Ζοέλ Πομμερά «Οι έμποροι»

  • Ο λόγος όρθιος και μόνος

  • Το διακύβευμα του δικαιώματος στην εργασία ρητά και αστόλιστα

  • Ζοέλ Πομμερά, Οι έμποροι. Σκην.: Γιάννης Λεοντάρης. Θέατρο: Πειραματική Σκηνή «Τέχνη» Θεσσαλονίκης («Σχολείον» – Φεστιβάλ Αθηνών

Λόγω αποστάσεως, λίγες φορές από το 1979, έτος ίδρυσής της, μπόρεσα να μιλήσω για εργασία της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης» Θεσσαλονίκης, που την εμψυχώνει ακούραστα ο λαμπρός θεατρολόγος Νικηφόρος Παπανδρέου και συχνά την στηρίζει φιλολογικά αλλά και σκηνοθετικά ο πολύτιμος μείζων ευριπιδιστής καθηγητής Νίκος Χουρμουζιάδης. Η «Τέχνη» υπήρξε σχεδόν πάντα πράγματι πειραματική. Συνδύασε νεοελληνικό ρεπερτόριο και σύγχρονο ξένο έργο με έμπνευση και προσοχή, οργάνωσε από το 1994 έως το 2006 το ετήσιο διεθνές φεστιβάλ «Θεατρική Ανοιξη», ενώ ήδη συνιστούν απόκτημα τα 52 μέχρι σήμερα τεύχη των «θεατρικών τετραδίων» της, αφιερωμένων σε διαπρεπείς φυσιογνωμίες ή κυρίαρχα ρεύματα του παγκόσμιου δραματολογίου.

Είναι ελάχιστα τα παραπάνω ενημερωτικά λόγια αν πρόκειται να σκιαγραφήσει κανείς την πορεία μιας ομάδας που έχει από χρόνια καταστεί θεσμός αλλά και φυτώριο. Ισως όμως είναι και τα απολύτως αναγκαία για μια στήλη που καλείται να σημειώνει πάντα τις ad hoc εντυπώσεις της – πράγμα που οφείλει να κάνει και τώρα.

  • Εναλλακτικό θέατρο

Η «Τέχνη», λοιπόν, έφερε στο Φεστιβάλ ένα εναλλακτικό είδος θεάτρου, που συνιστά αφενός ριζοσπαστική πολιτική θέση όπως όμως και «λοξή» επανενθρόνιση του λόγου επί σκηνής σε καιρούς πλήρους αποδόμησης και απαξίωσής του. Ολη την «υπόθεση» του έργου εδώ την αφηγείται ένα και μόνο πρόσωπο (υψηλού ύφους μεταφυσική η καθημερινότητα της Εφης Σταμούλη), ενώ η εξωτερική δράση συμπιέζεται με υποφωτισμένες παντομίμες των υπόλοιπων ηθοποιών (Δημήτρης Βάρκος, Ελένη Βλαχοπούλου, Μομώ Βλάχου, Κυριάκος Δανιηλίδης, Νίκος Λύτρας, Νανά Παπαγαβριήλ, Μαριέττα Σπηλιοπούλου). Η παραπάνω επιλογή τρόπου εργασίας του Γιάννη Λεοντάρη εμπιστεύεται απόλυτα και αποκλειστικά τη γλώσσα για να παραγάγει συγκίνηση. Και, πράγματι, η γλώσσα ως υπόκριση είναι τεχνολογημένη τόσο ιδιαίτερα, ώστε μεταφέρει εξειδικευμένες δονήσεις στην ακοή αλλά και εικαστικές παραπομπές στη φαντασία του θεατή. Μοιάζει, όπως είπα, αυτή η μέθοδος σαν έντονη διαμαρτυρία για το σύγχρονο ξεθεμέλιωμα του θεατρικού λόγου, μέσω όμως της εντελώς αντίθετης πρακτικής. Σωστά, αφού «πάσσαλος πασσάλω εκκρούεται». Για να επιτευχθεί βέβαια το «απαιτητικό» αυτό αποτέλεσμα χρειαζόταν μια εκ του γαλλικού μετάφραση κλάσεως. Και την φιλοτέχνησε όντως ο Γιάννης Λεοντάρης: μια ελληνική απλή αλλά και πολύ δουλεμένη, μουσικότατη, άριστα στιγμένη, με απροσδόκητα κρεσέντι, με έξοχα «σφηνωμένες» τις παρενθετικές προτάσεις και, κατά σημεία, με τη συγκρατημένη εκείνη οδύνη που όμως κρύβει τον πιο βαθύ και αξιοπρεπή σπαραγμό.

Ποιο ήταν όμως και σε ποιον ανήκει το κρίσιμο υλικό που μας επιβλήθηκε μέσα απ’ το ανανεωτικό σκηνοθετικό βλέμμα; Πρόκειται για μια ποιητικά «ρεαλίζουσα» ιστορία, με κύρια πραγμάτευση την από πλευράς κράτους και εργοδοσίας απαίτηση από μια εργάτρια να σκοτώσει το παιδί της για να αποφευχθεί το κλείσιμο του εργοστασίου, στο οποίο η ίδια και τόσοι άλλοι κερδίζουν το ψωμί τους, όπως κερδίζουν και την διαμέσου της εργασίας ψυχική και κοινωνική τους ισορροπία. Γύρω απ’ αυτή την σημερινή μεταμόρφωση της «Ιφιγένειας εν Αυλίδι», κινούνται πλείστες μεταφυσικές, αδιέξοδα, σχέσεις, φιλίες. Απ’ το σκληρό συμπέρασμα του συγγραφέα λείπει βέβαια η από μηχανής θεά Αρτεμις, αφού η μάνα πράγματι θυσιάζει στα γρανάζια του συστήματος που έτσι λαδώνονται και ξαναπαίρνουν μπροστά. Εργαζόμενοι, είμαστε έτσι έμποροι του σώματος και της ψυχής μας.

  • Πλήθος διακρίσεων

Ο Γάλλος συγγραφέας Ζοέλ Πομμερά (γενν. Ρουέν, 1963), αρχικά ηθοποιός, συγγράφει και σκηνοθετεί με επιτυχία από το 1990 στον προσωπικό του θίασο «Louis Brouillard», που έχει ήδη τύχει τιμητικών φιλοξενιών και διακρίσεων. Γράφει συνεργαζόμενος με τους ηθοποιούς του (κάτι ανάλογο κάνει επιτυχώς στην Ελλάδα ο Ανδρέας Στάικος) και, έξω απ’ την αριστοτελική δομή, παρατηρεί τα φαινόμενα της ζωής αλλά χωρίς να τους βάζει το οποιοδήποτε πρόσημο. Με αστόλιστο κείμενο και κεκαλυμμένα αντιεξουσιαστική ιδεολογία, επιδιώκει μια μετακειμενική και μεταπαραστασιακή εγρήγορση που σαφώς συνιστά ένα είδος αντιθεάτρου, ενώ αξιώνει από τον διαπορούντα αποδέκτη έντονη πνευματική δοκιμασία. Ο κλασικός θεατής ίσως κουραστεί. Ο Πομμερά όμως μοιάζει να λέει πως κανένα επιχείρημα σήμερα δεν πείθει εκτός από, μεταφυσικές πια, «φέτες ζωής», που αναγνωρίζονται ως παγίδες και ταυτόχρονα ως λύσεις.

Ναι, εγκυμονεί κινδύνους αυτό το αιρετικό θέατρο. Αλλά μόνον για τον Πομμερά, που μπορεί, το απεύχομαι, να βρεθεί σε αδιέξοδο. Εμείς χαρήκαμε την πρότασή του με την άξια διαμεσολάβηση της Πειραματικής Σκηνής της «Τέχνης».

Advertisements

Χάουπτμαν «Οι αρουραίοι», Ζοέλ Πομμερά «Οι έμποροι»

  • Η ποίηση των πραγμάτων
  • Πολενάκης Λ., Η ΑΥΓΗ: 05/07/2009

«ΑΡΟΥΡΑΙΟΙ» ΤΟΥ ΧΑΟΥΠΤΜΑΝ

Στους «Αρουραίους» του 1911, ένα έργο ανελέητης σκληρότητας, τυπικό της εποχής του, που δόθηκε από το Deutsches theater Berlin, εστιάζει την οπτική του κατ’ ευθείαν επάνω στην κακοφορμισμένη κοινωνική πληγή, το «απόστημα» των «αθλίων», κάθε κοινωνικής βαθμίδας. Την οποία θέλει να δείξει, χωρίς να κρίνει. Αφήνοντας ελεύθερο τον θεατή να βγάλει τα συμπεράσματά του. Όπως ο Γκόρκι, ή, ίσως, ο λιγότερος γνωστός στην Ελλάδα Ισπανός Βάγιε – Ινκλάν, φιλοτεχνεί τοιχογραφίες απέραντες, όπου συνυπάρχουν σε ώσμωση κοινωνική, ο απελπισμένος λούμπεν προλετάριος, με τον ανερχόμενο αδίστακτο μικροαστό της πιο απεχθούς ηθικής υπόστασης, παρέα με τους πλέον αξιοπρεπείς εκπρόσωπους της άρχουσας τάξης. Και όπου παρελαύνουν όλα τα ανθρώπινα κουσούρια, όλα τα θαύματα και όλα τα τραύματα, όλα τα θανάσιμα αμαρτήματα. Ο υπόκοσμος του Χάουπτμαν είναι διαταξικός, περιλαμβάνει ασφαλώς και τις «κεφαλές» της κοινωνίας. Κάποια στοιχεία ανθρωπιάς διασώζουν μόνο οι αλήτες, οι κλέφτες, οι πόρνες…

Το έργο που μας ενδιαφέρει αφηγείται μια σπαρακτική «στοιχειώδη» ιστορία με απλό ξεκίνημα, που περιπλέκεται στη συνέχεια λόγω του απρόβλεπτου της ανθρώπινης συμπεριφοράς, η οποία δεν μπαίνει σε ορθολογικά πλαίσια. Για να καταλήξει στο έγκλημα. Μια ξεπεσμένη πόρνη δίνει το παράνομο παιδί της για υιοθεσία σε μια μεσοαστή. Στη συνέχεια μετανιώνει και το γυρεύει πίσω. Η θετή μητέρα κλέβει και της δίνει για δικό της το άρρωστο, ετοιμοθάνατο παιδί μιας γειτόνισσας…

Η πολύ δυνατή σκηνοθεσία του Michael Thalhmeir, σε μια απ’ τις αρτιότερες μέχρι σήμερα φετινές παραστάσεις του Φεστιβάλ Αθηνών, στην Πειραιώς 262, συνδυάζει άψογα την όψη (σκηνικά του Olaf Altman, κοστούμια της Michaela Bart, τη λειτουργική μουσική (Bert Wrede), τους δραματικούς φωτισμούς (Henning Streck), με μια ουδέτερη, «αποστασιοποιημένη», αλλά ρεαλιστική, «πραγματιστική» στη βάση της υπόκριση, μιας πλειάδας ισοδύναμων λαμπρών, ασκημένων και παιδευμένων ηθοποιών, ενός πειθαρχημένου θιάσου. Ο ρεαλισμός παύει να είναι τέτοιος, όταν υπερβεί τα ακραία όριά του, αγγίζοντας «με μυστικές φωνές» την ποίηση των πραγμάτων… Να σημειώσω ότι ολόκληρο το έργο δίνεται σε ένα διαμορφωμένο χώρο ύψους ενός μέτρου και πενήντα, μιας «αποθήκης κολασμένων ψυχών», που γεννά στον θεατή ανεξίτηλη την εντύπωση αληθινής φωλιάς αρουραίων. Χωρίς αυτό καθόλου να ενοχλεί.

Σημειώνω επίσης ότι η συγκλονιστική πρωταγωνίστρια Natali Seeling, στον ρόλο της θετής μάνας, ήταν, όπως μαθαίνω, αντικατάσταση και έπαιξε με πέντε (!) πρόβες.

***

Από την «Πειραματική σκηνή της Τέχνης» της Θεσσαλονίκης, του Νικηφόρου Παπανδρέου, δόθηκε στο «Σχολείο» το έργο του σύγχρονου Βέλγου συγγραφέα – ηθοποιού – σκηνοθέτη Ζοέλ Πομμερά, «Οι έμποροι». Πρόκειται για ένα ενδιαφέρον είδος πολιτικού θεάτρου – προβοκάτσιας θα έλεγα, που «κρύβει» από τον θεατή τον κύριο όγκο του, το πραγματικό του μέγεθος, αφήνοντάς τον να μαντέψει τι κρύβεται κάτω απ’ την επιφάνεια του νερού. Σε μια πρώτη ανάγνωση το έργο που μιλά για το μετασχηματισμό, σήμερα, σε δουλεία της εργασίας, μοιάζει ν’ αναμιγνύει ετερόκλητα στοιχεία, ρεαλιστικά, νατουραλιστικά, μεταφυσικά, συνδυάζοντας την ανεργία με νεκρούς που βγαίνουν απ’ τις τηλεοράσεις, κ.ά. Δεν υπάρχει καμία σύγχυση. Απλώς η ματιά του συγγραφέα διαθλάται μέσα στον διαταραγμένο κόσμο των ηρώων του, για να μας δώσει την εικόνα του όπως την βλέπουν οι ίδιοι. Όχι τις δικές μας ιδεολογικές προβολές επάνω του. Ριψοκίνδυνος συγγραφικός ελιγμός που πιάνει, δίνοντας ένα έργο άρτιο, ενδιαφέρον, επίκαιρο και, πάνω απ’ όλα, πέραν του συνηθισμένου.

Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Γιάννης Λεοντάρης, υπεύθυνος ακόμη για την καλή μετάφραση και τους αρμόζοντες ηχητικούς σχεδιασμούς (ωραία σκηνικά – κοστούμια της Μαρίας Καβαλιώτη, λειτουργικοί φωτισμοί του Χρήστου Γιαλαβούζη), «ακούει» το κείμενο και το υπηρετεί σε ουδέτερο ύφος, διόλου κραυγαλέο, συνδυάζοντας με ιδανικό τρόπο το αφηγηματικό και το δραματικό.

Στον ρόλο της αφηγήτριας η Έφη Σταμούλη, λιτή και απέριττη, γίνεται η μαγιά για να «δέσει» η συνταγή. Ο Νίκος Λύτρας στους διττούς του ρόλους δίνει το ουσιώδες ένα. Η Νανά Παπαγαβριήλ με ψίχα, και η Μομώ Βλάχου με σθένος, υπερασπίζονται τους ρόλους τους. Η Ελένη Βλαχοπούλου δίνει υπόσταση στις σκιές, η Μαριέττα Σπηλιοπούλου έχει έντονη παρουσία, ο Δημήτρης Βάρκας εναργής, ο Κυριάκος Δανιηλίδης αιχμηρός.

«Οι έμποροι», του Ζοέλ Πομερά Πειραματική Σκηνή της «Τέχνης» Θέατρο Αμαλία – Θεσσαλονίκη

Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Τα μάτια στραμμένα στη Θεσσαλονίκη. Εναν πολύ σημαντικό καλλιτέχνη της Γαλλίας, ηθοποιό, σκηνοθέτη και συγγραφέα με ολιστική προσέγγιση και ριζικά νέα πρόταση για τη σκηνική γλώσσα, τον Ζοέλ Πομερά, ανεβάζει για πρώτη φορά στην Ελλάδα η Πειραματική και τριαντάχρονη πια Σκηνή της «Τέχνης» του Νικηφόρου Παπανδρέου.

Και ο Γιάννης Λεοντάρης, από τη θέση του μεταφραστή και σκηνοθέτη, αναλαμβάνει την υποχρέωση να διδάξει στο ελληνικό κοινό το προσωπικό και ιδιόμορφο σκηνικό του ιδίωμα, που παρά τις δυσκολίες γοητεύει σαν συνομιλία δύο «κειμένων»: από τη μια, του προφορικού, «κοινού λόγου» της ανθρώπινης μικρο-ιστορίας. Και από την άλλη, του λόγου της μακρο-ιστορίας, της υπερδομής που περιγράφει και σχηματοποιεί τη συλλογική διαδρομή.Εκεί, στο ενδιάμεσο, κινείται και γράφει ο Πομερά χωρίς να φιλοδοξεί να γίνει εξονυχιστικός, περιγραφικός ή ερμηνευτικός. Ο πολιτικός συγγραφέας και ο ποιητής συναντιούνται στο ίδιο πρόσωπο. Ανάλογα με τη σκοπιά που βλέπει κανείς, οι «Εμποροι» αποτελούν ένα κείμενο για την ανθρώπινη μοίρα, μεταφυσική και πολιτική πραγματεία, δοκίμιο για το ανθρώπινο πρόσωπο πίσω, μέσα και πάνω από την ιστορία. Και πού βρίσκεται σε όλα αυτά η ποίηση; Στο ότι τίποτα από όλα αυτά δεν υπάρχει αυτούσιο στο ίδιο το κείμενο των «Εμπόρων». Το έργο του Πομερά περιέχει μόνο ένα ψέλλισμα και μερικά αποσιωπητικά. Χωρίς να μιλάει, δείχνει.

Δείχνει την ιστορία ενός ομίλου εργατών σε εργοστάσιο παραγωγής ύποπτων όπλων μαζικής καταστροφής, συγκάτοικων σε ένα μπλοκ εργατικών πολυκατοικιών. Δείχνει μαζί την ιστορία μιας εξαθλιωμένης, αλαφροΐσκιωτης κοπέλας, που συνομιλεί με τους νεκρούς γονείς της και με το μέλλον. Και δείχνει μαζί με αυτά τους κώδικες που ακολουθεί το μοντέλο της «αστικής» προόδου, την ιστορία διαστρέβλωσης του εργατικού κινήματος.

Δείχνει ότι στο μπλοκ πολυκατοικιών οι εργάτες έχουν απολέσει τη φυγή προς το υπερβατικό, όπως και τη σωματική επαφή τους με το φυσικό. Λίγοι γνωρίζουν τι παράγει το εργοστάσιο στο οποίο δουλεύουν και λιγότεροι βλέπουν πάνω τους τις επιπτώσεις από την επαφή με τα χημικά. Η εργασία έχει κάνει την κίνησή τους να μοιάζει με σειρά σπασμών και ο φόβος της ανεργίας έχει συσπειρώσει τη συνείδησή τους σε μια συλλογική αφασία. Τα σώματα των εργατών αποτελούν έτσι την πρώτη ύλη του εργοστασίου και το τελικό προϊόν του. Οι έμποροι ταυτίζονται εδώ με τα εμπορεύματα.

Είναι αξιοθαύμαστη η σκηνική εικόνα που συνθέτει ο Λεοντάρης, ακολουθώντας τους κώδικες του Πομερά. Μια εντελής πρόταση στην παράδοση του πολιτικού θεάτρου συναντά την ποιητική ανατροπή του ρεαλισμού. Στο κέντρο το πρόσωπο της Αφηγήτριας, προκείμενο και υπερκείμενο, μηχανή και μηχανισμός, μοχλός και γρανάζι της ιστορίας. Στην πορεία όμως τα πάντα απογειώνονται σε ένα κόσμο ολοένα και περισσότερο αόριστο, θα έλεγε κανείς σχεδόν μαγικό. Καταλήγουμε έτσι στον πυρήνα μιας αλλόκοτης και αλλοπαρμένης ιστορίας, σε ένα «θρύλο», όπου η τρελή και σοφή μάνα θα σκοτώσει το παιδί της για να σώσει την κοινότητα.

Ο ηχητικός σχεδιασμός και η λιτή εικαστική εγκατάσταση του σκηνοθέτη συμμετέχουν ενεργά στη σκηνοθεσία του. Καθώς η οθόνη της τηλεόρασης προβάλλει και μεγεθύνει την υπερκινητική αφασία των εργατών του εργοστασίου, στον χώρο απλώνεται η αίσθηση της καφκικής ναυτίας. Για κάποιο λόγο έρχεται στον νου το «Κιβώτιο» του Αρη Αλεξάνδρου, η δική του παρακαταθήκη.

Σε πρώτο πλάνο υπάρχει βέβαια η παρουσία της σπουδαίας Εφης Σταμούλη. Μια αφήγηση ηθελημένα σπασμωδική, τραγικά ανήμπορη να μεταδώσει κάτι πέρα από την ιστορία της. Και όμως εμπλουτισμένη με τη μυθική ικανότητα να βλέπει και να δείχνει μέσα στο βαθύ πηγάδι. Από πίσω η ομάδα των άλλων ηθοποιών (Νανά Παπαγαβριήλ, Νίκος Λύτρας, Μαριέττα Σπηλιοπούλου, Μομώ Βλάχου, Δημήτρης Βάρκας, Ελένη Βλαχοπούλου, Κυριάκος Δανιηλίδης), στη μιμική ανάδειξη της ίδιας ιστορίας και την αναπαράσταση του κοινού μυστικού τόπου.

Δεν χρειάζονται άλλα λόγια: την παράσταση της «Τέχνης» πρέπει να τη δουν όσο το δυνατόν περισσότεροι. Οταν μιλάμε για ανανέωση, για γόνιμο διάλογο με τα νέα εκφραστικά μέσα στο θέατρό μας, εννοούμε κάτι σαν αυτό που είδαμε στο «Αμαλία».

ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 12/01/2009