Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι

Μια θεατρική αφήγηση που επιζητεί την ποιητική αναπνοή της
Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Τένεσι Ουίλιαμς: Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι, σκην.: Σπύρος Α. Ευαγγελάτος. Θέατρο: Αμφι-Θέατρο

Στην αγέραστη μετάφραση άσφαλτου θεατρικού κριτηρίου του Μάριου Πλωρίτη (στον οποίο αφιερώνεται και η παράσταση), ο Σπύρος Α. Ευαγγελάτος ανέβασε ως άγριο ρέκβιεμ το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι» (1958) του Τένεσι Ουίλιαμς. Ο σκηνοθέτης διάβασε εδώ και μας μετέδωσε μια ποιητική παραφορά, βασισμένη στους δύο άξονες – παραπληρωματικούς μονολόγους του μακρού αυτού μονόπρακτου. Είδα τελευταία φορά το έργο το 1999 με την έξοχη Νέλλη Αγγελίδου σε μια σκληρή, ρεαλιστική παράσταση του Κοραή Δαμάτη, στο Εθνικό. Τώρα, ο Ευαγγελάτος ανύψωσε το έργο στην περιωπή της τραγωδίας, δημιουργώντας μια διαρκή ατμόσφαιρα απειλής αλλά και δισσών λόγων ανάμεσα στις δύο «λογικές» που κονταροχτυπιούνται, εκείνην της ηγεμονικής μάνας που κάλυπτε με χίλια τεχνάσματα την ομοφυλοφιλία του ήδη νεκρού γιου της Σεμπάστιαν και στην άλλη, την πραγματική, της εξαδέλφης του, που προσπάθησε μάταια να τον «σώσει» σ’ ένα κοινό ταξίδι τους, το οποίο κατέληξε στον σπαραγμό και στον διασυρμό του από αόριστες, εξωτικές ανδρικές μορφές. Ενώ το έργο, μέσα στην ακραία ποιητικότητά του, φιλοξενεί και αρκετά περί ζωής, χρόνου, αγάπης και μίσους αποφθέγματα, ο Ευαγγελάτος τα ενέταξε πλήρως στη δραματική υφή του όλου ως απαραίτητα στοιχεία του, δίπλα και μέσα στον λυρικό ιστό του. Παρά την αντιρεαλιστική επιλογή, η ενότητα της παράστασης αφομοίωσε ως ποιητική την απουσία δράσης, οι δε κεντρικοί ηθοποιοί διδάχτηκαν μιαν ανελέητη εμπόλεμη μουσική.

Θεωρώ τη σκηνογραφική εργασία του Γιώργου Πάτσα υποδειγματική. Αντί για τον τροπικό κήπο του νεκρού Σεμπάστιαν, ιχνογράφησε μια ψυχεδελική χλωρίδα που παρέπεμπε τόσο στον προβληματικό ψυχισμό εκείνου όσο και στην αμφισβητούμενη ισορροπία της εξαδέλφης του. Ενδιαμέσως, ύψωσε υπέροχες ανθοστήλες, ως μια ασφυκτικά πένθιμη συνοδεία–νοσηρό τοπίο στο οποίο κινήθηκαν οι ηθοποιοί, αβίαστα ντυμένοι σύμφωνα με το ήθος των ρόλων. Η μουσική του Γιάννη Αναστασόπουλου, κάπως προσδοκώμενη υπογράμμιση των πιο έντονων στιγμών.

Η επάνοδος της Κατερίνας Χέλμη (μητέρα κυρία Βέναμπλ) στο θέατρο, μιας ηθοποιού που τόσο εκτιμούσε ο Μίνως Βολανάκης, χώρισε την υπόκρισή της στα δυο: Στην αρχή βεβαίωσε μια ρομαντική, θλιμμένη, νοσταλγική μάνα και στη συνέχεια, σύμφωνα και με τη σκληροτράχηλη υποκριτική της φυσιογνωμία, πέρασε σ’ ένα ιοβόλο τέρας εκβιασμών, γεμάτο πείσμα, εκδίκηση, οδύνη, χωρίς να της λείψουν τραγικές κορυφώσεις. Θεωρώ την επιλογή της για τον ρόλο μια ηλεκτρική καρέκλα, πάνω στην οποία το κοινό «δοκιμάζεται» ασταμάτητα.

Μικρή το δέμας αλλά μεγάλη την ικανότητα απεδείχθη η Μαρίνα Ασλάνογλου. Κράτησε σε πολύ υψηλούς τόνους τον δεύτερο μονόλογο της εξαδέλφης Κάθρην, δεν λύγισε ούτε μια στιγμή μπροστά στην εξουθενωτική διάρκειά του, γέμισε τη σκηνή με πάθος και ειλικρίνεια, κρατώντας τον θεατή «δέσμιό» της. Αλλοτε εύθραυστη, άλλοτε «άρρωστη» κι άλλοτε εκρηκτική, μας δίνει πολλές υποσχέσεις για το θεατρικό της μέλλον.

Ο γιατρός Κούκροβιτς του Θανάση Κουρλαμπά έστησε μια πλήρη προσωπικότητα. Ηξερε όχι μόνο να ακούει αλλά και να ενωτίζεται, όχι μόνο να είναι νηφάλιος αλλά και αποφασιστικός, όταν έπρεπε. Σταθερός τόσο ως ακροατής όσο και ως συμμέτοχος, έχει νομίζω κερδίσει μια ζηλευτή σκηνική πείρα υπό τις πολυετείς οδηγίες του Ευαγγελάτου αλλά και με την ευαισθησία και τον μόχθο του.

Η ολοσχερής επιτυχία μιας παράστασης εξαρτάται, βέβαια, και από τους δεύτερους ρόλους, συμβατικά παιγμένους εδώ από τους Π. Λυμπεροπούλου, Ζ. Ρηγοπούλου, Μ. Κυρίου, Λ. Πολυχρόνη.

Πινακοθήκη κολασμένων

Το «Ξαφνικά πέρσι το καλοκαίρι», παρότι μονόπρακτο, περιέχει μια ολόκληρη πινακοθήκη κολασμένων ανθρώπων και εφιαλτικών συμπεριφορών, που ισχύουν και σήμερα. Συνοψίζει πλήθος ερωτημάτων περί τις ευνουχιστικές σχέσεις μάνας και γιου, περί την ιατρική δεοντολογία (επαπειλούμενη λοβοτομή της Κάθρην), περί τη φύση των ζώων, των φυτών, την ομοφυλοφιλία και μάλιστα στην αιμοβόρα, διονυσιακή έκφανσή της, καθώς και την καταστατική απόγνωση του Ουίλιαμς για τη σκοτεινή ανθρώπινη μοίρα, την ανθρωποφαγία μας, τον ακατάβλη το κοινωνικό μας κανιβαλισμό.

Συνοψίζει μοίρα απόγνωσης, τολμώ να πω σχεδόν θεωρία απόγνωσης, που τυχαίνει εν προκειμένω να είναι, όπως λέει ο Πωλ Βαλερύ, «κάποιο φροντισμένο απόσπασμα αυτοβιογραφίας». Βέβαια, με το (κινηματογραφικής καταγωγής) φινάλε της ερωτικής εξόδου του γιατρού και της εξαδέλφης, το έργο επιβαρύνεται με μια δόση «ορθόδοξου» μελό, αλλά ουσιαστικά διαθέτει τόσες άλλες αρετές και αναφορές…

Advertisements