Οταν δεν φτάνει το σκοινί

  • Αρκουμανέα Λουίζα
  • «Περιμένοντας τον Γκοντό» του Σάμουελ Μπέκετ σε σκηνοθεσία Κωστή Καπελώνη στο Θέατρο Τέχνης – Φρυνίχου
  • ΤΟ ΒΗΜΑ: 21/10/2012
Οταν δεν φτάνει το σκοινί
Η Κάτια Γέρου και η Δήμητρα Χατούπη (όρθια) σε σκηνή από την παράσταση  

Εχει περάσει περίπου μισός αιώνας από τότε που ο νεαρός Πίτερ Χολ, μόλις 24 ετών, είπε στους ηθοποιούς του κατά τη διάρκεια των δοκιμών για την πρώτη παρουσίαση του «Περιμένοντας τον Γκοντό» στην αγγλική σκηνή: «Πραγματικά δεν έχω ιδέα τι σημαίνουν πολλά από όσα λέγονται, αλλά αν αρχίσουμε να συζητάμε την κάθε φράση δεν θα κάνουμε ποτέ πρεμιέρα». Ηταν Αύγουστος του 1955. Εκτοτε έχουμε ασχοληθεί τόσο πολύ με αυτό το έργο, έχουμε πράγματι αναλύσει κάθε φράση, κάθε αναφορά, κάθε σημείο στίξης, σε τέτοιον βαθμό μάλιστα, ώστε αναρωτιέται κανείς μήπως κάθε περιθώριο έχει εξαντληθεί. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Advertisements

Ενας «Διωγμένος» στο Καταφύγιο θηραμάτων

  • Από τον Κωνσταντίνο Μπούρα

Ο Μπέκετ, πριν γίνει νομπελίστας και αναγνωριστεί διεθνώς ως ένας από τους σημαντικότερους θεατρικούς συγγραφείς του 20ού αιώνα, ήταν γραμματέας του Τζέιμς Τζόις. Το να υπηρετείς μια ιδιοφυΐα, όντας συγγραφέας ο ίδιος, δεν είναι ό,τι πιο εύκολο μπορεί να φανταστεί κανείς.

Στη βιογραφία τού Μπέκετ αναφέρεται και η εμμονή του με την πεζοπορία. Υστερα από ώρες περπάτημα, μέσα στη βαθιά νύχτα, απομακρυνόταν τόσο πολύ από το σπίτι που ζούσε με τη σύντροφο της ζωής του, που δεν προλάβαινε να γυρίσει και αναγκαζόταν να κοιμηθεί όπου έβρισκε, κάποτε και σε …χαντάκια, όταν, ως Ιρλανδός της διασποράς, το παράκανε με το πατροπαράδοτο ουίσκι του. Ο «Διωγμένος», ένα μη θεατρικό κείμενό του, διασκευάστηκε σε δραματικό μονόλογο, σε ρέουσα μετάφραση που εκπόνησε η Εριφύλη Μαρωνίτη, σε ενδιαφέρουσα σκηνική διδασκαλία από τη Μάνια Παπαδημητρίου, και παρουσιάστηκε από τον υπερεπαρκή Γιώργο Γιαννακάκο στο μπαρ του δεύτερου ορόφου του καινούριου πολυχώρου με το συμβολικά αφαιρετικό όνομα «Μύγα», που λειτουργεί στην καλλιτεχνική -πλέον- «κυψέλη» του Ψυρρή. Το όνομα άραγε παραπέμπει στη γνωστή λαϊκή έκφραση «σαν τη μύγα μέσα στο γάλα» ή μήπως έχει περισσότερο υπαρξιακές συνυποδηλώσεις και παραπέμπει στις «Μύγες» του άλλου νομπελίστα Ζαν-Πολ Σαρτρ; Η παράσταση ήταν αιρετικά ανατρεπτική και, ταυτόχρονα, παραδοσιακά απροσχημάτιστη. Η χρήση της φωτιάς -με το άναμμα μιας εφημερίδας-, το άναμμα μιας παλιάς λάμπας πετρελαίου, το πασπάλισμα με σκόνη του κλοουνίστικου κοστουμιού τού πρωταγωνιστή-κλοσάρ-παρία, η μιμική και παντομιμική -ενίοτε- υποκριτική τεχνική που θύμιζε απ’ ευθείας τον Σαρλό, όπως τον ερμήνευσε μοναδικά ο Τσάρλι Τσάπλιν, η στυλιζαρισμένα «θεατρική» -μη ρεαλιστική- εκφορά του μπεκετικού λόγου, καθώς και ο μη συμβατικός σκηνικός χώρος ενός μπαρ συνέβαλαν τα μάλα σε μια πρωτότυπη θεατρική δημιουργία, που οι θεατές παρακολούθησαν σχεδόν απνευστί. Η δραματική ένταση, που ο ηθοποιός Γιώργος Γιαννακάκος ξέρει να δημιουργεί και να συντηρεί με την άσβεστη ζωτικότητα του αεικίνητου κορμιού, των χεριών και της «μάσκας» του προσώπου του, «έδεσε» σφιχτά και αρμονικά με το ποιητικό κείμενο ενός συγγραφέα που θεωρήθηκε ένας από τους κύριους εκπροσώπους του λεγομένου «θεάτρου του παραλόγου», σε μια πρωτότυπη σκηνική στιγμή-ψηφίδα τής αθηναϊκής θεατρικής μας τοπιογραφίας. Το κοστούμι και τη διαμόρφωση του σκηνικού χώρου σχεδίασε κι επιμελήθηκε η Ολυμπία Σιδερίδου.

  • «Μύγα», Μίκωνος 11 & Αισώπου, Ψυρρή, τηλ. 6984-662227. Βραδ: Δευτ., Τρ. 9 μ.μ., 10 ευρώ [ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ, Βιβλιοθήκη, Παρασκευή 22 Ιανουαρίου 2010]

«Ευτυχισμένες μέρες» με τη Μίνα Αδαμάκη

  • Βορά στο κοινό
  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ, Η ΑΥΓΗ: 11/10/2009

Η παλιότερη άποψη ότι το θέατρο του Μπέκετ συγγενεύει με την αρχαιοελληνική τραγωδία, σήμερα είναι ξεπερασμένη. Ο παράλογος κόσμος του Μπέκετ στερείται κάθε νοήματος ή, για να το πούμε διαφορετικά, μοναδικό νόημά του είναι η έλλειψη νοήματος. Ο άνθρωπος βρίσκεται τυχαία ριγμένος μέσα σε ένα σύμπαν ακατανόητο, χωρίς αρχή και τέλος, καταδικασμένος να περιπλανιέται αέναα, βουβός, τυφλός.

Μπροστά στην κοινή βεβαιότητα του θανάτου, μπροστά στο γεγονός της θνητότητας, όλα τα άλλα σβήνουν. Ύπαρξη και ιστορία συνθλίβονται μαζί, «πακέτο» στην εν κενώ συσκευασία μιας απόλυτης θεατρικής φόρμας που αναπαράγει, αναπαριστάνει κάθε φορά πιστά τον εαυτό της και τίποτε άλλο. Αυτός είναι ο κατ’ εξοχήν χώρος του «παραλόγου», ένας μη-τόπος και μια α-πορία μπροστά στην παντοδυναμία του θανάτου, στοιχεία που το διακρίνουν καθαρά τόσο από την αρχαιοελληνική τραγωδία όσο και από το ελισαβετιανό της απείκασμα σε καθρέφτη.

Όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν το 1963 στο Παρίσι, σε σκηνοθεσία του Ροζέ Μπλεν, με τη Μαντλέν Ρενώ, οι «Ευτυχισμένες μέρες», η κριτική (διά στόματος του Ζαν-Μαρί Ντομενάχ) έσπευσε να υποδεχθεί την «ανάσταση της τραγωδίας με νέα μορφή, νέα αισθητική, νέο ρίγος, βασισμένη, όχι σε συγκρούσεις παθών και πολυτελών (!) γεγονότων, αλλά στην απουσία όλων αυτών, στη γυμνότητα, στο μεταφυσικό κενό, και ακόμη στην αντι – αξία, στο αντι – συναίσθημα…». Θα πρέπει κάποιος να μην έχει ιδέαν του τι είναι τραγωδία, να έχει άγρια μεσάνυχτα, για να γράφει τέτοιες ανοησίες. Η άποψη αυτή «περπάτησε» για λίγο, αλλά δεν είχε συνέχεια.

Σε κάθε περίπτωση, το θέατρο του Μπέκετ, ως ποιητικός οργανισμός, επιζεί και θα νικήσει, όπως όλα δείχνουν, τον χρόνο, αντίθετα με τις απόψεις των ειδικών περί αυτού, που είναι προορισμένες να σβήσουν.

Ποια σχέση μπορεί να έχει η Ουίνι των «Ευτυχισμένων ημερών» με τα πρόσωπα της τραγωδίας; Η Ουίνι δεν υπέστη ποτέ της μεταβολή της τύχης, από ευτυχίας εις δυστυχίαν«. Δεν μοιάζει να έχει καν περάσει επάνω της ο τρομερός εικοστός αιώνας. Αφήνεται να γλιστρήσει ευγενικά στη χοάνη των ετών και στη δίνη του χρόνου με χλιαρές διαμαρτυρίες για το μάταιον του βίου κ.λπ. (κουβέντα να γίνεται), συνομιλώντας τρυφερά… με την οδοντόβουρτσά της και τραγουδώντας το βαλς «Πόσο σε αγαπώ», από την «Εύθυμη χήρα» του Λέχαρ.

Η αξία του πράγματος βρίσκεται στη γλώσσα του Μπέκετ (σημειώνω την καλή μετάφραση του Διονύση Καψάλη) που είναι ένας μουσικός κώδικας γραμμένος για μια ηθοποιό με μινιμαλιστική υποκριτική που να μπορεί να δώσει την αντίφαση ανάμεσα στις μεγάλες εξαγγελίες ενός πομπώδους πολιτισμού και στη μικρή διάρκεια του βίου του ανθρώπου: ένας κλαυσίγελως της πεπερασμένης και αποσπασματικής ανθρώπινης ύπαρξης που δεν βρίσκει λόγια να παρηγορηθεί για την άδικη μοίρα του θανάτου. Ένα ρέκβιεμ για μια βιρτουόζα ηθοποιό, απολύτως εσωτερικών τόνων.

Πιστεύω ότι ήταν σοβαρό λάθος διανομής η ανάθεση του ρόλου της Ουίνι στην καλή, αλλά για άλλα πράγματα, εξωστρεφή ηθοποιό Μίνα Αδαμάκη, που κατέβαλε τεράστιο μόχθο, και επιπλέον η σκηνοθεσία του Έκτορα Λυγίζου την άφησε τελείως ακάλυπτη. Ο νεότατος λόγιος σκηνοθέτης φοβάμαι ότι παγιδεύεται ακόμη στα ποικίλα διαβάσματά του. Και σπεύδει να τα περιλάβει αναφομοίωτα στις παραστάσεις του, με αποτέλεσμα να χάνει συχνά το κείμενο κάτω από τα πόδια του. Είχα πει το ίδιο για τους περσινούς «Βρικόλακες», θα το επαναλάβω πάλι. Δεν σκηνοθέτησε το έργο του Μπέκετ, αλλά διάφορες απόψεις και σχόλια που έχουν διατυπωθεί γύρω από αυτό.

Το κύριο ζήτημα δεν είναι πώς προσέγγιζε ο Μπέκετ τα έργα του γραμμένα για την τηλεόραση, ούτε τα περισπούδαστα σκηνοθετικά τρίγωνα, τετράγωνα, κ.ά., που από μόνα τους δεν παράγουν παράσταση. Εδώ η σκηνοθεσία του κ. Λυγίζου μοιάζει να έχασε την επαφή με τη διάνοια του έργου στα πρώτα πέντε λεπτά. Τοποθετώντας την Ουίνι μέσα σε στούντιο τηλεοπτικό, δεμένη σφιχτά σε καρέκλα και εκθέτοντας ανελέητα σκληρά, σχεδόν ηδονοβλεπτικά, την αιχμάλωτη «περσόνα» της ηθοποιού στο άγριο «μάτι» της κάμερας, μέσω αυτού παραδίδοντάς τη βορά στο κοινό, δεν έγινε σαφές τι ακριβώς επιδίωκε. Ό,τι και αν ήταν, δεν του βρήκε. Μπέρδεψε απλώς τα πράγματα κι έβαλε στο περιθώριο, εξουδετέρωσε, υπονόμευσε το κύριο προσόν αυτού του έργου, την αδιαμεσολάβητη, χωρίς όρους, θεατρικότητά του.

<!–

Βορά στο κοινό

–>

**«Ο πρώτος έρωτας» του Σάμουελ Μπέκετ από το ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης στο θέατρο «Αργώ»

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Μαΐου 2009

  • Η κόλαση είναι οι άλλοι

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ

Ο Δημήτρης Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας

Ο Δημήτρης Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας

Ενας μεσόκοπος άνδρας με τριμμένη καμπαρντίνα, βρώμικο καπέλο και μια σακούλα απορριμμάτων στον ώμο διασχίζει τον διάδρομο της πλατείας με μικρά γέρικα βήματα, σκύβοντας ολοένα. Στα ακόλουθα 90′ έχει μαζέψει αμέτρητα πλαστικά ποτήρια, τα έχει αδειάσει και ξαναμαζέψει, μονολογώντας με φούρια, χωρίς τελείες, γεμάτος αντιφατικές παρορμήσεις, με σπάνιες ανάσες -όταν μιλά για εκείνη- και σπανιότερες παύσεις. «Δεν έχω τίποτε εναντίον των νεκροταφείων, προτιμώ τη γλυκερή μυρωδιά των πτωμάτων από τη μυρωδιά των ζωντανών, που όσο και να πλένονται βρωμούν»…

Βρισκόμαστε στον κόσμο του Μπέκετ, με ορατά στα 1945 τα σημάδια του προφήτη της συναισθηματικής στειρότητας και της απάνθρωπης ερημιάς έξω από τόπο και χρόνο, οιωνοί του μεγαλοφυούς «Γκοντό» έξι χρόνια αργότερα και της πορείας του συγγραφέα από τους μονολόγους χωρίς νόημα μέχρι την πλήρη σιωπή.

Μέσω ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης (διεύθυνση Γιάννης Καραχισαρίδης), ήρθε στην Αθήνα με τη μορφή θεατρικού μονολόγου (μετάφραση Αχιλλέας Αλεξάνδρου, σκηνοθεσία Πάνος Παπαδόπουλος) ένα από τα αφανή -μέχρι τη δουβλινέζικη αναβίωσή του πέρυσι- πεζά του Μπέκετ, «Ο πρώτος έρωτας», μέρος της «αποτυχημένης», κατά τον συγγραφέα, συλλογής «Κείμενα για το τίποτε», υπότιτλος «Και άλλες σαχλαμάρες».

Με τον θάνατο του πατέρα του ο νέος άνδρας (Δημήτρης Καταλειφός) εκδιώκεται από το σπίτι του και βρίσκει καταφύγιο σε ένα παγκάκι, που κάποια στιγμή μοιράζεται και μια γυναίκα. Η παρείσφρηση στη βολή της μοναξιάς του τον εκνευρίζει και ευθύς την ερωτεύεται. «Μ’ ενοχλείς», της λέει, σκαλίζοντας το όνομά της όχι σε κάποιο δέντρο αλλά σε μια ξερή σβουνιά δαμάλας, «δεν μπορώ να τεντωθώ με σένα δίπλα». «Απλωσε τα πόδια σου στα γόνατά μου», λέει εκείνη. «Αισθανόμουν κάτω από τις φτωχές μου γάμπες τα πλούσια μπούτια της. Μου χάιδεψε τους αστραγάλους. Σκέφτηκα να την κλοτσήσω στο μουνί»…

Καθώς ο μονόλογος εξελίσσεται, ο άνδρας πασχίζει να βγάλει νόημα από τα αισθήματα και το σώμα του, που όπως φαίνεται βρίσκονται στα μαχαίρια. Οι στύσεις εξαπατούν. Τα γυναικεία σώματα προκαλούν φρίκη. Ο έρωτας είναι μια εξορία από τη θαλπωρή του οικείου εαυτού. «Της είπα να έρχεται πιο αραιά ή καθόλου». Πατεράδες, ερωμένες, μωρά – η σύνδεση είναι ταυτόχρονα ανεξέλεγκτη παρόρμηση και εφιάλτης. Η κόλαση είναι οι άλλοι.

Το κείμενο στοιχειωμένο από θάνατο, μνήμες και κάτι σαν θύμηση του έρωτα, διακατέχεται από μπόλικο κέλτικο angst, είναι δηλαδή μια κωμική παρωδία. Μπέκετ: «Δεν υπάρχει τίποτε κωμικότερο από τη δυστυχία».

Ο Δημήτρης Καταλειφός ενδύεται την απέχθεια που σφύζει από ιλαρότητα, ανάλαφρα, φυσικά, χωρίς γραφικότητες, χωρίς ίχνος ζόφου. Ενα κακιωμένο γερασμένο παιδί με ξυρισμένο κεφάλι, σκέψεις ακατάστατες και μπουκωμένες όπως το σκηνικό, φωνή ειρωνική, με μια ιδιάζουσα αμετακίνητη τονικότητα, που κουράζεται και κουράζει ύστερα από μιάμιση ώρα, όμως δεν αφήνει την προσοχή μας να χαλαρώσει από τον εκκεντρικό μισάνθρωπο, που φτύνει το συναίσθημα σαν να ήταν τοξικός μύκητας.

Ο Καταλειφός απολαμβάνει κάθε φράση αυτής της συναρπαστικής μπεκετικής πρόζας με τα ειδεχθή καλαμπούρια. Αν και γκροτέσκος, όπως και η αδυναμία του συγγραφέα σε σκατολογικές αναφορές, «Ο πρώτος έρωτας» επιβεβαιώνει τελικά την απείθαρχη φύση των ανθρώπινων δεσμών, μολονότι δεν μπορούμε να ισχυριστούμε πως ο Μπέκετ το διασκεδάζει.

Η εξοργιστική εγκυμοσύνη της Αννας ή Λούλου («αυτή με αποτέλειωσε») κλείνει βλοσυρά τον κύκλο των μόνων σίγουρων πραγμάτων, που είναι η γέννηση και ο θάνατος. «Αγαπάς ή δεν αγαπάς» – χαμένος είσαι έτσι κι αλλιώς, μοιάζει να υποδηλώνει η πένθιμη γκριμάτσα του Ανδρα-Καταλειφού. *

«Θραύσματα» του Σάμουελ Μπέκετ Φεστιβάλ «Θέατρο πέρα από τα όρια»- Αττική Πολιτιστική Εταιρεία

  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Μαΐου 2009

  • Η φλόγα της ύπαρξης

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • «Το γράψιμο είναι μια καταραμένη, φρικτή αγγαρεία», όμως «τρομοκρατούμαι μερικές φορές στην ιδέα ότι η φαγούρα της συγγραφής έχει θεραπευτεί».

Ο Μαρτσέλο Μάνι και ο Καλίφα Νατούρ στα «Θραύσματα»

Ο Μαρτσέλο Μάνι και ο Καλίφα Νατούρ στα «Θραύσματα»

Και οι δύο φράσεις ανήκουν στον Σάμουελ Μπέκετ, με την ίδια φυσικότητα που το έργο του κυμαίνεται ανάμεσα στη θεμελιακή απουσία νοήματος της ανθρώπινης ύπαρξης, στο ακατανίκητο σαράκι της ζωής και την παράλογη, ηρωική επιθυμία για συνέχιση της πεζής και μάταιης ρουτίνας της. Πίσω από τον περιβόητο μπεκετικό πεσιμισμό προβάλλει ενίοτε ένα πηγαίο κωμικό ένστικτο που μυρίζει ελπίδα -ή μήπως πρόκειται για καμουφλάζ θανάτου;

Με το ενδεχόμενο να είναι αμφότερα, πλην με μια βαρύνουσα κλίση στο γέλιο («δεν υπάρχει τίποτε κωμικότερο από τη δυστυχία», Μπέκετ), ο Πίτερ Μπρουκ, ως ένας άλλος κορυφαίος μάστορας του απόλυτου μινιμαλισμού με ζωογόνο απόθεμα μεταφυσικής σιωπής, σκηνοθετεί τα «Θραύσματα» του Μπέκετ με συναισθηματική γενναιοδωρία, λεπτότητα και χιούμορ, χαρίζοντάς μας -εύγε στην πρωτοβουλία της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας- μια βραδιά μεγάλης θεατρικής ευτυχίας.

Στο «Θέατρο Ι», μια ακόμη μπεκετική δυάδα της συμφοράς σε σχέσεις αμοιβαίας εξάρτησης, ο Α και ο Β, ένας ξερακιανός τυφλός ζητιάνος (Khalifa Natour) και ένας ετοιμοπόλεμος σακάτης σε καρότσι (Marcello Magni), που με ένα κοντάρι κωπηλατεί δραστήρια το χάλι του πέρα – δώθε στην άδεια σκηνή, διαπραγματεύονται την ανάγκη τους για συνεταιρισμό («ταιριάζουμε οι δυο μας»). Γαιώδεις, αστείοι, πονηροί, γελούν στωικά με τον εαυτό τους κι εμείς μαζί τους. «Γιατί δεν πεθαίνεις;», ρωτά ο Β. «Το ‘χω σκεφτεί», απαντά ο Α. «Ναι, αλλά δεν το ‘κανες». «Δεν είμαι αρκετά δυστυχής». Ονειρα φιλίας, όρεξη για ζωή, σκληρότητα και τρυφερότητα εναλλάσσονται με μπριόζα λογική, μέχρι την απρόσμενη τελευταία εικόνα. Κανένα τέλος ζωής αλλά και καμιά καινούργια ελπίδα…

Με τις δυναμικές της σωματικής κωμωδίας σε θριαμβευτική εφαρμογή, στην «Πράξη χωρίς λόγια» οι ηθοποιοί υποδύονται δύο τύπους που κοιμούνται ειρηνικά μέσα στους σάκους τους μέχρις ότου ένα ραβδί, που κατεβαίνει με νόημα από ψηλά, τους ξυπνήσει στο καθήκον της ύπαρξης. Ο ένας το διεκπεραιώνει σκουντούφλικα και γκρινιάρικα.

Ντύνεται στραβά, μασά και φτύνει αηδιασμένος το ημερήσιο καρότο του, σέρνει λίγο τους δύο σάκους, βαριέται, εγκαταλείπει, ξεντύνεται, πίσω στον σάκο. Ο άλλος ακολουθεί την ίδια ρουτίνα, απολαμβάνοντας χαρούμενα και τραγουδιστά κάθε πληκτική λεπτομέρειά της. Η θαυμάσια παντομίμα στάσεων ζωής, χειρίζεται το χάρισμα του Μπέκετ στη μιμητική κωμωδία με λιγότερη άδυτη εσωτερικότητα και αμφισημία απ’ ό,τι προβλέπει ο ίδιος, όμως το αποτέλεσμα είναι συναρπαστικά διαυγές, ανθρώπινο και πάρα πολύ αστείο.

Στο «Νανούρισμα», μια μοναχική γυναίκα (Haley Carmichael) καθισμένη στην καρέκλα της, σκέφτεται φωναχτά την ανακούφιση του τέλους, ατενίζοντας από ένα νοητό παράθυρο προς τα έξω, σε γη και ουρανό, μέσα της, μέσα από άλλους, προς τα πάνω, στο απέραντο, τρομερό άγνωστο. Ερμηνεία απέριττη, πράα, ακριβής, σε μία ελλειπτική συνθηματική γλώσσα, που στην ουσία ούτε προφέρεται ούτε γράφεται και δεν προτείνει παρηγοριά, όμως εκπέμπει το αναπτερωτικό φως της ποίησής της μέσα στο θολό, πολύβουο τοπίο μας.

Στο «Πηγαιν’-έλα» οι άνδρες ηθοποιοί υποδύονται δύο ηλικιωμένες κυρίες με εξωφρενικά καπέλα. Καθισμένη ανάμεσά τους στο παγκάκι, η γυναίκα ηθοποιός στον ρόλο της τρίτης τής παρέας. Ολες μαζί ανακαλούν το παρελθόν, με ενδιάμεσες σφήνες κουτσομπολιού μόλις κάποια στρίψει την πλάτη. Ενα κωμικό νούμερο με την ελαφρότητα του μιούζικ χολ, υπέροχα υπαινικτικό και αριστοτεχνικά σκηνοθετημένο. Η απλότητα του μεγάλου θεάτρου. *

«Ο εφιάλτης της ευτυχίας» και «Sabine X» από το Εθνικό Θέατρο. «Θραύσματα»

  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 27 Μάη 2009
  • Κειμενικές και σκηνικές αναζητήσεις
«Ο εφιάλτης της ευτυχίας»
  • «Ο εφιάλτης της ευτυχίας» από το Εθνικό Θέατρο («Κοτοπούλη – Ρεξ» )
  • Ο ηθοποιός, καλύτερα από όλους τους άλλους συντελεστές του θεάτρου, ξέρει ότι εν αρχή ην ο λόγος, και ότι εκείνος γίνεται φορέας και πομπός του λόγου. Κι ότι ο λόγος, κι όχι τα εντυπωσιοθηρικά σκηνοθετιλίκια, καθορίζει όλη την ουσία, όλες τις πτυχές του κάθε προσώπου – ρόλου. Αυτό το μεγάλο κρατούμενο στη θεατρική τέχνη το έμαθε και το συνειδητοποίησε δουλεύοντας ως ηθοποιός η Μεξικανή – σπουδαγμένη στη Γερμανία – Γιουστίνε ντελ Κόρτε, όπως φαίνεται από το πρώτο της θεατρικό έργο «Ο εφιάλτης της ευτυχίας». Αυτό το έμαθε, λόγω πολύχρονης σκηνοθετικής πείρας του και ο Γιάννης Χουβαρδάς, όπως αποδείχνει ανεβάζοντας το έργο της Κόντε (στο «Κοτοπούλη», σε μια απέριττη, χωρίς σκηνικά, χωρίς σκηνοθετικά κόλπα παράσταση. Διαθέτοντας την καθημερινής χυμώδους αμεσότητας γλώσσα της μετάφρασης (Γιώργος Δεπάστας – Μαρία Μάντη) και ταλαντούχους ηθοποιούς, επιβεβαίωσε ότι στο θέατρο τον πρώτο και τελευταίο λόγο έχει ο ηθοποιός, η υποκριτική τέχνη. Το έργο της Κόντε, διαρθρωμένο με 47 – μικρές έως και μονόλεπτες – σπονδυλωτές σκηνές, δίνοντας άμεσες και έμμεσες σκηνικές και ερμηνευτικές οδηγίες, αρχικά μοιάζει χύμα. Καθώς, όμως, τα πρόσωπα που έπλασε επανέρχονται και εκθέτουν όλο και περισσότερο τα βιώματα, την ψυχή, τα καθημερινά προβλήματά τους, την απογοήτευση, τη μοναξιά, τα ανεκπλήρωτα όνειρα, τις διαψευσμένες ελπίδες της νιότης για ένα μερίδιο ευτυχίας, ο θεατής διαπιστώνει ότι το έργο διαθέτει ένα γερό αλλά υπόκρυφο μυθοπλαστικό και θεματολικό ιστό, συνθεμένο (αλλού ανάλαφρα, αλλού με πικρό χιούμορ, αλλού με υποδόρια δραματικότητα), συνθεμένο με φέτες ζωής που αναλογούν σε αμέτρητους σημερινούς ανθρώπους, διαφόρων ηλικιών. Μοναδικό εύρημα αλλά και κόσμημα της παράστασης είναι η χρήση έντεκα γνωστών ξένων τραγουδιών (ενορχηστρώσεις Νίκου Πλάτανου), ερμηνευμένα από καλλίφωνους ηθοποιούς, που παίζουν και διάφορα μουσικά όργανα. Ολοι, ανεξαιρέτως, οι ηθοποιοί καταθέτουν τις καλύτερες υποκριτικές ικανότητές τους. Ο ένας καλύτερος από τον άλλο, ανεξάρτητα από το μέγεθος των ρόλων τους. Δύσκολο, ίσως και άδικο, να ξεχωρίσει κανείς κάποιους, σε μια παράσταση τόσο υψηλού ερμηνευτικά συνόλου. Ολοι είναι άξιοι επαίνου και αναφοράς (με τη σειρά εμφάνισής τους): Γιώργος Γλάστρας, Θέμις Μπαζάκα, Δημήτρης Λιγνάδης, Λούσιο Βίκτορ, Σωκράτης Πατσίκας, Λουκία Μιχαλοπούλου, Κόρα Καρβούνη, Καρυοφιλλιά Καραμπέτη, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Μάκης Παπαδημητρίου, Χιροσίμα – Ερμής Χατανάκα, Λουίζα Κωστούλα, Ολγα Δαμάνη, Στεφανία Γουλιώτη, Ηλέκτρα Νικολούζου, Ελένη Κοκκίδου, Εφη Παπαθεοδώρου, Τιτίκα Σαριγκούλη, Δημήτρης Κουτρουβιδέας, Αλεξάνδρα Αϊδίνη.
«Ο πίθηκος του Κάφκα»
  • «Sabine X» από το Εθνικό Θέατρο («Σύγχρονο Θέατρο Αθήνας»)
  • Aναίτια καμιά μάνα δε γίνεται παιδοκτόνος; Η παιδοκτονία της Μήδειας οφείλεται σε πολλά. Στην απιστία του φιλόδοξου, ατομιστή, αχάριστου Ιάσονα, στη συνειδητοποίηση ότι ενώ για χάρη του πρόδωσε δικούς και πατρίδα, ανταμείβεται με εξορία της ίδιας και των παιδιών της και καταδίκη της να περιπλανιέται άπατρης πια. Αναίτιες δε θα ήταν και οι παιδοκτονίες, πριν λίγα χρόνια στη Γερμανία, μιας γυναίκας, της Σαμπίνε, η οποία, όπως αποκαλύφθηκε, δολοφόνησε και έθαψε στη γη και σε γλάστρες του πατρικού σπιτιού της εννιά νόθα παιδιά της. Η υπογράφουσα αγνοεί ποιες αιτίες θεώρησαν ως πιθανές η γερμανική κυβέρνηση και δικαιοσύνη. Πάντως, τίποτα από όσα συμβαίνουν στον άνθρωπο και στην κοινωνία δεν είναι αναίτιο και ανεξήγητο. Επόμενα και οι παιδοκτονίες της γυναίκας αυτής κάποιο ή πολλά αίτια είχαν. Αρκεί να θέλει κανείς να τα δει, να τα εξηγήσει, να τα ονομάσει. Πράγμα, που δεν έκανε, τολμηρά και συγκεκριμένα, ο Μανώλης Τσίπος, με το βασιζόμενο στο πραγματικό γεγονός έργο του «Sabine X». Αφησε όμως στην κρίση του θεατή και κάποιες θολές υποθέσεις του. Εκείνος που δε θέλησε να δει, να πει, να υποδείξει, έστω μόνο μια αιτία που προκαλεί μια τέτοια τραγωδία, αλλά και αχρήστευσε εντελώς τις θολές υποθέσεις του συγγραφέα, είναι ο σκηνοθέτης της παράστασης. Πρόθεση του Ανέστη Αζά, ήταν να εντυπωσιοθηρήσει, φορτώνοντας το έργο με αχρείαστα, δήθεν παιγνιώδη, δήθεν ειρωνικού χιούμορ, ευρήματα, νομίζοντας, ίσως, ότι έτσι διαφυλάσσει το έργο από τον κίνδυνο να θεωρηθεί μελοδραματικό. Η σκηνοθεσία στέρησε από το έργο κάθε ίχνος κοινωνικού περιεχομένου. Αλλά και αισθητικά το μπουρδούκλωσε τόσο που να μη είναι ούτε υπαρξιακό, ούτε οικογενειακό, ούτε κοινωνικό δράμα, ούτε σάτιρα, ούτε κωμωδία. Το μετέτρεψε σε κάτι μεταξύ θεάτρου του παραλόγου και μεταμοντέρνας γελοιοποίησης της τρομερής τραγωδίας που λέγεται παιδοκτονία. Η σκηνοθεσία αχρήστευσε και την εξαιρετική, αισθαντική, άμεση, αληθινή ηθοποιό Μαρία Τσιμά, ζητώντας της να υποδυθεί μια χωρίς – ψυχιατρική, συναισθηματική, κοινωνική, οικογενειακή, εργασιακή ή άλλη αιτία – ελευθεριάζουσα σεξουαλικά με αγνώστους, παιδοκτόνο. Η σκηνοθεσία κατάντησε σαχλαμάρα, ακόμα και μια σκηνή που μπορούσε να γίνει δραστικό πολιτικο-κοινωνικό σχόλιο και να αναδείξει κάποια σημαντική αιτία για τις παιδοκτονίες της Σαμπίνε. Τη σκηνή της πολιτικού που αγορεύοντας στη Βουλή, έστω υποκριτικά, αναφέρει ως πιθανά αίτια των παιδοκτονιών της Σαμπίνε, την ανεργία, την κοινωνική ανασφάλεια και περιθωριοποίηση του αδύναμου κοινωνικο-οικονομικά ανθρώπου, το πενιχρό επίδομα γέννας προς τις ανύπαντρες και άνεργες μητέρες, με αποτέλεσμα τη μοναξιά, τον αλκοολισμό, το ανερμάτιστο σεξ. Η σκηνοθεσία δεν αξιοποίησε σαν καυστικό σχόλιο ούτε τη σκηνή για την αθλιότητα των ΜΜΕ απέναντι στην τραγωδία της παιδοκτόνου. Κατά τον σκηνοθέτη, η Σαμπίνε είναι – απλώς και μόνο – μια αγαθιάρα, μπεκρού και σεξομανής που πνίγει τα μωρά της, αναίτια, ασυνειδητοποίητα, χωρίς αίσθημα ντροπής και δυστυχίας. Ούτε γάτα να ήταν… Ο σκηνοθέτης περιπαίζοντας το θέμα του έργου (που με άλλη σκηνοθεσία θα μπορούσε να αποκτήσει ουσιαστικότερο νόημα και να δικαιολογήσει τη βράβευσή του), ώθησε και τους ηθοποιούς να το περιπαίξουν. Και μια απορία: Ποιο, πώς, πόσο σοβαρά καταρτισμένο, σεβαστικό, ωφέλιμο για το κάθε έργο, τη σκηνοθεσία και τις ερμηνείες ρόλο παίζουν οι εμφανιζόμενοι, ως δραματολογική συνεργασία, τους οποίους τα κρατικά θέατρα υποχρεούνται να προσλαμβάνουν;
«Θραύσματα»
  • Μπέκετ και Κάφκα – «Θέατρο πέρα από τα όρια»
  • Το φετινό Φεστιβάλ «Πέρα από τα όρια» περιέλαβε δύο παραστάσεις, αληθινή «ευλογία» για την τέχνη του θεάτρου, με τη σοφά απέριττη, υψηλής αισθητικής – σκηνοθετική και ερμηνευτική ανάγνωση, σπουδαίων, μάλιστα, κειμένων. Αναφερόμαστε στο μόνιμο συμμέτοχο αυτού του φεστιβάλ, Πίτερ Μπρουκ, ο οποίος, ανέβασε σε ενιαία παράσταση, υπό τον τίτλο «Θραύσματα», τέσσερα μικρά κείμενα του Μπέκετ – τρία διαλογικά και ένα βουβό («Θέατρο Ι», «Νανούρισμα», «Πράξη χωρίς λόγια ΙΙ», «Πηγαινέλα»), που παρά την εκπληκτική συντομία τους συμπυκνώνουν, στο μέγιστο βαθμό, τον οικουμενισμό της μπεκετικής θεματολογίας για την απαξίωση του νοήματος και τις χαμένες προσδοκίες της ζωής, τη μοναξιά, την κατάπτωση του μακραίωνου μέσου επικοινωνίας των ανθρώπων – του λόγου, τα γηρατειά και το θάνατο. Με τη λιτότατη, χωρίς σκηνικά και σκηνοθετικά φτιασίδια, σκηνοθετική καθοδήγηση του Μπρουκ και τις εξαιρετικά ακριβείς και εκφραστικές ερμηνείες των Καλίφα Νάτουρ, Χέιλι Καρμάικλ και Μαρτσέλο Μάνι, μέσα από το ανάλαφρο χιούμορ αλλά και τη δηλητηριώδη ειρωνεία αναδύθηκε όλο το βάθος, όλη η ουσία της μπεκετικής αγωνίας και μελαγχολίας, για τον άνθρωπο και την κοινωνία.
  • Μεγάλη, αλησμόνητη αποκάλυψη αποτέλεσε η ερμηνεία της γνωστής στην Αγγλία, αλλά άγνωστης και πρωτοεμφανιζόμενης στο ελληνικό θεατρόφιλο κοινό, Ελληνίδας ηθοποιού Κάθριν Χάντερ, με τον «Πίθηκο του Κάφκα» (διασκευή του καφκικού διηγήματος «Αναφορά στην Ακαδημία» από τον Κόλιν Τίβαν), από το λονδρέζικο θέατρο «Yoong Vic». Η υπογράφουσα δε γνωρίζει ποιους άλλους ρόλους και πόσο καλά τους ερμήνευσε η Κάθριν Χάντερ. Η ερμηνεία της, όμως, ως πίθηκος που βιαίως εξαναγκάστηκε από κυνηγούς να μεταμορφωθεί σε άνθρωπο και καλείται από ακαδημαϊκούς (καταγόμενοι κι από αυτοί από τον πίθηκο, όπως όλο το ανθρώπινο γένος) να διηγηθεί πώς έγινε και πώς ζει σαν «άνθρωπος», ήταν «θηριώδους» δύναμης – φωνητικής, κινησιολογικής, ψυχοδιανοητικής – και μεταμορφωτικής ικανότητας. Ερμηνεία συναρπαστική, σπάνιας τέχνης και τεχνικής. Ερμηνεία, επιπλέον με μοναδική αίσθηση του χιούμορ ως επικαλύμματος της μελαγχολικής επίγνωσης ότι ο άνθρωπος δεν εξυψώθηκε πλήρως από το επίπεδο του ζώου. Οτι με τα ήθη, τον τρόπο ζωής, τις συμπεριφορές, τις συνήθειες, την υποκρισία, τη βιαιότητά του καταντά το χειρότερο είδος ζώου, το πιο επικίνδυνο και για τη φύση και για την κοινωνία. Συντελεστές αυτής της υπέροχης ερμηνείας είναι οι: Βάλτερ Μεγεργιόχαν (σκηνοθεσία), Ιλάν Ρέιχελ (κινησιολογία), Νικόλα Κονταμπάσια (μουσική επιμέλεια).

«Πρώτος έρωτας» του Μπέκετ και «Εσύ και τα σύννεφά σου», του Ερίκ Βέστφάλ, στο θέατρο «Αργώ»

  • Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ
  • Λογική και τρέλα
  • Η ΑΥΓΗ: 10/05/2009
  • Το σύντομο κείμενο του Μπέκετ «Πρώτος έρωτας», γραμμένο το 1940, ξαναδουλεμένο στη δεκαετία του ’70, μας αφηγείται συνοπτικά την πρωτεϊκή περιπέτεια του συγχρόνου ανθρώπου, που είναι μια περιπέτεια ψυχής. Ο μοναχικός ήρως του, χωρίς παρελθόν παρόν ή μέλλον, διωγμένος απ’ τον «παράδεισο» του πατρικού σπιτιού, πλανιέται χωρίς προορισμό σε μια έρημη γη που κι εκείνη γυρίζει ασκόπως, σαν ένα μόριο σκόνης χαμένο σ’ ένα σύμπαν ακατανόητο, βουβό και αναίσθητο.
  • Τόνιζα σ’ ένα προηγούμενο σημείωμα την αντιθεολογία του Μπέκετ, που είναι όμως, επίσης, μια ανεστραμμένη θεολογία. Στον «απόλυτο προορισμό» του ανθρώπου ν’ ανέβει στον ουρανό, περιφρονώντας την επίγεια ζωή, εγκαταλείποντας τη γυναίκα και ζώντας σκυφτός κάτω από την απειλή της θείας, αυθαίρετης βούλησης, που κήρυσσε ο Άγιος Αυγουστίνος και υιοθέτησε η Καθολική Εκκλησία, ο Μπέκετ αντιτάσσει πεισματικά την απόλυτη έλλειψη προορισμού του ανθρώπου, μέσα σ’ έναν κόσμο στερημένο κάθε νοήματος, κάτω από έναν εκθαμβωτικά κενό ουρανό: το μέγα τίποτε, σφραγισμένο από την εμμένεια του θανάτου. Όπου η μόνη δυνατή στάση του ανθρώπου, είναι ν’ αναλάβει με τη θέλησή του τον ρόλο του τρελού ή παλιάτσου, «βγάζοντας γλώσσα» στο έσχατο μηδέν που τον περιπαίζει. Αυτό το παράλογο, αμλετικό «θέατρο», ή αλλιώς η συνειδητή μίμηση παραφροσύνης, είναι η μόνη ελεύθερη επιλογή του ανθρώπου, η μόνη αξιοπρεπής λύση της ιστορίας του και η μόνη εφικτή πράξη ελευθερίας. Πρόκειται όμως για κωμωδία, όχι τραγωδία, όπως κάποιοι επιμένουν ακόμη να υποστηρίζουν. Επειδή η τραγωδία διασώζει το νόημα, δικαιώνοντας την ύπαρξη και την ιστορία: εκεί αναδύεται η ελεύθερη συνείδηση του ανθρώπου για πρώτη φορά, παύει να είναι αρραγής η παντοδυναμία του θανάτου, η θυσία δεν πάει χαμένη και το αίμα των αθώων θυμάτων εξαγοράζεται.
  • Δεν μπορεί επομένως παρά να συμφωνήσει κάποιος με το ύφος της παράστασης του «Πρώτου έρωτα», στο θέατρο «Αργώ» (παραγωγή του ΔΗΠΕΘΕ Κοζάνης) που μετέφρασε ωραία ο Αχιλλέας Αλεξάνδρου, σκηνοθέτησε δόκιμα ως «μελαγχολική σαιξπηρική κωμωδία» ο Πάνος Παπαδόπουλος, φώτισε ευεργετικά ο Ανδρέας Σινάνος και έπαιξε ο σπουδαίος Δημήτρης Καταλειφός, ενεργοποιώντας στο έπακρο τη χαρισματική «κλοουνερί» του. Η οποία δεν είναι όμως απόλυτη, εμπεριέχει, αντίθετα, σπέρματα μιας προσωπικής κριτικής στάσης, μέχρι αυτοσαρκασμού: απέναντι στην ίδια τη μανιέρα του, πρώτα απ’ όλα, ως ηθοποιού – κλοουνίστα??? απέναντι στον παθητικό «περιθωριακό» ήρωα που ενσαρκώνει??? απέναντι στον κλασικό τρόπο απόδοσης μέχρι σήμερα, όλων των μπεκετικών ρόλων ως «κλόουν»??? απέναντι εν γένει, στη «μόδα Μπέκετ και στον δευτερογενή «μπεκετισμό» των επιγόνων, επίδοξων μιμητών της ανεπανάληπτης φόρμας του μεγάλου Ιρλανδού συγγραφέα. Κρατώντας μια σωτήρια απόσταση «μπρεχτική» από όλα τα πιο πάνω, καταφέρνει να προσδώσει στον ήρωα κάτι περισσότερο από τον συνηθισμένο, φθαρμένο «κλαυσίγελω» του περιπλανώμενου απόβλητου, δραπέτη ενός τσίρκου, «παλιάτσου» ή «τρελού»: μια ανεπίληπτη ανθρωπιά, μια αλήθεια, μια ευγένεια, μια ομορφιά. Αξίζει ένα μεγάλο εύγε στον Καταλειφό και σε όλους τους συντελεστές.

***

  • Και πάλι στο «Αργώ» μια άκρως ενδιαφέρουσα παράσταση ενός ερεθιστικού έργου, με θέμα του μια περίπτωση «ψυχασθένειας». Πρόκειται για το «Εσύ και τα σύννεφά σου», το Γάλλου Ερίκ Βέστφάλ, γραμμένο το 1969. Μας αφηγείται την ιστορία δύο αδελφών, από τις οποίες η μία πάσχει από σχιζοφρένεια και η άλλη της έχει αφιερωθεί, τη φροντίζει, την «υπηρετεί» με πλήρη αυταπάρνηση. Παρακολουθούμε τη μεταξύ τους σχέση, θύτη και θύματος, που σταδιακά μεταλλάσσεται και το τέλος έρχεται με πλήρη αντιστροφή των ρόλων. Η πρωτοτυπία εντοπίζεται στα σημεία όπου οι ιδιότητες των δύο ρόλων αλληλοπεριχωρούνται, η «ασθένεια» του ενός διεμβολίζει την «υγεία» του άλλου και αντίστροφα. Υπάρχουν όμως κάποιοι πλατιασμοί, όπως στην ευρηματική σκηνή του «εισβολέα» πλασιέ και επίδοξου βιαστή της «άρρωστης», η οποία θα έπρεπε, νομίζω, να τελειώνει φυσικά με την τροπή του σε φυγή μπροστά στην «επίθεση λογικής» της «τρελής» αδελφής, χωρίς τα άλλα που ακολουθούν.
  • Η απόδοση και η σκηνοθεσία της πολύ νέας Μαρίας Βαρδάκα πιάνει απ’ τις άκρες του το έργο, κυριολεκτικά και το «ξετινάζει». Το ευρηματικό σκηνικό με τον ελαφρά παραμορφωτικό καθρέφτη (Κων. Ζαμάνης) δίνει μια επιπλέον διάσταση, τα κοστούμια (Κων. Γκουγκούνης), οι φωτισμοί του Χρήστου Τσαμπά και η μουσική (Αλέξης Ιωάννου, Θάνος Κοσμίδης), ακολουθούν ανάλογη συντεταγμένη. Η νεότατη Κατερίνα Μπιμπή δίνει με θαυμάσιες φωτοσκιάσεις ως ακέραιο φαινομενικά τον θρυμματισμένο μέσο κόσμο της «άρρωστης», και η επίσης νεότατη Δήμητρα Βαμβακάρη σκοτεινιάζει με εκλάμψεις θαμπές τον κατά συνθήκη ακέραιο της «υγιούς». Ο Βύρωνας Σεραϊδάρης προσφέρει την πείρα και το ταλέντο του και ο Γιώργος Υφαντής την υποκριτική ευστροφία του ισορροπώντας τον αμφίστομο «πλασιέ».