*«Δεσποινίς Μαργαρίτα» «Απλό Θέατρο»

Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» δεν αποτελεί, όπως συχνά θεωρούμε, μέρος του συστήματος αλλά στιγμιαία ανατροπή του. Για μια ξαφνική αφύπνιση, όμοια με του καφκικού Κ., που προκαλεί ρωγμή στο σύστημα και επιτρέπει να φανεί μέσα από τη ρωγμή η δομή του. Αυτή η παράξενη, αινιγματική, τρομακτική και ταυτόχρονα γνώριμή μας δασκάλα παραδίδει στους μαθητές της ένα μάθημα του μαθήματος, ένα σεμινάριο πάνω στο ζήτημα της παιδείας. Είναι τουλάχιστον τίμια μαζί τους: το σύστημα, λέει, έχει κάνει την εκπαίδευση μέρος και αρωγό της, ώστε κανείς τελικά να μην μπορεί να χρησιμοποιήσει την παιδεία για να διορθώσει το σύστημα. Εκείνο που μαθαίνουν τα παιδιά στα σχολεία είναι τα αυστηρά όριά τους, τα όρια της ζωής και της συμμετοχής τους στα κοινά. Για όλα τα άλλα φροντίζει το σύστημα. Ή, μάλλον, για το εξής ένα φροντίζει: να διατηρήσει το σύστημα.

Η Ολια Λαζαρίδου στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Αντζελα Μπρούσκου

Ξεκινώ με το νόημα του περίφημου έργου του Ρομπέρτο Ατάιντε για να εκφράσω αμέσως μετά την απορία μου για την επιτυχία του. Πρόκειται ασφαλώς για την απαράμιλλη ικανότητα του αστικού θεάτρου -γιατί σαν μονόλογος η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» ανήκει στο αστικό θέατρο- να εγκολπώνεται ακόμα και όσες οπτικές αμφισβητούν την αστική οπτική των πραγμάτων. Οπως συνήθως, η θέση μετατρέπεται σε διασκέδαση και η καταγγελία σε ρεσιτάλ. Ισως απομένει στο τέλος ένα θολό επιχείρημα για το σαθρό εκπαιδευτικό σύστημα, που μετατρέπει τα παιδιά σε μηρυκαστικά και επιβάλλει από τα πρώτα κιόλας χρόνια της ζωής το σχήμα εξεταστή και εξεταζόμενου.

Δεν γνωρίζω πόσο πίστεψε η Αντζελα Μπρούσκου στο έργο, καταλαβαίνω όμως ότι πίστεψε πολύ στη συγκυρία του ανεβάσματος. Εν μέσω των συγκρουσιακών γεγονότων των τελευταίων μηνών, η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» μοιάζει πράγματι επίκαιρη. Σε αυτήν τη στιγμή κρίσης του συστήματος εννοούμε ευκολότερα τις αναφορές της.

Η επικαιρότητα ενός έργου όμως είναι πάντα ένα πολύ επικίνδυνο πράγμα. Παρασύρει σε άγαρμπες παρεμβάσεις, κακόγουστες επιλογές και απομείωση της ποιητικής του δύναμης. Η «Δεσποινίς Μαργαρίτα» δεν είναι επιθεώρηση – φιλοδοξεί να γίνει μια αναγωγική και διαχρονική αλληγορία της εξουσίας κάθε μορφής. Κάθε άγαρμπη επαφή του με την πραγματικότητα δεν μειώνει μόνο το ίδιο – υποτιμά τη νοημοσύνη του κοινού που το βλέπει.

Στην περίπτωση του «Απλού Θεάτρου», η Δεσποινίδα Μαργαρίτα έλαβε τη μορφή της Ολιας Λαζαρίδου. Ποιος δεν θεωρούσε την επιτυχία δεδομένη! Το έργο του Ατάιντε έδωσε πράγματι στη σπουδαία ηθοποιό την ευκαιρία να επιδείξει τις υποκριτικές της δεξιότητες. Η Μαργαρίτα της Λαζαρίδου είναι μια κυνική και γι’ αυτό απόλυτα ειλικρινής ομολογία ενός κυνικού συστήματος χειραγώγησης. Διευρύνοντας τις εσωτερικές ποιότητες του ρόλου, η ερμηνεία της έθεσε ζητήματα για την ερωτική και φαντασιακή θέσπιση της εξουσίας, για την εναλλαγή θύματος και θύτη στο άφατο κέντρο της.

Μακάρι να σταματούσε εδώ η σκηνοθεσία. Με υπερβολικό ενθουσιασμό όμως και φανερή αυταρέσκεια, η Αντζελα Μπρούσκου άρχισε να υποβαθμίζει το έργο, μεταμφιέζοντας πρώτα τη δασκάλα σε φιγούρα του Αλμοδόβαρ, προσθέτοντας ύστερα μέσω του μαθητή-κλόουν (Αρη Μπινιάρη) διαρκή θόρυβο, παρεμβάλλοντας τέλος εικόνες από τα πρόσφατα γεγονότα της Αθήνας. Με άλλα λόγια η Μπρούσκου έκανε άθελά της ό,τι γινόταν για να υποβαθμίσει τη Μαργαρίτα σε άκακη καρικατούρα.

Το αστικό θέατρο σε όλη του τη δόξα, λοιπόν – και μάλιστα από την Αντζελα Μπρούσκου! Αυτή είναι η παγίδα του σκηνοθετισμού: Παραβλέπει συχνά πως ο θεατής εκτός από θέση έχει και ρόλο, πως συμμετέχει και αυτός σαν κριτικός νους και υποκείμενο της νοηματοδότησης. *

  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ / 2 – 14/02/2009
Advertisements