«Ηθελα να σ’ αντάμωνα» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου» – «Λάσπη», στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας» – «Νεκροί ταξιδιώτες» από το «Συνεργείο»

Δραματουργικές απόπειρες νέων
  • «Ηθελα να σ’ αντάμωνα» στο «Θέατρο του Νέου Κόσμου»
«Λάσπη»

Θεατρολόγος, επί χρόνια ακάματη «ψυχούλα» του «Θεάτρου του Νέου Κόσμου», η Μαρία Παπαλέξη, με την πρώτη της δραματουργική απόπειρα, υπό τον τίτλο «Ηθελα να σ’ αντάμωνα», αποκάλυψε τρία αξιέπαινα στοιχεία της. Πρώτον ότι διαθέτει ένα θαυμάσιο «εργαλείο» λόγου – λόγου γλωσσικά λαγαρού, χυμώδους, οικείου αλλά και με ποιητικό αίσθημα, ρυθμό και μυθοπλαστικό μέτρο. Δεύτερον ότι συνετά, σεμνά και γερά θέλησε να δοκιμαστεί στη δραματουργική γραφή, και όχι με μια ανούσια δραματουργική «μεταμοντερνιά». Τρίτον ότι αγαπά και «τρέφεται» με την ομορφιά και τη σοφία των λαϊκών μας παραδόσεων. Με τα ήθη, τα έθιμα, τους μακραίωνους μύθους και θρύλους, την παραμυθία, τη δημώδη ποίηση, μουσική, τα τραγούδια του λαού μας. Η Μ. Παπαλέξη αυτήν την παράδοση τιμά και από αυτήν εμπνεύστηκε το έργο της. Εργο ύμνος για τη ζωή, τον αγνό έρωτα και την αληθινή αγάπη, που νικούν το θάνατο. Ενα σκηνικό «ποίημα» για τη δύναμη της αγάπης και της μνήμης, που κρατώντας τον αγαπημένο νεκρό απέθαντο στην καρδιά και τη μνήμη των ζωντανών νικά τη λησμονιά, γιατί αυτή είναι ο οριστικός θάνατος ενός αγαπημένου προσώπου. Πανέμορφοι δημοτικοί σκοποί, χοροί και τραγούδια, και τρία πρόσωπα, με επίκεντρο το γυρολόγο τροβαδούρο Κωνσταντή, αναπαριστούν τον κύκλο της ζωής. Ο Κωνσταντής, σαν τον Ορφέα, κατεβαίνει στον Κάτω Κόσμο, ξαναβρίσκει την αγαπημένη του και όσα πρόσωπα συνδέθηκαν με τη ζωή του και τους «ανασταίνει» με την άσβηστη μνήμη του. Κείμενο, παράσταση και ερμηνείες ευφραίνουν νου, ψυχή και αισθήσεις. Αξιέπαινοι είναι και όλοι οι καλλιτεχνικοί συντελεστές: Βαλεντίνα Παπαδημητράκη (σκηνοθεσία – μουσική επιμέλεια), Εδουάρδος Γεωργίου (σκηνικό – κοστούμια), Μυρτώ Παπαδοπούλου (κίνηση), Ελλη Βασιλάτου (μουσική διδασκαλία), οι ερμηνευτές Αννα Γαρεφαλάκη, Βαγγέλης Λιοδάκης, Βασίλης Παπαγεωργίου και ο μουσικός Αλέξανδρος Ιερωνυμίδης (λύρα, λαούτο).

  • «Λάσπη», στο «Θέατρο οδού Κεφαλληνίας»
«Ηθελα να σ’αντάμωνα»

Αξιόλογος πεζογράφος και έχοντας στο ενεργητικό του δύο αφηγηματικούς θεατρικούς μονολόγους («Μεταμφίεση», «Λα Πουπέ»), ο Βαγγέλης Χατζηγιαννίδης, με τη «Λάσπη» δοκιμάστηκε, επιτυχώς, σε μια πλήρη δραματουργική γραφή. Επλασε ένα μύθο, που έχει αρχή, μέση και τέλος, δραστικούς διαλόγους και τρία, αρκετά καλογραμμένα σαν χρακτήρες, πρόσωπα. Η γλώσσα του είναι άμεση και το θέμα του ενδιαφέρον και σύνθετο. Υπαρξιολογικό και κοινωνιολογικό. Ως προς τη δεύτερη πτυχή – την κοινωνιολογική αντίληψη του συγγραφέα για τα πρόσωπα που πλάθει, η υπογράφουσα τη θεωρεί όχι βέβαια εντελώς απίθανη, πάντως μια ακραία εξαίρεση του κανόνα, εξαίρεση μακράν της πραγματικότητας σε οποιαδήποτε ταξική κοινωνία. Στην ταξική κοινωνία την εξουσία – σε κάθε έκφραση και μορφή της ζωής και του ανθρώπου – την κατέχει ο κοινωνικο – οικονομικά ισχυρός. Ο ταξικά ισχυρός επιβάλλει όλους τους όρους του – ακόμα και όσον αφορά στην ερωτική σχέση – στον ανίσχυρο και όχι το αντίθετο, όπως κάνει, ιδιαίτερα στο δεύτερο μέρος του έργου, ο Β. Χατζηγιαννίδης. Στο έργο, μια μεγαλοαστή ζωντοχήρα, έχοντας βαρεθεί την ανούσια ζωή της κι αφήνοντας τη βίλα της, πάει να απομονωθεί για ένα διάστημα σε μια επαρχιακή πόλη, στο εγκαταλειμμένο σπίτι που κληροδότησε στον αδελφό της μια πεθαμένη θεία τους. Στο σπίτι εισέβαλε και μένει ένα άστεγο, φτωχό ζευγάρι με τα παιδιά του. Η έπαρση, η περιφρόνηση και οι απειλές της μεγαλοαστής, δεν έχουν αποτέλεσμα, καθώς απλώς επικαλύπτουν την ανούσια ζωή της, τα υπαρξιακά κενά της, το φόβο της απέναντι στη μοναξιά και τη συνήθειά της να την υπηρετούν. Καθώς η μεγαλοαστή αποδέχεται και τη συγκατοίκηση και να πληρώνει εκείνη για όλα, σιγά σιγά τα πράγματα αντιστρέφονται. Στερούμενη τον έρωτα, σμίγει σεξουαλικά με τον άντρα, κι όταν η γυναίκα του το ανακαλύψει, από εξουσιάστρια καταντά εξουσιαζόμενη από τον άντρα, «υπηρέτρια» και ψυχοσωματικό έρμαιο της συζύγου και τελικώς ένα «απόρριμμα» του ζεύγους, όταν εκείνο με τα δικά της χρήματα καταφέρνει να αγοράσει δικό του σπίτι και την εγκαταλείπει. Μέσα στο λιτό, λειτουργικό, κινούμενο σκηνικό χώρο που σχεδίασε η Ελένη Μανωλοπούλου (δικά της και τα κοστούμια), με υποβλητικούς φωτισμούς του Αλέκου Αναστασίου, με αρμόζουσα στο ψυχολογικό «κλίμα» του έργου μουσική του Σταύρου Γασπαρινάτου, η λιτού ρεαλισμού, ατμοσφαιρική σκηνοθεσία της Λίλλυς Μελεμέ, επικέντρωσε την προσοχή της στην ψυχογράφηση των προσώπων, αποσπώντας καλές ερμηνείες και από τους τρεις ηθοποιούς. Την πάντα αισθαντική Μαρία Καλλιμάνη (είναι πολύ φυσικότερη στο δεύτερο μέρος του έργου, όταν η μεγαλοαστή συνθλίβεται ψυχολογικά, αλλά κάπως επιτηδευμένη στο πρώτο μέρος). Την Πηνελόπη Μαρκοπούλου, που διαθέτει γήινη, δυνατή, αληθινή εσωτερικότητα. Και τον Δημήτρη Ξανθόπουλο, που λιτά και αδρά έπλασε τον άντρα.

«Νεκροί ταξιδιώτες»
  • «Νεκροί ταξιδιώτες» από το «Συνεργείο»

Μετά την εξαιρετική θεματολογικά, σκηνοθετικά και ερμηνευτικά παράσταση του έργου «Tejas verdes» (σύνθεση μαρτυριών θυμάτων του δικτατορικού καθεστώτος του Πινοτσέτ σε βάρος του λαού της Χιλής, από τον Φερμίν Καμπάλ), που παρουσίασε το 2007 – 2008, ο δημιουργημένος το 2006 θίασος «Συνεργείο», στεγασμένος φέτος σε άλλο χώρο, επιχειρεί για τρίτη φορά να ποιήσει θέατρο με αφηγηματικά, μη θεατρικά κείμενα. Ενα τέτοιο εγχείρημα μπορεί να οφείλεται σε πολλά. Σε οικονομική αδυναμία του θιάσου να κλείσει έργο που έχει πνευματικά δικαιώματα, σε αισθητική αντίληψη, ακόμα και στην επηρμένη άποψη ότι ο ταλαντούχος καλλιτέχνης – σκηνοθέτης, εν είδει «θαυματοποιού» μπορεί να «παντρέψει» αισθητικά τα μακρινά και αταίριαστα. Η νεαρή δημιουργός και σκηνοθέτης του θιάσου Γιολάντα Μαρκοπούλου, με τα μέχρι τώρα δείγματα της δουλειάς της, δείχνει ταλαντούχα και αισθητικά ανήσυχη και ευφάνταστη. Αισθητικά ανήσυχη και ευφάνταστη ήταν και η ιδέα της να θεατροποιήσει, ενώνοντάς τα, δύο όμοιας θεματικής διηγήματα, του Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη και του Γκαμπριέλ Γκαρσία Μάρκες (μετάφραση Μαρίας Χατζηεμμανουήλ), υπό το γενικό τίτλο «Νεκροί ταξιδιώτες». Πρόκειται για διηγήματα για τη θάλασσα και τους πλανημένους σ’ αυτήν, μαγεμένους από αυτήν και πεθαμένους σ’ αυτήν και ξεβρασμένους από αυτήν ναυτικούς. Ο «νεκρός ταξιδιώτης» του Παπαδιαμάντη πλανεύεται από τη σκιθιώτικη θάλασσα. Του Μάρκες από την ωκεάνεια θάλασσα της Κολομβίας. Διαφορετικά τα μεγέθη, το ανθρώπινο και φυσικό περιβάλλον των θαλασσινών και στεριανών τόπων της Σκιάθου και της Κολομβίας. Διαφορετικά τα θρησκευτικά, πένθιμα και ταφικά έθιμά τους. Αλλο το ποιητικά υπερβατικού αισθήματος, το ήθος και τοπικό ιδίωμα της γλώσσας του Παπαδιαμάντη κι άλλο του γήινου, χειμαρρώδους Μάρκες. Με το να ενοποιήσεις αισθητικά, με εμφαντικά, σχηματικής γραφικότητας αναπαραστατικά ευρήματα δύο διαφορετικού ήθους αφηγήματα, προσθέτοντάς τους και μερικούς κατασκευασμένους διαλόγους, το μόνο που καταφέρνεις είναι να αλλοιώσεις την «ψυχή», την ομορφιά και την αισθητική τους. Αυτό συνέβη με την παράσταση που έστησε η Γιολάντα Μαρκοπούλου. Μια παράσταση που απαίτησε μόχθο από την ίδια και τους τέσσερις, πολύ φιλότιμους ερμηνευτές της – Μαρία Αιγινίτου, Βιολέτα Γύρα, Γιώργο Στάμο, Χάρη Χαραλάμπους, μουσικά ντύθηκε από τον Δημήτρη Ισαρη, εκφραστικά κινησιολογήθηκε από την Αντιγόνη Λύρα και ατμοσφαιρικά φωτίστηκε από την Ηλέκτρα Περσελή. Μεγάλη αρετή, αληθινή ευεργεσία για την παράσταση είναι το πανέμορφο, αξιοθαύμαστης σύλληψης, σύνθεσης και πολύσημης πλαστικότητας, γλυπτό σκηνικό της Αλεξάνδρας Σιάφκου, η οποία υπογράφει και τα καλαίσθητα κοστούμια. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 18 Φλεβάρη 2009]

Advertisements