***«Ντε Σαντ. Στη Ζυστίν…» – Θέατρο Εξαρχείων

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 15 Μαΐου 2010

  • Φαντασμαγορία λόγου και ύφους

  • ***«Ντε Σαντ. Στη Ζυστίν…» – Θέατρο Εξαρχείων
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Σαν «το πιο αποκρουστικό βιβλίο που είδε ποτέ το φως από την πιο διεφθαρμένη φαντασία», χαρακτήρισε κάποτε ο Ναπολέοντας τη «Ζυστίν» του Ντε Σαντ. Και από τη μεριά του δεν θα μπορούσε να είναι αλλιώς.

Η  Μάρω Παπαδοπούλου, διαβολική Ντελμόνζ

Η Μάρω Παπαδοπούλου, διαβολική Ντελμόνζ

Την ώρα που στα πατώματα της Αυτοκρατορικής Γαλλίας μελετούμε την ανάρρηση της αστικής εξουσίας, στα υπόγειά της αισθανόμαστε τον πειρασμό μιας αμαρτωλής ελευθερίας. Το ένα κακό αντιτίθεται στο άλλο. Στην πρώτη περίπτωση το κακό κρύβεται στην αρετή και την τάξη των πραγμάτων (παλιά και νέα), που τις πολεμά η ηδονιστική αναρχία του θεϊκού Μαρκήσιου.

Ακολουθώντας τον κολασμένο άγιο των γαλλικών γραμμάτων, ο γνωστός πια στη χώρα μας Λιθουανός σκηνοθέτης Τσεζάρις Γκραουζίνις επιχειρεί να στήσει μια «ιδιωτική» παράσταση. Οπως οφείλει, δίνει στην πρότασή του εκλεκτικιστική χροιά, την κάνει να στέκει αμφίρροπη ανάμεσα στην ακολασία και τη θριαμβευτική νίκη της ηδονής πάνω στα ηθικολογικά προσχήματα. Θυμάται ακόμα πως ο Ντε Σαντ αγαπήθηκε ως συγγραφέας του φανταστικού τόσο όσο κυνηγήθηκε ως εξομολογητής του ατομικού πάθους. Και αντιλαμβάνεται το έργο του μέσα από τις ερωτικές ζώνες της μεσαιωνικής λίμπιντο και του λούμπεν ευδαιμονισμού της πορνογραφίας, ως γέννημα της αριστοκρατικής παρακμής και, μαζί, σπέρμα της νέας ιστορίας που ανατέλλει μαζί με τη Γαλλική Δημοκρατία.

Ο Γκραουζίνις (που έχει επίσης επιμεληθεί τα σκηνικά και τους φωτισμούς στο Θέατρο Εξαρχείων) στήνει τη διασκευή του μετωπικά, απέναντι στο κοινό, προσδίδοντας στην πρόκληση φαντασμαγορία λόγου και ύφους. Ο μονόλογος αποτελεί μέρος του γενικότερου αντιδραστικού επιχειρήματος του Ντε Σαντ, που θέλει οι κακοί στο τέλος να επικρατούν και οι ενάρετοι να τίθενται στο περιθώριο. Η απόπειρα της Μαντάμ Ντελμόνζ να απαντήσει σε όλα τα διλήμματα της παρθένας Ζυστίν θα μπορούσε να ιδωθεί ίσως σαν σοφιστικό αγώνισμα. Ο Μαρκήσιος όμως υπήρξε και ο ίδιος φορέας του μύθου του, συγγραφέας και αναγνώστης των ιστοριών του. Είναι αυτή η σύνδεση με τον αληθινό Ντε Σαντ που αιματώνει το παραλήρημα της Ντελμόνζ και το καθιστά τμήμα μιας ακραίας ίσως μα υπαρκτής ανθρώπινης ύλης.

Ο ίδιος ο Γκραουζίνις ονομάζει τον μονόλογο του «κωμικό», για να κατανοήσουμε όμως το κωμικό αυτό ύφος πρέπει να συνυπολογίσουμε το δεύτερο σιωπηλό πρόσωπο της Ζυστίν. Ας μην ξεχνούμε: ο μονόλογος είναι το ένα μόνο μέρος από δισσούς λόγους, με τον λόγο της παρθένας να υπονοείται ή να αντικαθίσταται από τη σιωπή της. Από τη μια λοιπόν ένας χείμαρρος λόγου και από την άλλη η πόζα της στιλιζαρισμένης αθωότητας. Αν είναι κωμικός ο μονόλογος του Γκραουζίνις, δεν οφείλεται αυτό μόνο στην γκροτέσκα έκφυλη Μαντάμ. Οφείλεται και στην άφωνη και άμοιρη Ζυστίν.

Τη διαβολική Ντελμόνζ, που ταρακουνά τις αξίες και ρίχνει τη φαντασία μας στη φωτιά, υποδύεται η Μάρω Παπαδοπούλου. Φορώντας το υπέροχο κοστούμι τής Βίλμα Γκαλεκάιτε-Νταμπκιένε, ακολουθώντας τους παραλλαγμένους ήχους του μπαρόκ (σε σύνθεση Μαρτύνας Μπιαλομπζέσκις), η ηθοποιός δίνει ένα ρεσιτάλ ακροβασίας στα όρια του φασματικού. Η Μαντάμ Ντελμόνζ ανήκει στο χώρο της ουτοπίας, είναι φορέας μιας γλώσσας τόσο έντεχνης που εκτοξεύει το περιεχόμενό της στο όνειρο. Γι’ αυτό η μετάφραση από τα ρωσικά της Αλεξάνδρας Ιωαννίδου αποτελεί την ίδια στιγμή πυλώνα της σκηνοθεσίας και μέρος της ερμηνείας της. *

Advertisements