«Οι επισκέπτες» – Θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη»

  • Σαν ανέκδοτο, του οποίου το χιούμορ εξηγείς

  • * «Οι επισκέπτες» – Θέατρο «Κάτια Δανδουλάκη»
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Είναι πια τόσο γνωστό το «Στρίψιμο της Βίδας» του Χένρι Τζέιμς και η ανατριχιαστική μετακίνησή του από το οικείο στο ανοίκειο, τόσο πλατιά διαδεδομένη η εκδοχή του «άλλου σύμπαντος» από τις διάφορες κινηματογραφικές και σκηνικές μεταφορές του, ώστε ακόμα μια διασκευή, από τον Πέτρο Ζούλια αυτή τη φορά στο «Δανδουλάκη», με τίτλο «Οι επισκέπτες», διατρέχει μοιραία τον κίνδυνο της επανάληψης.

Ωστόσο, η πρόθεση του διασκευαστή και σκηνοθέτη δεν βρίσκεται στην απόδοση της δραματικής ιστορίας του Αμερικανού και βικτοριανού συγγραφέα. Θέλει να μεταδώσει και ένα μεγάλο μέρος από την ανάλυση του μυστηρίου, που περιβάλλει το ίδιο το μυθιστόρημα.

Πράγματι, το «Στρίψιμο» δεν είναι μια οποιαδήποτε ιστορία για φαντάσματα. Είναι από μόνη της ένα φορτίο νοήματος, ένα κιβώτιο σημασίας, που γεμίζει το κείμενο με γυναικεία απωθημένα, μεταθέσεις και ενοχές. Η γκουβερνάντα και αφηγήτρια της ιστορίας αναλαμβάνει την ανατροφή δύο παράξενων παιδιών, χαριτωμένων όσο και διεφθαρμένων. Η προσπάθειά της να τα εκπαιδεύσει θα την οδηγήσει σταδιακά από τη λύση του μυστηρίου που καλύπτει το παρελθόν της βίλας όπου εργάζεται, σε μια οιδιπόδεια μακάβρια αυτογνωσία.

Υπάρχουν ιστορίες που χάνουν τη γοητεία τους όταν αναλύονται επί σκηνής, όμοια με τα ανέκδοτα που δεν μοιάζουν καθόλου αστεία όταν εξηγούνται. Το «Στρίψιμο της βίδας» μπορεί να γίνει ατμόσφαιρα, περιβάλλον, ένταση και μυστήριο, χάνει όμως πολύ όταν γίνεται ψυχόδραμα. Από εδώ ξεκινούν τα προβλήματα της παράστασης. Η προσπάθεια να δειχθεί ότι το ανέβασμα του έργου δεν συνιστά εμπορική αλλά καλλιτεχνική πράξη προβάλλεται με τόση ένταση, που οδηγεί στα αντίθετα από τα προσδοκώμενα αποτελέσματα.

Η παράσταση έτσι πάσχει φανερά από σαφήνεια της ιστορίας όσο και των στόχων της. Δραματουργικά μπερδεύεται το ίδιο και μπερδεύει τους θεατές του ανάμεσα στα διάφορα επίπεδα αφήγησης. Και σαν καλλιτεχνικό πόνημα ακροβατεί ανάμεσα σε διάφορες προθέσεις. Ούτε μια αστική επιλογή θεάματος ούτε ακριβώς μια παράσταση θρίλερ αλλά ούτε και μια απόλυτα πειστική καλλιτεχνική πρόταση (όπως παλιότερα το ίδιο έργο στο «Αμόρε»). Μένει λοιπόν κάπου στη μέση, προβάλλοντας τα σημαίνοντα αλλά φτωχικά για τις προσδοκίες του κοινού σκηνικά του Γιώργου Γαβαλά. Ακόμα και η απόλυτη πρωταγωνίστρια της παράστασης, η Κάτια Δανδουλάκη, δυσκολεύεται να σηκώσει μόνη της όλο το βάρος του ρόλου και φοβάμαι ότι γενικά σπαταλά τη σκηνική γοητεία της σε αδιέξοδες επιλογές. Οι άλλοι ηθοποιοί (Φωτεινή Μπαξεβάνη, Τάσος Αλατζάς και Ολυμπία Σκορδίλη) συνυπάρχουν ευσυνείδητα αλλά διεκπεραιωτικά. Η ανάθεση κάθε μεγάλου σε έκταση ρόλου σε μικρά παιδιά είναι πάντα ριψοκίνδυνη. *

Advertisements