Δημοτικών Θεάτρων … καλοκαίρι

«Μαλλιά κουβάρια»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 22 Σεπτέμβρη 2010
Βαρέως «χειμαζόμενα», λόγω της μακρόχρονης οικονομικής ασφυξίας τους, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ), παλεύοντας προσδοκούν να πάρουν μια «ανάσα ζωής» το καλοκαίρι, με περιοδεύουσες παραστάσεις τους, ακόμα και συμπράττοντας με ιδιωτικούς θιάσους. Μετά την παράσταση των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, στα Επιδαύρια, από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, σε σύμπραξη με τη «Θεατρική Διαδρομή», η σημερινή στήλη κλείνει την αναφορά της στο φετινό θεατρικό καλοκαίρι, με τις παραστάσεις τεσσάρων άλλων ΔΗΠΕΘΕ.

— ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας – «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας».

Την παλιά αγάπη, πρωτοπόρα και μαεστρική τέχνη του, στο «Θεσσαλικό Θέατρο», την επιθεώρηση, «αναβίωσε» φέτος ο διευθυντής του Κώστας Τσιάνος. Γιορτάζοντας τα 35χρονα του Θεάτρου, ανέβασε μια επιθεώρηση, η οποία πρωτίστως κειμενικά, αλλά και μουσικο-στιχουργικά, αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια «αναζωογόνησης» του επιθεωρησιακού είδους. Μια επιθεώρηση που επαναφέρει στο φως της σκηνής εξαιρετικά, ανθεκτικά και σήμερα νούμερα από παλιές επιθεωρησιακές παραστάσεις του Θ.Θ., νούμερα που είχαν γράψει ο Λάκης Λαζόπουλος και οι Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας και το θαυμάσιο υμνητικό τραγούδι για κορυφαίους θεατρίνους της παλιάς επιθεώρησης, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Προσθέτει νέα, επίκαιρης θεματικής νούμερα του ίδιου και της Αννας Χατζησοφιά. «Μνημονεύει» τον Γιάννη Φλερύ, με το σπαρταριστό νούμερο «Βραδιά μπαλέτου» (παρωδία της «Λίμνης των κύκνων»), βασισμένο σε μια ιδέα του αλησμόνητου χορογράφου. Και, επιπλέον, τιμά την προσφορά του Μποστ, με το «μποστικά» έμμετρο σατιρικό κείμενο που έγραψε ο Κ. Τσιάνος, με τίτλο «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας». Κείμενο με σπονδυλωτά αλλά ενιαίας μορφολογικής και επίκαιρης θεματολογικής «ραχοκοκκαλιάς» νούμερα, που «ηθογραφούν» ανθρώπινους τύπους και αντιλήψεις της ελληνικής υπαίθρου υπό τις σημερινές συνθήκες της «Τρόικας» και του ΔΝΤ. Παλιά και νέα κείμενα, οι μελωδικότατα χιουμοριστικές συνθέσεις του Διονύση Τσακνή (ιδίως το τραγούδι της έναρξης και το «Ρέκβιεμ»), με την «εύφορη» χορογραφία του Φωκά Ευαγγελινού και τα εύστοχα κοστούμια και το σκηνικό του Αγγελου Μέντη, υπό την πολύπειρη σκηνοθετική και υποκριτική καθοδήγηση του Κώστα Τσιάνου, συνθέτουν μια πολύ ευφρόσυνη παράσταση, με ομόψυχο υποκριτικό κέφι και καλές επιδόσεις από όλους, ανεξαιρέτως, τους ηθοποιούς, με κυρίαρχες των Γιώργου Ψυχογιού, Πάνου Σταθακόπουλου, Γρηγόρη Σταμούλη, Ελένη Ουζουνίδου.

«Ο αρχοντοχωριάτης»

— ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης – «Ο αρχοντοχωριάτης».«Γιαλαντζί Μολιέρο» χαρακτηρίζεται αυτοσαρκαζόμενη η παράσταση του μολιερικού «Αρχοντοχωριάτη», σε απόδοση, διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Καλατζόπουλου. Κι όμως, πρόκειται για διασκευή υπόδειγμα σεβασμού απέναντι σε ένα κλασικό έργο. Σεβασμός που συχνά εκλείπει σε ανεβάσματα κλασικών έργων από «επιφανείς» ξένους και εγχώριους διασκευαστές και σκηνοθέτες. Ο Γ. Καλατζόπουλος, με μακρά και πολύ επιτυχή ενασχόληση με διασκευές σπουδαίων θεατρικών έργων και κλασικών παραμυθιών, έχει κατακτήσει το «μέτρο» εκείνο που σέβεται το περιεχόμενο και τη μορφή, το ήθος και το πνεύμα, την πλοκή, τους χαρακτήρες και τη γλώσσα του πρωτοτύπου έργου. Καμιά αρετή, κανένα χαρακτηριστικό, ούτε καν η εποχή του μολιερικού έργου δε χάθηκαν με τη διασκευή και σκηνοθεσία του Γ. Καλατζόπουλου. Το διασκευαστικό και σκηνοθετικό «πείραγμα» του έργου έγινε με το γλωσσικό εκσυγχρονισμό του. Με κωμικές «πινελιές» που θυμίζουν γελοίες επιθυμίες, συμπεριφορές σημερινών ανοήτων που μεγαλοπιάνονται και προσπαθώντας να γίνουν αποδεκτοί από τη σημερινή κοινωνική «αριστοκρατία» κινδυνεύουν να γίνουν όχι μόνο περιγέλαστοι αλλά και βορά διαφόρων παρασίτων, αετονύχηδων και απατεώνων, όπως κινδυνεύει ο κυρ-Ιορδάνης, ο πρωταγωνιστής της μολιερικής κωμωδίας. Και με τον εμπλουτισμό του έργου με τραγούδια και χορευτικά. Η μετατροπή – καλοζυγισμένη μάλιστα – του «Αρχοντοχωριάτη» σε μουσικο-χορευτική κωμωδία είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αρχόζουσα στην – καταγόμενη από τη λαογέννητη κομέντια ντελ άρτε – μολιερική κωμωδία. Η σκηνοθεσία με το χιούμορ, την υπογράμμιση των φαρσικών καταστάσεων και τη γοργορυθμία της, τα όμορφα κοστούμια εποχής της Βάλιας Μαργαρίτη, τη ζωντανά εκτελεσμένη επί σκηνής εύηχη μουσική του Δημήτρη Λέκκα, τα χορογραφικά «παίγνια» της Κατερίνας Ανδριοπούλου και τις πολύ κεφάτες, αρμόζουσες στα πρόσωπα που έπλασε ο Μολιέρος, ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς, κάνουν απολαυστική την παράσταση. Με κυρίαρχους στην πρόκληση γέλιου τους πηγαία κωμικούς ηθοποιούς Δημήτρη Πιατά (Αρχοντοχωριάτης), Τάσο Παλατζίδη (υπηρέτης Κοβιέλος), Τάκης Παπαματθαίου (γελοιογραφικότατος Δάσκαλος Χορού και κόμης Κοράντης) και το σουμπρετίστικο μπρίο της Νικολέττας Βλαβιανού (καμαριέρα).

«Οι αγαπητικοί της Βοσκοπούλας»
AGLOPOULOS

— ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – «Μαλλιά κουβάρια».Το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, σε συμπαραγωγή με την «Αττική Αυλαία», ανέβασε το έργο του Νικολάου Λάσκαρη «Μαλλιά κουβάρια». Μια φαρσοκωμωδία γραμμένη το 1897, που πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στην ακμάζουσα τότε – οικονομικά και θεατρικά – Σύρο, προς διασκέδαση μεν της συριανής αστικής τάξης, αλλά και «καυτηρίασης» των πολιτικών αφελειών, των προλήψεων, των οικογενειακών, συζυγικών, ερωτικών, φιλικών και κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών της αστικής τάξης. Με πρόσχημα το Μακεδονικό πρόβλημα, ο συγγραφέας εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του έργου σε αλλεπάλληλες φαρσικές καταστάσεις. Το κεντρικό πρόσωπο, ο Κουντουπής, χάριν των σκοπών της Εθνικής Εταιρείας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, φεύγει για λίγες μέρες από το σπίτι του, λέγοντας ψέματα στη ζηλιάρα σύζυγό του ότι χρειάζεται μπάνια για τους ρευματισμούς του. Με το ψέμα, την απουσία του, τη ζήλια της γυναίκας του, την πεθερά του, κι ένα χαζοβιόλη ομοϊδεάτη του, θα μπερδευτούν ονοματεπώνυμα, ένα παντρεμένο και ένα υποψήφιο ζευγάρι. Θα γίνουν όλοι και όλα «μαλλιά κουβάρια». Τελικώς, όλα και όλα ξεμπλέκουν αισίως. Η κωμωδία υπηρετήθηκε γόνιμα από όλους τους συντελεστές της: Θανάσης Θεολόγης (σκηνοθεσία), Πέννυ Αμπλά (κοστούμια), Ακης Χειρδάρης (σκηνικό), Θανάσης Ροδίτης (μουσική επιμέλεια). Πρωτίστως υπηρετήθηκε από τους κυρίαρχους υποκριτικά Γιώργο Παρτσαλάκη και Ελένη Καστάνη και τις καλές κωμικές ερμηνείες των Κώστα Φλωκατούλα, Μαίρης Σαουσοπούλου, Παναγιώτη Παναγόπουλου.


Advertisements

Σάτιρα των επαρχιακών ηθών

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου
  • ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 6 Σεπτεμβρίου 2010
  • Το Θεσσαλικό Θέατρο γιορτάζει φέτος τα 35 χρόνια από την ίδρυσή του Νιώθω κάπως να συνεορτάζω, ειδικά όταν ο εορτασµός συνδυάστηκε µε µια νέα επιθεώρηση, είδος στο οποίο ευδοκίµησε µε νέα θεµατολογία το πρώτο αυτό αποκεντρωµένο θέατρο µετά τη µεταπολίτευση. Και συνεορτάζω διότι έχω και συναισθηµατικά συνδεθεί µε την πρώτη απόπειρά του να παρουσιάσει επιθεώρηση. Οταν λοιπόν αναγγέλθηκε πως θα απασχολούσε το θέατρο το ιθαγενές αυτό υβρίδιο που ήδη είχε εγκαινιάσει την ανανεωτική του εξέλιξη το Ελεύθερο Θέατρο, ο «σοβαρός» Τύπος της Λάρισας αλλά και οι τα φαιά φορούντες Λαρισαίοι (γιατροί, εκπαιδευτικοί, µηχανικοί και κουλτουριάρισσες κυρίες και δεσποινίδες που κατέβαιναν στην Αθήνα να δουν «Κουν») εγκαινίασαν εκστρατεία ότι τάχα το «σοβαρό» του θέατρο θα γλιστρούσε στην επιθεωρησιακή χυδαιότητα (για δείτε πώς συχνά τα πάντα επαναλαµβάνονται _ αφού και τώρα ο Αριστοφάνης κινδυνεύει να «νοθευτεί» από τη χυδαία επιθεώρηση).
  • Κάτω από αυτή την «απειλή» ο Κώστας Τσιάνος και η Αννα Βαγενά µε παρακάλεσαν να µεταβώ στη θεσσαλική πρωτεύουσα και να κάνω διάλεξη για την επιθεώρηση (είχε ήδη δηµοσιευθεί το δοκίµιό µου το 1972, «Το πο λιτικό µας θέατρο»). Πήγα µε µεγάλη ευχαρίστηση (εξάλλου ένιωθα κοντοχωριανός), αλλά ζήτησα να µιλήσω Κυριακή 7.30 η ώρα το απόγευµα. Οι κουλτουριάρηδες της Λάρισας διάβαζαν βέβαια «Βήµα», µε τιµούσαν µε την αφοσίωσή τους και έσπευσαν αθρόοι στη διάλεξη. Που ήταν µια παγίδα. Διότι µετά µίας ώρας ανάλυση, και ενώ είχαν κλείσει οι πόρτες του θεάτρου όπου γινόταν η οµιλία, τέλειωσα µε τη φράση: «Και τώρα ο θίασος θα δώσει έµπρακτα παραδείγµατα, για να δικαιωθούν οι θεωρητικές σκέψεις που είχα την τιµή να σας αναπτύξω». Και παίχτηκε η επιθεώρηση «Της Λαρίσης το ποτάµι» µε τους αντιρρησίες εγκλωβισµένους. Οπως ήταν φυσικό ενθουσιάστηκαν, η επιθεώρηση «έσκισε», ήρθε στην Αθήνα και έκτοτε οι προµαχούντες υπέρ του είδους στη Λάρισα είναι και οι κουλτουριάρηδες. Χωρίς πλέον προκαταλήψεις.
  • Από τότε το Θεσσαλικό έχει ανεβάσει έως σήµερα επτά επιθεωρήσεις και συνάµα έχει ανανεώσει, ή καλύτερα εµπλουτίσει, το είδος µε νέα θεµατική. Εξηγούµαι: η επιθεώρηση ονοµάστηκε, και από τους ιστορικούς του είδους, «Αθηναϊκή», διότι στην Αθήνα εφευρέθηκε και θεµατικά ήταν αθηνοκεντρική, αφού για τα ήθη των Αθηνών τα αστικά µιλούσε και τα κεντρικά πολιτικά πρόσωπα σατίριζε. Εξάλλου, λόγω του είδους του θεάµατος (πλούσια και πολλά σκηνικά, ορχήστρα, µπαλέτο κ.λπ.) δύσκολα µπορούσε να περιοδεύσει.
  • Στη δεκαετία του 50, όσοι επιθεωρησιακοί θίασοι έβγαιναν στην επαρχία, ολιγοµελείς, µε µια σόλο χορεύτρια, έπαιζαν µόνο µε το ριντό ως φόντο και ένα πιάνο. Θυµάµαι, για παράδειγµα, τον µαέστρο Αβατάγγελο και χορευτή τον Γιάννη Νταλ (µαντέψτε ποιον!).
  • Το Θεσσαλικό Θέατρο, µε συγγραφείς τους ευδοκιµήσαντες τότε στη νεορεαλιστική σκηνή και την κοινωνική-πολιτική σάτιρα (Μποστ, Μουρσελά, Ποντίκα, Σκούρτη, Λαζόπουλο κ.ά.), πέρα από τα σατιρικά κείµενα που ξεµπρόστιαζαν τα µεταπολιτευτικά µας ήθη, µε τη συµβολή της Χατζησοφιά και του Τσιάνου στην τοπική θεµατική έγραψαν νούµερα που ξετίναζαν και τα επαρχιακά χούγια (σκυλάδικα, βαλκάνιες πόρνες και στριπτίζ, ξεµπουρδιαλέµατα χωρικών µε τα λεφτά της συγκοµιδής, κουλτουριάρηδες του κάµπου µε τα Γκούτσι και Βουιτόν κ.λπ.).
  • Μου έτυχε να παρακάθοµαι σε παράσταση επιθεώρησης στη Λάρισα µε ζεύγος µεσόκοπων χωρικών, καλοβαλµένων, µε τα «καλά» τους, κι όταν στη σκηνή σατιριζόταν αγρότης που κατέθετε τη χορήγηση της ΑΤΕ από το βαµβάκι στα πόδια ντιζέζ σκυλάδικου, ν’ ακούσω τη σύζυγο να ψιθυρίζει µουλωχτά στον σύζυγο: «Σας ξεφτέλισαν, ου να µου χαθείτε, ζαγάρια, που να σας τον κόψουνε να ησυχάσουµε ούλοι».
  • Ε, λοιπόν, αυτό το είδος θεάτρου που επιδρά έτσι και διαµορφώνει συνειδήσεις δεν είναι χυδαίο _ κι όταν χυδαιολογεί είναι γιατί είναι κοινωνικός καθρέφτης. Γι’ αυτό και πάντα θέλω να θυµίζω τον λόγο του Γκόγκολ, πώς απάντησε σε όσους έβριζαν τον «Επιθεωρητή» (κοίτα τώρα γλωσσική σύµπτωση!): «Μη σπάζετε τον καθρέφτη, δώστε µούντζα στη µούρη σας που καθρεφτίζεται»!
  • Η νέα εορταστική επιθεώρηση του Θεσσαλικού Θεάτρου που περιοδεύει ανά την Ελλάδα έχει όλα αυτά τα γνωρίσµατα, τον ίδιο θεµατικό στόχο. Σάτιρα των επαρχιακών ηθών (τους εκστρατεύοντες για Μύκονο καµπίσιους, τα µοντέρνα ζευγάρια που µιµούνται την ελευθεριότητα των αστών, της τηλεοπτικής «µυθολογίας», την αστυφιλία που στις ηµέρες µας από επιστροφή στις ρίζες για διακοπές έγινε σωτήριος αγροτουρισµός, την πολιτική απογοήτευση και την εκµετάλλευση του πελάτη-ψηφοφόρου από την κοµµατική µαφία). Πουθενά ούτε ίχνος σάτιρας των τηλεοπτικών σειρών και της αναγνωρισιµότητας των τηλεοπτικών αστέρων. Και η σάτιρα αυτή πιάνει και στου «Παπάγου», µε πολλές κυρίες αξιωµατικών στο αµφιθέατρο, διότι, βεβαίως, η Αθήνα είναι µια µεγέθυνση της επαρχιωτικής Ελλάδας. Σ’ ένα ζουµί όλοι βράζουµε. Με το εξής σύνδροµο: οι σηµερινοί Αθηναίοι νοσταλγούν τα χωριά τους και οι επαρχιώτες ξιπάζονται µε τα αστικά σύνδροµα µέσω τηλεοπτικής γκλαµουριάς.
  • «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας» (πόσο εύστοχος ο τίτλος του θιάσου φέτος!) εξαντλούν τη σάτιρα στα ήθη και στα πολιτικά απηχήµατα των ηθών. Μου έκανε µάλιστα εντύπωση το ότι δεν ακούστηκαν νύξεις για Ζίµενς, οµόλογα και Βατοπέδι. Γιατί άλλωστε; Τι σχέση έχουν αυτά µε τα προβλήµατα του µέσου επαρχιώτη (αστού, µικροαστού και αγρότη). Οµως ένα νούµερο µιλάει για την καταστροφή και τη «λαϊκή» τραγωδία του χρηµατιστηρίου. Αυτό, ναι, το πλήρωσαν ακριβά. Θα µου µείνει αξέχαστη η εικόνα γερόντισσας µε τσεµπέρι στον κάµπο του Μαραθώνα να µιλάει τον Αύγουστο του 1999 στο κινητό και να φωνάζει: «Πούλα, πούλα»! Ο Κώστας Τσιάνος, που επανήλθε ανανεωµένος και ωριµότερος στη διεύθυνση του Θεσσαλικού, όσο λίγοι γνώστης του είδους, σκηνοθέτης, συγγραφέας, χορογράφος, έστησε µια ευφρόσυνη παράσταση, µε γρήγορους ρυθµούς και αποτελεσµατική υποκριτική του δύσκολου αυτού θεάτρου, όπου ο ηθοποιός πρέπει να αφήσει το στίγµα του σχεδόν σε χρόνο ελάχιστο και µε λόγο ακαριαίο.
  • Μια χαριτωµένη συνωµοσία µε το κοινό
  • Τα κοστούµια και τα σκηνικά του Αγγελου Μέντη λιτά, αρµόδια και βολικά για την περιοδεία, χωρίς χλιδή αλλά µε θεατρική ευστοχία και γελοιογραφική διάθεση. Τα κείµενα των Ρέππα-Παπαθανασίου, Αννας Χατζησοφιά, Κώστα Τσιάνου και δύο κλασικά του Λαζόπουλου ευθύβολα και ουσιαστικά, ακριβή τόσο ώστε απέτρεπαν τους ηθοποιούς από προσθήκες.
  • Η µουσική του Διονύση Τσακνή ωραία ενορχηστρωµένη και στα πρωτότυπα τραγούδια µε όλη την ευφορία του ταλέντου του. Το εναρκτήριο τραγούδι _ σε εξαίσιους λατρευτικούς στίχους στους µεγάλους της Επιθεώρησης _ της Λίνας Νικολακοπούλου, ένα διαµάντι.
  • Οι χορογραφίες του Φωκά Ευαγγελινού πιστές στην παράδοση του είδους. Αριστουργηµατικό το «ανδρικό» µπαλέτο των κύκνων, σε χορογραφία του µεγάλου Φλερύ.
  • Οι ηθοποιοί του Θεσσαλικού Θεάτρου, οι περισσότεροι νεήλυδες στο είδος, βρήκαν αµέσως τα κλειδιά του ειδικού κώδικα και το γλέντησαν µε πρωτοχορευτές και σολίστες τον έξοχο Ψυχογιό, τον τυπίστα Σταθακόπουλο, τον ευθύβολο Σταµούλη, την µπριόζα Φανή Γιέµτου, τη διαβολεµένη Ουζουνίδου κι από κοντά την Ντεµίρη, τον Γρηγορόπουλο, τη Διαγούπη, τον Γιάννη Στόλα. Ολοι τους, πλήρως δοσµένοι σε µια χαριτωµένη συνωµοσία µε το κοινό, χαρίζουν στην άνυδρη από επιθεωρησιακό χιούµορ περιφέρεια της µείζονος πρωτευούσης και της επαρχίας δροσιά και εύστοχο για προβληµατισµό υλικό.

ΥΓ: Επειδή δεν έρχεται µόνον, ξέρετε ποιο, διορθώνω: το δοκίµιο για την επιθεώρηση γράφηκε το 1972, η κριτική για το Ελεύθερο Θέατρο το 1973 και η µεταπολίτευση έγινε αναµφισβήτητα το 1974!!