομποτικές – ή μήπως ζώνεκρες; Κάθε σκηνή έκλεινε και με το ταυτόχρονο κλείσιμο του ηλεκτρονικού υπολογιστή. Μόνο ζωντανό στοιχείο παρηγόρησης μέσα στην ένταση της ελεγκτικής επανάληψης, η γυάλα με το χρυσόψαρο μαζί με τις ωραίες «εγκόσμιες» μουσικές στα καπιαμέντα, που θύμιζαν τον έξω ελεύθερο βίο (Ν. Βίττης). Η Χρ. Μπάμπου-Παγκουρέλη «πολυβόλησε» εντελέστατα τον λόγο, ο δε Γ. Ζιάκας έστιξε με δυο πινελιές τη «σχιζοφρένεια».

Τόσο η Στ. Κρούσκα – προσωπάρχης, άσπαστη, ανελέητη, πιεστική και απρόσωπη, όσο και η Εκ. Ντούμα, ψευδομειδιώσα, ψευδοσυμβιβασμένη και, τελικά, καθημαγμένη, εγγυήθηκαν την ακρότητα που ζητούσε το κείμενο και την πυκνότητα που απαίτησε η σκηνοθεσία.

Και, για να φαιδρύνουμε λίγο τον εργασιακό ζόφο, ιδού ένα εξαίσιο του Ροΐδη.

Θεσιθήρας: – Πότε να έλθω, κύριε Υπουργέ;

Υπουργός: – Ελάτε μετά την ώραν του γεύματος.

Θεσιθήρας: – Τοιαύτη ώρα, έως ου με προσλάβητε, δεν υπάρχει δι’ εμέ.

Η ανθρώπινη αξιοπρέπεια, βορά στο θηρίο της σύγχρονης εργασιακής μηχανής

«Οροι συμβολαίου» από τον Θεατρικό Οργανισμό Νέος Λόγος στο Στούντιο Μαυρομιχάλη

  • Καπιταλισμός σε παράκρουση

  • «Οροι συμβολαίου» από τον Θεατρικό Οργανισμό Νέος Λόγος στο Στούντιο Μαυρομιχάλη
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 10 Απριλίου 2010

Διαρκεί μόλις 50′, όμως η αμείλικτη επιτακτικότητα του έργου του 30χρονου Βρετανού Μάικ Μπάρτλετ προκαλεί τάσεις φυγής πολύ νωρίτερα.

Στέλλα Κρούσκα, Εκάβη Ντούμα στην παράσταση του Φώτη Μακρή

Στέλλα Κρούσκα, Εκάβη Ντούμα στην παράσταση του Φώτη Μακρή

Το θέμα της αυξανόμενης εισβολής των μεγάλων εταιρειών στην προσωπική ζωή των υπαλλήλων τους, εκτός από συγγραφική επινόηση, είναι και ένα απολύτως αληθοφανές ενδεχόμενο της διαστροφικής εξέλιξης του νεοφιλελευθερισμού και του δοκιμαζόμενου, πλην απέθαντου, τούρμπο-καπιταλισμού. Παρακολουθώντας το σενάριο ανατριχίλας ενός «Μεγάλου Αδελφού» μέχρι και μέσα στην κρεβατοκάμαρά μας, ως νόμιμη συνιστώσα των νέων συμβολαίων εργασίας, ίσως σκεφτούμε απηυδισμένοι καλύτερα η ανεργία από την υποταγή στον χαμογελαστό σαδισμό ενός απρόσωπου εργοδότη. Ομως η ύφεση έχει πολλά πλοκάμια.

Την ατμόσφαιρα εργασιακού εφιάλτη ενισχύει το αποστειρωμένο σκηνικό (Γιώργος Ζιάκας). Μακρόστενο γραφείο, στο κέντρο ένα συμβολικό ενυδρείο με χρυσόψαρα. Αριστερά, καθισμένη, η επιτομή του στεγνού τεχνοκράτη. Η προσωπάρχης. Μια «εγγαστρίμυθη» σε λάπτοπ, άψογο ταγέρ, σκληρή φράντζα, γυαλιά ηλίου, δρακουλίσια μειδιάματα, σερβιρισμένα με φονική ακρίβεια από τη Στέλλα Κρούσκα. Στην απέναντι άκρη, η καινούργια υπάλληλος του Τμήματος Πωλήσεων. Μια έξυπνη, γελαστή νέα, οπλισμένη με ανθεκτική ευγένεια μπροστά στην κλιμακούμενη βία της «συνέντευξης» – ανάκρισης. Απαγορεύεται «οιαδήποτε σχέση ανάμεσα σε συναδέλφους που μπορεί να χαρακτηριστεί σεξουαλική ή ρομαντική».

Οι απείθαρχοι απειλούνται με αγωγή για αθέτηση σύμβασης, ενώ οφείλουν να διευκρινίσουν πόσο καλό ήταν το παράτυπο σεξ, τον αριθμό των συνευρέσεων, οργασμών κ.ο.κ.

Για κάμποσο, η υπόθεση είναι σχεδόν διασκεδαστική στην εξωφρενική απιθανότητά της. Ομως η τακτική του Μπάρτλετ να διογκώνει την πραγματικότητα σε ύφος Θεάτρου του Παραλόγου και κατόπιν να ορμά με αδυσώπητη λογική ανεβάζει σταδιακά τη θερμοκρασία σε βαθμό βωβού μίσους, καθώς το έργο προδιαγράφει με ρεαλιστική σαφήνεια μια κοινωνία όπου η ανεργία θα αναγκάζει τον άνθρωπο σε ολοένα περισσότερη ενδοτικότητα απέναντι στην τάση των εταιρειών να ελέγχουν σώμα και ψυχή. Την οξεία αντίληψη του συγγραφέα των ημιτονίων βελούδινης υποκρισίας και επιθετικότητας σύγχρονων ανώνυμων εταιρειών και την προσβλητική αυταρέσκεια και χειριστικότητά τους χαρτογραφεί με μεσμεριστική ακαμψία και πειθώ η σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή. Οι δύο αντίμαχοι δεν αλλάζουν ποτέ θέση. Εικόνα ίδια, παγωμένη σε τόνους δηλητηριώδους αβρότητας. Σε 14 συναντήσεις, γρήγορες, εξοργιστικές, ασφυκτικές, γινόμαστε μάρτυρες μιας μορφής βασανιστηρίου σε εξέλιξη. Ευχόμαστε διακαώς, η συμπαθής υπάλληλος να αρνηθεί τη «συνεργασία», να θυμώσει, να εκσφενδονίσει την καρέκλα της στον διώκτη της ή να απεργαστεί κάποια φρικτά αντίποινα. Ιδιαίτερα, όταν σε μια μακάβρια, νεο-ιακωβιανού τύπου σκηνή, καταθέτει το πτώμα του μωρού της σε κουτί παπουτσιών και η μάνατζερ σκουντά με το δάχτυλο το καπάκι με λεπτότητα ελεγκτή κρεάτων.

Η νεαρή γυναίκα δεν κομίζει το νεκρό βρέφος της σε μια σαλταρισμένη παρόρμηση εκδικητικότητας, αλλά ανταποκρινόμενη στο αυστηρό αίτημα της εταιρείας για αποδείξεις θανάτου, ως προϋπόθεση ανανέωσης της σύμβασης. Είναι η στιγμή που η εξαιρετική Εμμα της Εκάβης Ντούμα αγανακτεί, όμως χωρίς να χάσει το χαμόγελο και την αξιοπρέπειά της. «Τρέχει αίμα στις φλέβες σας;» ψελλίζει στην ανάλγητη εξουσία. Και ύστατη πράξη της είναι η αργή παράδοσή της στην εταιρεία. Η επιθετική ανυπακοή στους όρους εργασίας δεν οδηγεί πουθενά. Είναι έτσι; Η απειλή φαντάζει απαίσια πιθανή.

Μια έρευνα των Τάιμς της Νέας Υόρκης του 2008 αποκάλυπτε ότι 31 από 80 εταιρείες στην Αμερική ζητούν από το προσωπικό τους να δηλώσουν τις ερωτικές σχέσεις στον χώρο εργασίας.

(Μετάφραση: Χριστίνα Μπάμπου-Παγκουρέλη)

«Οροι συμβολαίου» στο «Στούντιο Μαυρομιχάλη», «59 σερβίτσια μόνο» στο «Τόπος Αλλού», «Δρόμος μακρύς», στον «Ορφέα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 17 Μάρτη 2010
  • Νέα, ελπιδοφόρα αγγλική δραματουργία

  • «Οροι συμβολαίου» στο «Στούντιο Μαυρομιχάλη»
«Δρόμος μακρύς»

Υστερα από μακροχρόνια «ύπνωση» και ομφαλοσκοπικά παραληρήματα, κάποιοι Ευρωπαίοι δραματουργοί αρχίζουν να «ξυπνούν», να κοιτάζουν την όλο και πιο απάνθρωπη πραγματικότητα που επιφυλάσσει στον εργαζόμενο λαό κάθε χώρας η «παγκοσμιοποίηση» και η «απρόσωπη» υπερεξουσία των πολυεθνικών εταιρειών του μεγάλου κεφαλαίου. Αρχίζουν να την καταδεικνύουν θεματολογικά, προβληματίζοντας και τους θεατές. Ο νέος, πρωτοπαρουσιαζόμενος στην Ελλάδα, Αγγλος συγγραφέας Μάικ Μπάρτλετ, με το θεματολογικά πολύ επίκαιρο και δραματουργικά ενδιαφέρον έργο του «Οροι συμβολαίου» θύμισε στην υπογράφουσα ένα ποίημα του Μπρεχτ (γράφτηκε στο μεσοπόλεμο, τότε που η ανεργία μάστιζε αμέτρητες χιλιάδες Γερμανών) για μια δύστυχη καθαρίστρια μεγάλης επιχείρησης που για να μην απολυθεί λόγω εγκυμοσύνης (όπως επέβαλε ο ατιμώρητος από το κράτος «άγραφος νόμος» της καπιταλιστικής εργοδοσίας), όταν πια δεν μπορούσε άλλο να κρύψει ότι κυοφορεί, ρήμαξε με τα ίδια της τα χέρια το σπλάχνο της και το «έθαψε» στον σκουπιδοτενεκέ, ρημάζοντας τελικά και τη ζωή της. Ο Μπάρτλετ με 14 συντομότατες σκηνές, με περίπου ίδιους – σκοπίμως – επαναλαμβανόμενους διαλόγους μεταξύ δύο προσώπων, «καταδεικνύει» τους απάνθρωπους εργασιακούς «κανόνες» και τις απολύτως μυστικές ανακριτικές μεθόδους του πολυεθνικού κεφαλαίου. Σε μια πολυεθνική προσλαμβάνεται μια κοπέλα. Με τις πωλήσεις της υπερκερδοφορεί η εταιρεία. Αίφνις καλείται στο γραφείο της προσωπάρχη η κοπέλα για ανάκριση, καθώς παραβαίνοντας τους – κοινούς για όλους τους εργαζόμενους – όρους του συμβολαίου που υπέγραψε, ότι οφείλει, απαρεγκλίτως, να ενημερώνει συνεχώς την εταιρεία για κάθε τυχόν φιλική, σεξουαλική ή ερωτική σχέση της με άλλο υπάλληλο, βγήκε για δείπνο με ένα συνάδελφό της. Ανακρινόμενη η υπάλληλος ομολογεί ότι η μόνη επιδίωξή της ήταν να κάνει σεξ. Συγχωρητέο – κατά την κρίση της εταιρείας – παράπτωμα είναι η φιλία και το σεξ. Ασυγχώρητο όμως ο έρωτας και καταδικαστέα η τεκνοποιία. Ασυγχώρητο και το να μιλήσει για την ανάκρισή της ή σε άλλον εργαζόμενο ή στον άντρα με τον οποίο σχετίσθηκε. Με τις αλλεπάλληλες ανακρίσεις και με το τέλος τους αποκαλύπτεται ότι η εταιρεία επέβαλε τους απάνθρωπους όρους της. Διαβλέποντας ότι το ζευγάρι θα παντρευόταν και λόγω εγκυμοσύνης, το χώρισε. Υπό την απειλή της απόλυσης, μετέθεσε, επ’ αόριστον, τον άντρα σε παράρτημά της στην Κίνα και ρήμαξε την κοπέλα και το μωρό που γέννησε, αναγκάζοντάς τη να το θάψει μόνη, με τα χέρια της, για να μη μάθει κανείς τι της συνέβη και έτσι να συνεχίσει να δουλεύει, έχοντας ως μόνο προορισμό της την αύξηση των πωλήσεών της προς όφελος της εταιρείας. Εχοντας τη γλωσσικά άμεση και νοηματικά καίρια μετάφραση της Χριστίνας Μπάμπου – Παγκουρέλη, ο σκηνοθέτης του θιάσου «Νέος Λόγος», Φώτης Μακρής, με συνεργάτες τους Γιώργο Ζιάκα (απέριττο το σκηνικό και τα σύγχρονα κοστούμια του), Νίκο Βίττη (μουσική επιμέλεια) και Παναγιώτη Μανούση (φωτισμοί), σκηνοθέτησε μια λιτότατη παράσταση, στρέφοντας την προσοχή της στο λόγο, έχοντας στη διάθεσή του και τις ταλαντούχες ηθοποιούς Στέλλα Κρούσκα (προσωπάρχης) και Εκάβη Ντούμα (Εμμα, υπάλληλος), που με την ερμηνεία τους ανέδειξαν όλα τα άμεσα και έμμεσα σημαινόμενα του έργου.

  • «59 σερβίτσια μόνο» στο «Τόπος Αλλού»
«Οροι συμβολαίου»

Αγγλος, νέος και πρωτοπαρουσιαζόμενος στην Ελλάδα, είναι ο Αλι Τέιλορ και το έργο του «59 σερβίτσια μόνο», συνταρακτικός «καρπός» μιας εκτενούς έρευνάς του στη φυλακή ανηλίκων «Feltham», στο Λονδίνο, το μεγαλύτερο στην Ευρώπη «σωφρονιστικό» ίδρυμα για δύστυχους, ορφανεμένους ή εγκαταλειμμένους από γονείς και την κοινωνία – τους νόμους και τους λειτουργούς της – παραβατικούς εφήβους και νεαρούς σύγχρονους «αθλίους» – παιδιά της αγγλικής και μεταναστευτικής φτωχολογιάς. Στη φυλακή αυτή, όπως σε όλες τις φυλακές που ανέκαθεν ίδρυαν και ιδρύουν τα καθεστώτα εκμετάλλευσης ανθρώπου από άνθρωπο, η έννοια «σωφρονισμός» σημαίνει άθλιες συνθήκες διαβίωσης, εκμετάλλευση και βία των πιο ανίσχυρων από τους ισχυρότερους – από φύλακες και φυλακισμένους – βία όλων των μορφών, αγοραπωλησία εξαρτησιογόνων ουσιών, αλύπητοι ξυλοδαρμοί, βασανιστήρια, δολοφονίες, έσχατη καταρράκωση της ανθρώπινης ύπαρξης και αυτοκτονίες. Ο συγγραφέας, πιστεύοντας ότι το καλό δεν έχει ολότελα απολεσθεί από την ανθρώπινη ύπαρξη, αλλά και θέλοντας να αναδείξει την ευθύνη των γονιών και δικηγόρων, επικεντρώνει τη μυθοπλοκή του σε ένα φυλακισμένο για μικροκλοπή έφηβο, τον Ααρον, θύμα μέσα στη φυλακή ναρκεμπόρων συγκρατουμένων του. Ενα ορφανεμένο, από κάθε άποψη δύστυχο, κατά βάθος ευαίσθητο και καλόψυχο παιδί, που θα έχει τη μοίρα ενός 17χρονου που κρεμάστηκε στο κελί του, νιώθοντας εγκαταλειμμένος και από τον πατέρα του και από τη δικηγόρο που ασχολούνταν με την υπόθεσή του. Η δικηγόρος νιώθοντας ενοχή ότι, όπως και ο πατέρας του δεκαεπτάχρονου αυτόχειρα, δεν πάλεψε για να τον σώσει, θα δώσει και θα κερδίσει και τη δικαστική μάχη για την αποφυλάκιση του Ααρον και για να πεισθεί ο πατέρας του δεκαεπτάχρονου αυτόχειρα να πάρει στη δουλειά του τον Ααρον, να του σταθεί σαν να ήταν «πατέρας» του, ώστε η ανθρωπιά και η αγάπη να του αλλάξουν πορεία ζωής. Βαθύτατα ανθρωπιστικό, παρότι θεματολογικά σκληρό, ωμής ρεαλιστικής γραφής και γλώσσας, σε αρμόζουσα μετάφραση των Νίκου Καμτσή και Μίκας Πανάγου (η δεύτερη υπογράφει και το ρεαλιστικό σκηνικό και τα κοστούμια), υπηρετήθηκε με τη δραστικά ρεαλιστική σκηνοθεσία, τους ζοφερούς φωτισμούς και τους στίχους του Νίκου Καμπτσή, μελοποιημένους από τον Κώστα Χαριτάτο. Η πολύ καλή σκηνοθετική δουλειά, αλλά και η στιχουργική παρέμβασή της «μαλακώνει» τη σκληρότητα του έργου και του προσδίδει ποιητικότητα. Η σκηνοθεσία καθοδήγησε και απέσπασε μια γεμάτη αμεσότητα και φυσικότητα ερμηνεία από τον Αποστόλη Τότσικα και γόνιμες ερμηνείες από τους Γιώργο Κροντήρη, Μαρίνα Αμανίτη, Αχιλλέα Βάτρικα και Γιώργο Σταυριανό.

  • «Δρόμος μακρύς», στον «Ορφέα»
«59 σερβίτσια μόνο»

Αποτέλεσμα έρευνας σε φυλακές της Αγγλίας, στα πλαίσια δύο προγραμμάτων, του «Προγράμματος για τη συγχώρεση» (που επικεντρώνεται και διακηρύσσει την ανάγκη συγχώρεσης) και του «Προγράμματος για το θέατρο της συνέργειας» (αφορά στο θέατρο στα πλαίσια των φυλακών), προορισμένο για να παίζεται στο θέατρο, αλλά και στις φυλακές είναι το έργο της Σίλαγκ Στέφενσον «Δρόμος μακρύς». Πρόσωπα του έργου είναι ένα ανδρόγυνο, ο γιος τους, το μόνο παιδί που τους απέμεινε, η έφηβη που, στο δρόμο, αναίτια μαχαίρωσε θανάσιμα τον άλλο έφηβο επίσης γιο τους και μια κοινωνική λειτουργός. Η κοινωνική λειτουργός είναι επιφορτισμένη με το καθήκον να επισκέπτεται στη φυλακή τη νεαρή δολοφόνο, με στόχο να διαπιστώσει τα αίτια και κίνητρα που την οδήγησαν να σκοτώσει, ουσιαστικά αναίτια, τον άγνωστό της νεαρό και να βοηθήσει στη διαδικασία της δίκης. Το συμπέρασμα της κοινωνικής λειτουργού ότι η έφηβη φόνισσα είναι ένα έρημο, φτωχό παιδί των δρόμων, στερημένο και τα στοιχειώδη, αγριεμένο και επόμενα «άγριο» μέσα στη σύγχρονη κοινωνική ζούγκλα και ότι μαχαίρωσε το αγόρι για το περιφρονητικό όχι του για κάτι μηδαμινό, για ένα τσιγάρο που του ζήτησε. Σιγά σιγά καταφέρνει να κατευνάσει την οργή των γονιών του δολοφονημένου παιδιού, να αντιληφθούν τα αίτια και την υπαρξιακή δυστυχία που έκανε ένα παιδί, ένα κορίτσι, φονιά, να συμφιλιωθούν με την ιδέα να τη συγχωρήσουν και έτσι να τη βοηθήσουν να συνειδητοποιήσει και να μετανιώσει για την πράξη της. Να βοηθήσουν στον εξανθρωπισμό της. Το έργο σε στρωτή μετάφραση των Δημήτρη Μοθωναίου – Βάσιας Παναγοπούλου, με αφαιρετικό, ευκίνητο σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια της Μυρτώς Αναστασοπούλου, μουσική επιμέλεια του Κώστα Χατζηδημητρίου και φωτισμούς της Κατερίνας Μαραγκουδάκη, σκηνοθετήθηκε με ρεαλιστικό μέτρο, απλότητα και ευαισθησία, χωρίς ίχνος μελοδραματισμού, από τον Χρήστο Καρχαδάκη και απέδωσε αξιόλογες ερμηνείες από τους Κατερίνα Διδασκάλου, Αγγελική Λάμπρη, Μέλπω Κωστή, Χριστόδουλο Στυλιανού και Χρήστο Καρτέρη.