Σοφοκλής, Ευριπίδης, Αριστοφάνης

  • «Οιδίπους τύραννος» από το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου

Στα φετινά Επιδαύρια κατάφερε να «εισέλθει» και το ΔΗΠΕΘΕ Βόλου, με «πολυορκιωτικό κλοιό» τον Τζέζαρις Κραουζίνις, στον οποίο ανατέθηκε το ανέβασμα του «Οιδίποδα τύραννου» του Σοφοκλή. Το εγχείρημα είχε ρίσκο, καθώς ο αποδειγμένα (με προηγούμενες, πολύ ενδιαφέρουσες, παραστάσεις του στην Ελλάδα) ταλαντούχος Λιθουανός σκηνοθέτης, δε μιλά ελληνικά και για πρώτη φορά θα ανέβαζε αρχαίο δράμα. Ρίσκο ήταν και η άποψή του (ήταν μόνο δική του και μόνον από αισθητικής αιτιολογίας ή μήπως και οικονομικής) να ανεβάσει την τραγωδία με ολιγομελή και αποκλειστικά ανδρικό θίασο, που σήμαινε να υποδυθεί άνδρας την Ιοκάστη. Τελικά, οι όποιες επιφυλάξεις προκάλεσαν η ανάθεση στον Κραουζίνις και οι απόψεις του, κατέπεσαν, κατά τη γνώμη της στήλης, με αυτό καθαυτό το σκηνοθετικό και ερμηνευτικό αποτέλεσμα της παράστασης. Ο σκηνοθέτης με διακριτικές περικοπές και παρεμβάσεις στην έξοχη, ανθεκτική και σήμερα, μετάφραση του Μίνου Βολανάκη, ανέδειξε την τραγωδία του Οιδίποδα, δηλαδή την Ανάγκη του ανθρώπου να ανακαλύψει τις «ρίζες» της ύπαρξής του, της ζωής, των έργων και λαθών του, ώστε με νου και γνώση, συνείδηση και αξιοπρέπεια, να μπορεί να γίνει ο ίδιος ρυθμιστής της «μοίρας» του, με όποιο κόστος, ακόμα κι αν αυτό οδηγήσει στο χαμό του. Ο Κραουζίνις, μέσω των Χορικών, σχεδόν ευριπιδίζοντας σαρκαστικά, υπονόησε ότι η «μοίρα» του Οιδίποδα δεν είναι τίποτα άλλο παρά μια τραγική ειρωνεία που προκάλεσαν οι «θεόσταλτες» προφητείες. Με μόνο σκηνικό τα δύο φύλλα μιας τοποθετούμενης, ανοιγόμενης και κλεινόμενης από τους ηθοποιούς πόρτας, με χρήση ενός αναπηρικού καροτσιού – ως μεταφορέα του τυφλού Τειρεσία και ως συμβόλου του βασιλικού θρόνου και ένα μακρύ φόρεμα, με τεράστια ουρά που όταν απλώνεται θυμίζει ιστό νυχτερίδας ή αράχνης (σκηνικό και σύγχρονα κοστούμια του Κέννυ Μακ Λέλλαντ), με υποβλητική μουσική του Δημήτρη Θεοχάρη, η σκηνοθεσία, χωρίς ίχνος εντυπωσιοθηρισμού, μεγαλοστομίας και μελοδραματισμού άφησε να ακουστούν ακέραια η ποίηση και ο στοχασμός του λόγου, ζητώντας από τους ηθοποιούς απόλυτη, ανεπιτήδευτη, φυσικά ανθρώπινη, ρεαλιστική απλότητα και συγκρατημένη, αυστηρά μετρημένη μεταμόρφωσή τους σε δύο και τρεις ρόλους και όχι επίδειξη των μεταμορφώσιμων υποκριτικών ικανοτήτων τους. Ετσι καθοδηγημένοι οι ηθοποιοί οδηγήθηκαν σε αξιέπαινες ερμηνείες. Ο Αιμίλιος Χειλάκης (Οιδίποδας), ηθοποιός με δυνατά εκφραστικά μέσα, κατέθεσε την πλέον λιτή, ουσιώδη, με σκηνική διάνοια (μέχρι τώρα), ερμηνεία του. Εξαιρετικός και στις τρεις διακριτικές «μεταμορφώσεις» του (Κρέοντας, Βοσκός, Αγγελιοφόρος, περιστασιακά μέλος του Χορού) ο Χρήστος Σαπουτζής. Απλή, μακράν κάθε θηλυπρέπειας και θεατρινισμού η ερμηνεία του Κωνσταντίνου Μαρκουλάκη (Ιοκάστη, Τειρεσίας, Βοσκός, περιστασιακά μέλος του Χορού). Πειθαρχικά στη σκηνοθεσία και τα μέλη του Χορού: Κώστας Κορωναίος, Αλμπέρτος Φάις, Κώστας Σειραδάκης, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Παναγιώτης Εξαρχος, Ονίκ Κετσογιάν, Γιώργος Παπανδρέου, Τζεφ Μααράουι.

  • «Ιφιγένεια εν Αυλίδι» από την «5η Εποχή» και το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας
«Ιφιγένεια εν Αυλίδι»

Δεν υπάρχει κανένας ιμπεριαλιστικός – επεκτατικός πόλεμος που να μη έγινε για ένα «πουκάμισο αδειανό…», που να μην είχε «άλλοθι» μια κίβδηλη, «πατριωτική» δήθεν, «ιδέα». Δόλια ψεύδη. Ανομα και απάνθρωπα μέσα. Ιμπεριαλιστικός πόλεμος σημαίνει ασέβεια στον άνθρωπο. Αίμα και θάνατος. Θυσία αθώων, προς όφελος όσων σχεδιάζουν κάθε πόλεμο. Ο Ευριπίδης, ο διαλεκτικός ποιητής της αρχαιότητας, μέσω του Τρωικού Πολέμου αποκάλυπτε τις «θεώθεν» οριζόμενες πολεμοκάπηλες βλέψεις, αλλά και τους ανταγωνισμούς μεταξύ της Αθηναϊκής Δημοκρατίας και των συμμάχων της, στην εποχή του. Εποχή επεκτατικών σχεδίων. Η εισβολή στην Τροία χρειαζόταν ένα «επιχείρημα», την «αρπαγή» της Ελένης, συζύγου του βασιλιά Μενελάου – πρώτου αρχηγού της εκστρατείας – και τη «θυσία» της Ιφιγένειας, κόρης του βασιλιά Αγαμέμνονα – δεύτερου αρχηγού της. Αδέλφια μεν, Μενέλαος και Αγαμέμνων, ανταγωνίζονται για την πρωτοκαθεδρία. Ο πρώτος, επικαλούμενος «θεώθεν» εντολή, ζητά τη θυσία της Ιφιγένειας και ο Αγαμέμνων, για την εξασφάλιση της αρχιστρατηγίας του, σφάζει την κόρη του. Η Ιφιγένεια, προτιμώντας να πεθάνει, απογοητευμένη και αηδιασμένη από τον πολεμικό παραλογισμό, δέχεται να γίνει σφάγιο. Η Ιφιγένεια πεθαίνει, αλλά κατά το μύθο (τον σαρκάζει ο Ευριπίδης και σε αυτήν την τραγωδία και στην «Ιφιγένεια εν Ταύροις»), «ανασταίνεται» και γίνεται ιέρεια της Αρτέμιδας, στην Ταυρίδα, ώστε να συνεχίζονται και εκεί οι ανθρωποθυσίες των Ελλήνων αποίκων… Εμμεσα αντιπολεμική, συναρπαστικά μυθοπλασμένη η τραγωδία αυτή υπηρετείται ουσιαστικά, με την ποιητικά ρεαλιστική, ατμοσφαιρικά αισθαντική, εικαστικής σκηνικής όψης (επιβλητικό στη λιτότητά του το σκηνικό του Γιώργου Πάτσα και καλαίσθητα τα σύγχρονα κοστούμια της Παναγιώτας Κοκκορού), εκσυγχρονιστικής, αλλά χωρίς επιτήδευση ή εντυπωσιοθηρισμό, σκηνοθετικής «ανάγνωσης» του Θέμη Μουμουλίδη. Η ιδέα του σκηνοθέτη να παρεμβάλει στα Χορικά της καταξιωμένης μετάφρασης του Κ. Χ. Μύρη στίχους σύγχρονων κορυφαίων ποιητών (Ελύτης, Ρίτσος, Σεφέρης), ευδοκίμησε και με τη σύγχρονων ακουσμάτων αισθαντική μελωποίηση των Χορικών από τον Κωνσταντίνο Βήττα. Μια παράσταση άξια επαίνων και με εξαιρετικές ερμηνείες. Απέριττα ανθρώπινος ο Παιδαγωγός του σοφού πλέον υποκριτικά Μηνά Χατζησάββα. Ελεγχος των υπερασκημένων εκφραστικών μέσων της, πνευματικότητα και συναισθηματική αλήθεια χαρακτηρίζουν την ερμηνεία της Καρυοφυλλιάς Καραμπέτη (Κλυταιμνήστρα). Λιτά δυναμικός ο Αγαμέμνων του Στέλιου Μάινα. Αισθαντική, σπαρακτική στις κορυφαίες στιγμές του ρόλου της η Ιωάννα Παππά (Ιφιγένεια). Αξιόλογες οι ερμηνείες των Αλεξάνδρας Σακελλαροπούλου, Γιάννη Στάνκογλου και Αγγελου Μπούρα. Τα Χορικά «λάμπουν» με την ομόψυχα ευαίσθητη ατομική και ομαδική ερμηνεία έξι νέων ταλαντούχων ηθοποιών Λ. Μιχαλοπούλου, Λ. Παπαληγούρα, Μ. Παναγιωτοπούλου, Γ. Παπαγεωργίου, Α. Πασχάλη, Η. Ζερβού και την εκφραστικά μελωδική φωνή της Ρίτας Αντωνοπούλου.

  • «Νεφέλες» από το Εθνικό Θέατρο
«Νεφέλες»

Τα «νέφη» των ανταγωνιζόμενων ιδεών, αξιών, ηθών, εκπροσώπων συμφερόντων, αλλά και εκπαιδευτικών αντιλήψεων μεταξύ Δημοκρατικών και Ολιγαρχικών, αόρατα ίπτανται και έμμεσα υπονοούνται στην αλληγορική κωμωδία του Αριστοφάνη «Νεφέλες». Μια κωμωδία, γραμμένη σε εποχή κρίσης (423 π.Χ.), «δύσβατη» θεματολογικά και μορφολογικά, λόγω του υπερρεαλιστικού στοιχείου της (ο Χορός της συγκροτείται από νεφελώματα που κατεβαίνουν στη γη ως σχολιαστές των ανθρωπίνων, κοινωνικών και εκπαιδευτικών ιδεών, ηθών και συμπεριφορών), μελαγχολική κατά βάθος, παρά την εκκωφαντικά κωμική μυθοπλοκή της. Στην κωμωδία αυτή ο Αριστοφάνης καυτηριάζει τις νέες «νεφελώδεις» ιδέες που διδάσκουν ο Σωκράτης και κατ’ επέκταση οι σοφιστές. Εμφανίζει τον Σωκράτη να «πλουτίζει», διαφθείροντας τους νέους. Ετσι την παθαίνει ο Στρεψιάδης, που επιδιώκοντας να κερδίζει, μην πληρώνοντας τα χρέη του, αλλά και ανεπίδεκτος μαθήσεως, στέλνει τον γιο του Φειδιππίδη, στη «σχολή» του Σωκράτη για να μάθει μέσω του Δίκαιου και Αδικου Λόγου πώς να γίνει κυνικός απατεώνας. «Μάθημα» που ο γιος δε διστάζει να εφαρμόσει πρώτα πάνω στον πατέρα του. Εύστοχα ευρηματικός, όπως πάντα, ο Νίκος Μαστοράκης, πλούτισε τη σκηνική ερμηνεία αυτής της κωμωδίας με μια πρωτότυπη, πολύ ενδιαφέρουσα – και τελεσφόρα παραστασιακά – ιδέα του. Με την ιδέα να αντιπαραθέσει, εν είδει αποστασιοποίησης από τον αριστοφανικό σαρκασμό, τον παραδομένο από τον Πλάτωνα, Σωκράτη, προσθέτοντας στη μετάφραση του Κ. Χ. Μύρη, ως προλόγισμα, ενδιάμεσα σχόλια εν είδει σκηνοθετικής παράβασης και επίλογο, αποσπάσματα Πλατωνικών Διαλόγων. Ενδιαφέρον στοιχείο της παράστασης του Μαστοράκη δεν ήταν μόνο η κειμενική παράθεση Πλατωνικών Διαλόγων, αλλά και τα όμορφα, απολύτως συμβολικά, κοστούμια του Χορού (ο σκηνοθέτης υπογράφει και τα άλλα εκσυγχρονιστικού συμβολισμού κοστούμια και το σκηνικό) και η επιλογή του ταλαντούχου συνθέτη Σταύρου Γασπαράκη, του οποίου η μουσική «εισήγαγε» μια νέα αντίληψη στο αρχαίο δράμα και ενέπνευσε τη νέας αισθητικής και καλοδιδαγμένη όρχηση του Χορού από τον Φωκά Ευαγγελινό. Η σκηνοθεσία απέσπασε καλές ερμηνείες από τον πάντα λιτής αλήθειας Γιάννη Νταλιάνη (ο εκφραστής των πλατωνικών απόψεων για τον σοφό και αφιλοκερδή δάσκαλο Σωκράτη), από τους πολύπειρους στον Αριστοφάνη Γιάννη Μπέζο (Στρεψιάδης) και Αλέξανδρο Μυλωνά (Σωκράτης), από τον ολιγόπειρο αριστοφανικά, πληθωρικά κωμικό Μάκη Παπαδημητρίου, τους ταλαντούχους (αλφαβητικά) Λαέρτη Μαλκότση, Μιχάλη Οικονόμου, Ομηρο Πουλάκη, Θάνο Τοκάκη (Μαθητές του Σωκράτη) και τις καλύτερες ερμηνείες της παράστασης, από τους Νίκο Ψαρά (ο ηθοποιός που αποκαλύφθηκε και ως δραστικός κωμικός στον αμφίσημο «Δίκαιο Λόγο») και Προμηθέα Αλειφερόπουλο («Αδικος Λόγος»).

ΘΥΜΕΛΗ,  ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 25/7/2012

Επιδαύρια και Ηρώδειο

  • ΘΥΜΕΛΗ,
  • ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 22 Ιούλη 2009
«Νεφέλες» από το ΘΟΚ
«Νεφέλες»

Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου ενώ είχε μια ευκαιρία, συμμετέχοντας στα φετινά Επιδαύρια, να κάνει μια εντυπωσιακή αναστροφή από το σκηνοθετικό – ερμηνευτικό τέλμα του τα τελευταία χρόνια, εμφανιζόμενος με τις αριστοφανικές «Νεφέλες» σε σκηνοθεσία του – πολλάκις αποδειγμένα – εξαιρετικά ταλαντούχου Νίκου Μαστοράκη, την έχασε στα μισά του δρόμου προετοιμασίας της παράστασης. Σημασία δεν έχουν οι λόγοι που οδήγησαν τον σκηνοθέτη σε παραίτηση, αλλά το παραστασιακό αποτέλεσμα (συλλογική η σκηνοθεσία, με επικεφαλής τον διευθυντή του ΘΟΚ, Βαρνάβα Κυριαζή). Αποτέλεσμα που ήταν γενικά θετικό. Θετικό, χάρη κυρίως στο πληθωρικής θεατρικής αντίληψης μουσικό «δαιμόνιο» του Σταμάτη Κραουνάκη (δαιμόνιο που αν μέχρι τέλους συνεργαζόταν με τον Ν. Μαστοράκη θα «οργίαζε» προς όφελος, συνολικά, της παράστασης). Αν έλειπε η παιγνιώδης μουσική του Κραουνάκη, η παράσταση θα ήταν άχρωμη και άνευρη. Θετικό το αποτέλεσμα ήταν, επίσης, χάρη στο – πάντα εύστοχα ευρηματικό – σκηνοθετικό και ερμηνευτικό «στίγμα» που σίγουρα, αλλά αφανέρωτα στην παράσταση άφησε η δουλειά του Μαστοράκη, δουλειά που αν συνεχιζόταν θα ωφελούσε και τη χορογραφία του ταλαντούχου Ισίδωρου Σιδέρη (όταν συνεργάζεται με ταλαντούχο σκηνοθέτη κάνει θαυμάσιες χορογραφίες). Θετικό απέβη το αποτέλεσμα και χάρη σε ένα εξαιρετικό, πολύ εύστοχο, συγκινητικό και απολύτως θεμιτό (άραγε ποιος το συνέλαβε;) εύρημα, το οποίο πέτυχε μια σύγχρονη «ανάγνωση» του έργου σχετικά με τη σημερινή απαξιωτική και εκφυλιστική εκπαιδευτική – κοινωνική – ηθική – συναισθηματική διαπαιδαγώγηση των νέων ανθρώπων: Την εμφάνιση – με τη μορφή αριστοφανικής παράβασης – στο τέλος του έργου ενός παιδιού που βγαίνει μέσα από τους θεατές και κατακρίνει πολιτεία, κοινωνία και γονείς για τα σημερινά «νέφη» της κρατικής βίας, της πολιτικής αγυρτείας, της κοινωνικής θολούρας, της αμορφωσιάς και της υποκουλτούρας που το «διδάσκουν». Εύρημα που υπηρετήθηκε απόλυτα με το λόγο και το τραγούδι του 12χρονου Γιώργου Ιωαννίδη. Από τις ερμηνείες οι πιο αξιόλογες ήταν των Ανδρέα Τσουρή (Στεψιάδης), Σταύρου Λούρα (Σωκράτης), Χριστόφορου Μαρτά (Φειδιππίδης), Αννίτας Σαντοριναίου (Δίκαιος Λόγος). Λιτό το σκηνικό του Χάρη Καυκαρίδη και καλαίσθητα τα κοστούμια του Λάκη Γενεθλή.

«Φαίδρα» με το Κρατικό Θέατρο Βρετανίας
«Δον Κιχώτης»

Θραμμένοι έως μυελού οστέων με τη σαιξπηρική δραματουργία και εκπαιδευόμενοι – προς χάριν της – με μια σπουδαία και μακραίωνη παράδοση αγωγής του λόγου, οι Αγγλοι καλλιτέχνες του θεάτρου (μεταφραστές, σκηνοθέτες, ηθοποιοί κλπ.) ελάχιστη ή μηδενική σχέση έχουν (και για ιστορικούς λόγους) με τη γαλλική κλασική δραματουργία, επόμενα και με του Ρακίνα. Αυτό το παραδέχτηκε (με συνέντευξή του σε ελληνική εφημερίδα) και ο διευθυντής του βασιλικού Κρατικού Θεάτρου Βρετανίας, Νίκολας Χάιτνερ, ο οποίος «με πρόταση» της βραβευμένης με «Οσκαρ» ηθοποιού Ελεν Μίρεν σκηνοθέτησε και παρουσίασε στην Επίδαυρο την εμπνευσμένη από την ομώνυμη ευριπίδεια τραγωδία, «Φαίδρα» του Ρακίνα. Με ένα σμπάρο δυο τρυγόνια… Η Ε. Μίρεν, αξιοποιώντας το «Οσκαρ», ξαναβγήκε στο θέατρο, μετά από μακρόχρονη θεατρική απραξία, παίζοντας τη «Φαίδρα» στο Λονδίνο, στην Επίδαυρο και τις ΗΠΑ, αλλά και το Κρατικό Θέατρο Βρετανίας μπόρεσε να συμμετάσχει, για πρώτη φορά, στο διεθνές πλέον φεστιβάλ Επιδαύρου, πρωτοδοκιμαζόμενο στο τραγικό είδος και στον Ρακίνα, μέσω της «Φαίδρας» του. Ομως, τα «ηχηρά» ονόματα δε εξασφαλίζουν – οπωσδήποτε και με οποιοδήποτε δημιούργημα – μεγάλα καλλιτεχνικά επιτεύγματα. Απόδειξη: Η χωρίς κανέναν οίστρο πεζή μετάφραση της «σκοτεινής», βαθύτατα ψυχογραφικής ρακινικής ποίησης από τον ποιητή Τεντ Χιουζ. Το ψυχρό σκηνικό του Μπομπ Κράουλ και η κακόγουστη κατασκευή και χρήση μιας ψεύτικης θυμέλης πάνω από την αρχαία. Η λιτά μεν ρεαλιστική, αλλά άψυχη, αμήχανη, αγγλικής θεατρικής «ψυχρότητας», «ευπρέπειας» και «νοικοκυροσύνης» σκηνοθεσία, που εκκωφαντικά αντέφασκε και στην καθοδήγηση των ερμηνειών: Εγκεφαλικά, σχηματικά σχεδιασμένη, χωρίς αίσθηση του βασανιστικού, απελπισμένου, θανάσιμου τελικά, μοιχού ερωτικού πάθους της Φαίδρας για τον προγονό της, Ιππόλυτο, εξαιρετικά ορθοφωνημένου λόγου, χωρίς να μεταδίδει συγκίνηση, ερμηνεία της Ελεν Μίρεν. Παλιομοδίτικη και ψεύτικη η ερμηνεία της Μάρκαρετ Τίζακ. Ρεαλιστικά απλή στην αρχή, αλλά υπερβολικά περιγραφική στο τέλος η ερμηνεία του Τζον Σράπνελ. Εκσυγχρονιστικά λιτή, αλλά και άνευρη του Ντομινίκ Κούπερ. Ακραία, απαράδεκτη, χοντροκοπιά η δήθεν «μοντέρνα» ερμηνεία του Στάνλεϊ Τάουσεντ. Η μόνη ερμηνεία με συναίσθημα, αλήθεια, απλότητα και φυσικότητα ήταν της Ρουθ Νέγκα. Βλέποντας την αγγλική «Φαίδρα» νοσταλγήσαμε την αλησμόνητη, ουσιαστικής σκηνοθετικής, μεταφραστικής και ερμηνευτικής «ανάγνωσης» του έργου, πολλά χρόνια πριν από το «Θεάτρο του Νότου» του Γιάννη Χουβαρδά.

«Δον Κιχώτης» από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης
«Φαίδρα»

Η λογοτεχνική αξία και ομορφιά, ο ουμανισμός, το πικρό χιούμορ και η πληθωρική κωμικότητα που αναβλύζουν από αυτό το μέγιστο και παγκόσμιο μυθιστορηματικό «κειμήλιο» του Θερβάντες, τον «Δον Κιχώτη», είναι πασίγνωστες. Εχουν εμπνεύσει και θα συνεχίζουν να εμπνέουν όλες τις μορφές της Τέχνης. Ορεξη να ‘χει κανείς να το μελετήσει, να το ξαναμελετήσει, να νιώσει βαθιά το οικουμενικό και διαχρονικό πνεύμα και μήνυμά του. Γιατί ιδαλγοί του δίκιου, του καλού και του ωραίου, ρομαντικοί, αγνοί, υπερασπιστές του δίκιου, των φτωχών, αδικημένων, ανυπεράσπιστων, εκμεταλλευόμενων ανθρώπων, όσο και αν οι πολλοί θα τους θεωρούν «παλαβούς», «ψυχοπαθείς», «αποπροσάρμοστους» με τις ιδέες και την κοινωνία της εκάστοτε εποχής, θα συνεχίσουν να υπάρχουν πάντα και παντού, όσο οι άνθρωποι και οι λαοί θα υποφέρουν από το κακό και το άδικο. Με αυτό το «κειμήλιο» (το διάσημο πρώτο μέρος του) καταπιάστηκε, διασκευαστικά και σκηνοθετικά, ο καλλιτεχνικός διευθυντής του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης, Γιάννης Καραχισαρίδης και κατάφερε, με σεβασμό και μέτρο, να συμπυκνώσει κειμενικά και σκηνοθετικά το μύθο του και να αναδείξει την εποχή του, τους χαρακτήρες των βασικών προσώπων, την αλληγορία και τη συνύπαρξη μελαγχολίας, χιούμορ και κωμικότητας. Ευεργετικός, καθοριστικός «στυλοβάτης» της παράστασης (παρουσιάστηκε στο Ηρώδειο, στα πλαίσια του Φεστιβάλ Αθηνών) είναι η γλυκόηχα μελωδική, ρυθμικών «χυμών», αλλά και παιγνιώδης μουσική και τα τραγούδια του Θάνου Μικρούτσικου, σε στίχους Αγαθής Δημητρούκα. Την εποχή του έργου απέδωσαν το επιβλητικό σκηνικό του Πάβελ Ντομπρζίσκι και τα όμορφα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ. Εκφραστικότατη η χορογραφία και κινησιολογία της εξελισσόμενης Σεσίλ Μικρούτσικου. Η ευφροσύνη που προσφέρει η παράσταση οφείλεται και στις ερμηνείες όλων των ηθοποιών. Πρωτίστως στις απολαυστικότατες, αλλά και με σοβαρότητα, μέτρο και απολύτως ταιριαστές στους εκπληκτικούς ανθρώπινους χαρακτήρες που έπλασε ο Θερβάντες, ερμηνείες του Γιώργου Κιμούλη (Κιχώτης) και του Δημήτρη Πιατά (Σάντσο). Εντυπωσιακά αποτελεσματική η ερμηνεία (αμεσότητα, φυσικότητα, σκηνικό «νεύρο», εκφραστική κίνηση και καλλιφωνία) της ελπιδοφόρας υποκριτικά Κλειώς-Δανάης Οθωναίου (Αλντόνσα – Δουλτσινέα). Ερμηνευτικά ξεχωρίζουν και οι Γιώργος Ζιόβας και Γιώργος Γιαννόπουλος. Αξιοι αναφοράς για τη γόνιμη υποκριτική προσπάθειά τους είναι και οι ηθοποιοί που έπαιξαν τους μικρότερους ρόλους: Ισίδωρος Σταμούλης, Σταυρούλα Σπυρίδωνος, Θοδωρής Προκοπίου, Βασίλης Πουλάκος, Μαρία Κόμη – Παπαγιαννάκη, Μιχάλης Σακκούλης, Γιάννης Μυλωνάς.

«Νεφέλες» από τον Θεατρικό Οργανισμό Κύπρου στο Φεστιβάλ Επιδαύρου

  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 6 Ιουλίου 2009

  • Πείρα και Κραουνάκης κράτησαν όρθιο τον ΘΟΚ

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Διαψεύστηκαν όσοι περίμεναν παταγώδη αποτυχία στην πρεμιέρα της Επιδαύρου. Ο Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου παρά τις περιπέτειές του -με την παραίτηση του σκηνοθέτη και την αναγκαστική λύση της συλλογικής σκηνοθεσίας υπό την επίβλεψη του Βαρνάβα Κυριαζή- μπόρεσε τελικά να σταθεί όρθιος και να διεκδικήσει, χωρίς την παραμικρή συγκατάβαση, το χειροκρότημα των έστω και ευάριθμων θεατών του.

Ο Σωκράτης (Σταύρος Λούρας) και ο Στρεψιάδης (Ανδρέας Τσουρής) υπό τα όμματα των Νεφελών. Δύο ερμηνείες στιβαρές και διασκεδαστικές

Ο Σωκράτης (Σταύρος Λούρας) και ο Στρεψιάδης (Ανδρέας Τσουρής) υπό τα όμματα των Νεφελών. Δύο ερμηνείες στιβαρές και διασκεδαστικές

Χωρίς αμφιβολία δύο παράγοντες συνέβαλαν σ’ αυτήν την τηρουμένων των αναλογιών επιτυχία: η πείρα του Οργανισμού και ο επαγγελματισμός των συντελεστών του και η συμβολή του συνθέτη Σταμάτη Κραουνάκη, που βοήθησε αποφασιστικά στο χρώμα και στο ύφος της παράστασης. Δεν θα θυμόμαστε βέβαια τις «Νεφέλες» του ΘΟΚ σαν μια ανανεωτική πρόταση στον χώρο του αριστοφανικού θεάτρου – κακά τα ψέματα, οι εκπλήξεις έχουν και τα όριά τους. Εχει όμως τις δυνατότητες να διαγράψει μια αξιοπρεπή τροχιά στον καλοκαιρινό ουρανό της θεατρικής περιφέρειας και ώς ένα βαθμό να προβληματίσει τους πιο ανήσυχους θεατές της.

Κάποιοι θα παρατηρούσαν βέβαια ότι η επιτυχία της παράστασης είναι ο τρόπος με τον οποίο μια σεβαστική σκηνική απόδοση της κωμωδίας συνάδει με την εξίσου συντηρητική ερμηνεία του περιεχομένου της. Στο μικροαστικό περιβάλλον του Στρεψιάδη (Ανδρέας Τσουρής) και στο εξίσου μικροαστικό, κουτοπόνηρο μυαλουδάκι του μπαίνει η ιδέα του εκσυγχρονισμού: Η Σχολή του Σωκράτη (Σταύρος Λούρας), ανατολικότροπη εκδοχή της γαλλικής αερολογίας, στέκει λίγο πιο πέρα, και μπορεί σε μια πολιτεία χωρίς στέρεα θεμέλια να κάνει θαύματα. Μπορεί να περάσει στους αφελείς τις αρλούμπες της για σοφά πορίσματα μιας νέας επιστήμης, μιας καινοφανούς κοσμολογίας και πολιτικολογίας. Είναι ένας άλλος κόσμος, με νέα ήθη και λέξεις. Με νέα σχήματα σκέψης, αλλά και με νέου τύπου σπουδές.

Αυτά όμως δεν είναι για παλιές καραβάνες: ο Στρεψιάδης στέλνει στο φροντιστήριο τον γιο του, Φειδιππίδη (Χριστόδουλος Μαρτάς), για να πραγματοποιήσει εκείνος τα όνειρα του πατέρα του. Ενας γιος που εκπαιδεύεται για να χρησιμοποιηθεί σαν λαμόγιο στις δουλειές του πατέρα του, είναι επόμενο να επιτεθεί κάποτε εναντίον του, παραβιάζοντας απαράβατες αρχές του άγραφου δικαίου. Κακώς επιμένουμε τόσο στη σάτιρα του Σωκράτη: στόχος του Αριστοφάνη είναι πάντα ο Στεψιάδης. Χωρίς τη δική του παρουσία, το πολύ που θα μπορούσε να προκαλέσει το φροντιστήριο του φιλόσοφου θα ήταν το γέλιο σαν παραλογισμένη σοφιστεία. Οταν όμως γονείς στέλνουν συνειδητά τα παιδιά τους να διδαχθούν τον Αδικο Λόγο, κάθε περιθωριακή, υπερδιανοουμενίστικη και ίσως θεμιτή στα όρια της πολυφωνίας έκφραση νεωτερισμού, βάζει δυναμίτη στα θεμέλια της κοινωνίας. Αυτό είναι το πολιτικό πίσω από το πραγματολογικό σχόλιο. Και αν ο Αριστοφάνης διαψεύστηκε κάποτε για τον Σωκράτη του, για τον Στεψιάδη του δεν διαψεύστηκε δυστυχώς ποτέ.

Μια κομψή, αστικού τύπου εκδοχή της κωμωδίας, με περιορισμένη όσο το δυνατόν τη χρήση σατιρικών και επιθεωρησιακών παρεμβολών, κεντρίζει το θέμα των ημερών: τη διαπαιδαγώγηση μιας νεολαίας αραγμένης και χαλαρής, που στέλνεται να σπουδάσει με το ζόρι στα φροντιστήρια της νέας κουλτούρας, πριν καταλήξει να σηκώνει χέρι στους κηδεμόνες της. Και ποια η λύση; Στο κονταροκτύπημα του Δικαίου και Αδικου Λόγου ένας συντηρητικός, παρωχημένος και υποκριτικός τρόπος σκέψης (Αννίτα Σαντοριναίου) αντιτίθεται στον αήθη, ελευθέριο λόγο τού σήμερα (Ελενα Ευσταθίου). Στην πιο ευφυή στιγμή της παράστασης ο νέος οφείλει να διαλέξει ανάμεσα σε δυο εξαρθρώσεις: μια παλαιά και μια νέα. Ισως τη σωστή άποψη εκφράζει εκείνος ο «τυχαίος» νέος (Γιώργος Ιωαννίδης), που εξέρχεται από το πλήθος για να επιχειρήσει τη δική του ανατρεπτική παράβαση.

Μας έλειψε το ξάφνιασμα της κωμικής μεγαλοπρέπειας, ωστόσο οι ερμηνείες ήταν γενικά στιβαρές και διασκεδαστικές. Αν και κάποιες στιγμές τα χορικά του Σταμάτη Κραουνάκη και η κίνηση του Χορού από τον Ισίδωρο Σιδέρη φάνταζαν υπερπληθωρικά, δεν μπορώ να αρνηθώ ότι αυτά έδωσαν τελικά στην παράσταση την υφολογική της δεσπόζουσα. Απλά και ουσιαστικά τα σκηνικά του Χάρη Καυκαρίδη. Οι ενδυμασίες του Λάκη Γενεθλή τόνισαν άλλοτε τη νότα του μικροαστισμού και άλλοτε τη σάτιρα της κουλτουριάρικης νέφωσης. *