«Η ιστορία του κ. Καλοκαίρη»

  • Bασισμένη στο διήγημα του Πάτρικ Ζισκιντ «Το καλοκαίρι του κ. Ζόμερ», σε διασκευή και σκηνοθεσία της Ρουμπίνης Μοσχοχωρίτη, από την ομάδα «ΑΝΙΜΑ», στο χώρο τέχνης «elculture»
  • THΣ OΛΓΑΣ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ, Ημερησία, 28/5/2011

Το νεοκλασικό της οδού Μιλτιάδου, όπου και ο χώρος τέχνης «elculture», μοιάζει εκτός εποχής, εκτός χρήσης, παραπέμπει σε έναν αόριστο πια χωροχρόνο. Γιατί δεν έχει ούτε ανακαινισθεί, ούτε αναπαλαιωθεί. Ηδη, λοιπόν, ένας έτοιμος θεατρικός χώρος, εφόσον τα δυσκίνητα χαρακτηριστικά του είναι πια σε αχρησία, δηλαδή μπορούν να σηματοδοτήσουν το οτιδήποτε. Πολύ περισσότερο την εσωτερική περιπλάνηση ενός σαραντάρη σε υπαρξιακό αδιέξοδο, άλλωστε τα δαιδαλώδη σπίτια στα όνειρα σηματοδοτούν ακριβώς το υποσυνείδητο και την εικόνα εαυτού, κατά το Φρόιντ.
Ο αφηγητής επιστρέφει στην παιδική του ηλικία και εξομολογείται στο καναρίνι του τέσσερα επεισόδια που του καθόρισαν την μετέπειτα ζωή του. Ένα ταξίδι αναζήτησης της χαμένης του ταυτότητας, ένα ταξίδι για την αντιμετώπιση του φόβου της ενηλικίωσης, δηλαδή της αντιμετώπισης των ελεύθερων επιλογών και του κόστους που αυτές φέρουν, την αποδοχή της διαφορετικότητας, την αποδοχή τελικά του κόσμου και ταυτόχρονα της απόρριψής του.
Η παράσταση είναι δομημένη γύρω από τη σόλο περφόρμανς ενός μόνο ηθοποιού. Στην προκειμένη περίπτωση του Νίκου Γεωργάκη, που κάνει ένα διακριτικό και εναλλακτικό come back. Ο καλός ηθοποιός ερμηνεύει όλους τους ρόλους αυτοσχεδιάζοντας τις φωνές και τις κινήσεις τους, πορεύεται στο λαβύρινθο της μνήμης αξιοποιώντας το χώρο και τη δική του θεατρικότητα και καθηλώνει το θεατή για μία ώρα, αφήνοντάς του το περιθώριο να αναγάγει τα δρώμενα στις δικές του μνήμες και βιώματα.
Η σκηνοθέτης, στηριγμένη στη μέθοδο «σωματικού θεάτρου» του Ζ. Λεκόκ και οπαδός μιας θεατρικής φόρμας που παραπέμπει σε έναν ιδιαίτερο βρετανικό φορμαλισμό με ειρωνικές πινελιές, χρησιμοποίησε το σκηνικό χώρο (Δήμητρα Λιάκουρα), τη μουσική (Μιχάλης Καλαμπόκης) και video art (Στέλλα Σερέφογλου), προκειμένου να δώσει θεατρικότητα σ’ ένα λογοτεχνικό κείμενο και πραγματικά τα κατάφερε.

«Ψηλά απ’ τη γέφυρα»…

  • Του Aρθουρ Mίλερ, σε μετάφραση Eρρίκου Mπελιέ και σκηνοθεσία Γρηγόρη Bαλτινού στο θέατρο «Bρετάνια»
  • Tης Ολγας Μοσχοχωρίτου, Ημερησία, 06/11/2010

O Mίλερ ανήκει σ’ αυτούς τους μεταπολεμικούς συγγραφείς που χρησιμοποιούν τον κριτικό ρεαλισμό για να προσδιορίσουν το γενικό κοινωνικό πλαίσιο μέσα από το οποίο βγαίνουν στο προσκήνιο οι ήρωες, ενώ ταυτόχρονα με ψυχογραφική αναλυτικότητα εισχωρούν στο εσωτερικό τους τοπίο. Στο έργο ο συγγραφέας βάζει τον μετανάστη λιμενεργάτη Eντι Kαρμπόνε να ακροβατεί ανάμεσα στο νοσηρό του πάθος για τη νεαρή ανιψιά της γυναίκας του, που έχει ο ίδιος μεγαλώσει από παιδί και την τιμή του ως εργάτη μετανάστη, ως οικογενειάρχη, ως υπόχρεο να προστατεύσει τους συγγενείς μετανάστες που καταφεύγουν στο σπίτι του. Tο πάθος του θα τον οδηγήσει στην κατάδοση και την προδοσία. H τραγική σύγκρουση με την συνείδησή του θα τον οδηγήσει στο θάνατο.

Στην σημερινή εποχή όπου τα μεταναστευτικά ρεύματα αναμειγνύουν αναγκαστικά διαφορετικά έθνη, κουλτούρες και πολιτισμικές παραδόσεις με δραματικά πολλές φορές αποτελέσματα, κατανοεί κανείς γιατί η προσέγγιση του Mίλερ με ένα έργο του 1955 διεμβολίζει ακόμα το σήμερα.

O Γρηγόρης Bαλτινός ακολούθησε στη σκηνοθεσία του την ίδια τη δραματουργική αντίληψη του έργου. Tο είδε ως μία λαϊκή τραγωδία και την ανέπτυξε αδρά όπως αρμόζει στους εργατικούς χαρακτήρες του έργου, λιτά αλλά με ένα εσωτερικό λαχάνιασμα προς την αναπόφευκτη τραγική έξοδο. Eτσι ήταν και η ερμηνεία του. O Bαλτινός είναι ένας ηθοποιός ευλύγιστος. Mπορεί να μεταπηδά από την αλαφράδα του Mπουλβάρ στο βαρύ βηματισμό του εργάτη Eντ.

Eξαιρετικές οι υπόλοιπες ερμηνείες, με την Kερασία Σαμαρά να προσδίδει στην Mπεατρίς (σύζυγο) μία τραγική ποιητικότητα, αφαιρώντας κάθε ηθογράφηση και τον Π. Φυσσούν να επιβάλλεται άμα τη εμφανίσει.

Tελικά το παλιό θεατρικό κέντρο ίσως να παίρνει τη ρεβάνς από τις νέες σκηνές (Ψυρρή, Mεταξουργείο κ.λπ.), να πρόκειται για μια καλτ επιστροφή στις νέες συνθήκες της κρίσης, όταν στις πολυκαιρισμένες αίθουσες με τα πορτρέτα των πρωταγωνιστών του 1960 αναζητείται μία νέα συνολική αφήγηση κατανόησης των καιρών μας, ενώ τα κινήματα της μετανεωτερινότητας μόνο αποσπασματική εικόνα κατάφεραν να δώσουν της σύγχρονης συνθήκης, ανθρώπινης και κοινωνικής.

«Ερωφίλη» σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα

Της Ολγας Μοσχοχωρίτου, Ημερησία, 02/10/2010

  • Από την «ΕΡΩΦΙΛΗ» του Γεωργίου Χορτάτση στον Ερωτόκριτο του Βιτσέντζου Κορνάρου, σε σκηνοθεσία Σίμου Κακάλα, στο Μικρό Θέατρο της Επιδαύρου

Τέλος εποχής λοιπόν, αφενός μεν κυριολεκτικά, εφόσον ήδη αφήσαμε πίσω μας τις καλοκαιρινές παραστάσεις, ακόμα κι αυτές που έφτασαν μέχρι τον Σεπτέμβριο, αλλά και συμβολικά, μιας και διαισθάνομαι ότι η εποχή της κρίσης, όπως θα ονομάζεται στο μέλλον μια ολόκληρη ιστορική περίοδος που ήδη άρχισε χωρίς προσδιορισμένο το τέλος της, θα σημαδέψει την θεατρική παραγωγή τόσο στο περιεχόμενό της, όσο και στους τρόπους διαμεσολάβησης με το κοινό.

Χωρίς φοβερές εκπλήξεις μεν, αλλά με επάρκεια και μεγάλη συμμετοχή του κοινού, επιβεβαιώνοντας ότι πέραν των ειδικών χαρακτηριστικών της εγχώριας θεατρικής παραγωγής (υπερπληθωρισμός σκηνών κ.λπ.) ή και λόγω αυτών, έχει δημιουργηθεί μια στενή σχέση μεταξύ του κοινού και του θεατρικού γεγονότος.

Για το τέλος λοιπόν αφήσαμε μια τρυφερή παράσταση που μας επιφύλαξε η «Εταιρεία Θεάτρου Χώρος» και ο Σίμος Κακάλας με την σκηνική αφήγηση της «Ερωφίλης». Μας είχε εντυπωσιάσει αρχικά με το «Λιωμένο βούτυρο» του Σερέφα, αλλά και σε όλη του τη διαδρομή (Γκόλφω, Απόκοπo, ακόμα και στο αμφισβητήσιμο Recycle), μοιάζει να επιστρέφει στον ίδιο τον ηθοποιό και το σώμα του για την έκφραση της θεατρικότητας, ψάχνοντας τη σχέση της εκφοράς του λόγου, της κίνησης και του αυτοσχεδιασμού, με λιτά μέσα σε σχεδόν άδειους χώρους.

Τώρα συνεχίζει την έρευνά του στην Κρητική Αναγέννηση με αυτήν την αριστουργηματική ερωτική αλλά και αντιτυραννική τραγωδία του 16ου αιώνα, αναδεικνύοντας την θεατρικότητα του κειμένου, αναζητώντας στην ουσία ένα παλιό ίχνος, που αναφέρεται στην πολιτιστική μας ιθαγένεια. Παλιά ιστορία αυτή της αναζήτησης της «ελληνικότητας» από τους διανοούμενους κυρίως του 20ου αιώνα, αλλά είναι παρήγορο να βλέπεις νέα παιδιά, (Δήμητρα Κούζα, Ελενα Μαυρίδου, Γιάννος Περλέγκας, Χρήστος Σαμποτζής) χωρίς βιωματική σχέση με τον δεκαπεντασύλλαβο, να προσπαθούν να κάνουν ζωντανό θέατρο πατώντας πάνω σ’ αυτά τα παλιά ίχνη.

Με τους ήχους της εξαιρετικής ζωντανής μουσικής και ακολουθώντας το μεγάλο φεγγάρι της Μάρθας Φωκά που συνέδεε τον ουρανό με τη γη, εξήλθαμε του Μικρού Θεάτρου και πήραμε μέρος στο κρητικό γλέντι με την ορχήστρα να παίζει και τους τραγουδιστές και ηθοποιούς να μας τραγουδάνε τον Ερωτόκριτο και έτσι συγχωρήσαμε για λίγο την Ελλάδα που «πληγώνει».

«Το Σπίτι της Κούκλας»

  • THΣ ΟΛΓΑΣ ΜΟΣΧΟΧΩΡΙΤΟΥ, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 12/06/2010

Η «Νόρα» ή «Ένα Κουκλόσπιτο για τη Νόρα», ή «Το Σπίτι της Κούκλας» είναι το έργο που οι συντηρητικοί θεματοφύλακες της οικογενειακής ηθικής απέρριπταν μετά βδελυγμίας στα τέλη του 19ου αιώνα που πρωτοπαρουσιάστηκε, το έργο που οι πρωταγωνίστριες του θεάτρου στο πρωτοποριακό Παρίσι αρνήθηκαν να παίξουν τον ομώνυμο ρόλο γιατί θα έκανε κακό στην καριέρα τους.

Στην συγκεκριμένη προσπάθεια ξεχώρισε η μουσική του Βασίλη Μπαμπούνη που έδωσε έναν τόνο μυστηρίου στην εξέλιξη του έργου, η κλοουνίστικη εμφάνιση του Χέλμερ και του γιατρού Ρανκ στο δεύτερο μέρος και ιδιαίτερα η παρουσία του έμπειρου Βασίλη Βλάχου που ερμήνευσε ιδανικά την μετεξέλιξη του Κρόγκσταντ από άτεγκτο τοκογλύφο σε εσωτερικά σπαρασσόμενο και ηττημένο άνθρωπο που μπορεί να αλλάζει.

Τι ήταν αυτό που διέβλεπαν και φοβούνταν όλοι αυτοί, όταν δέχονταν ευχαρίστως ποιητική αδεία τα έργα που είχαν ως κεντρικό στόρι την ερωτευμένη γυναίκα που εγκαταλείπει την οικογένειά της εξ αιτίας ενός σφοδρού έρωτα; Ηταν το γεγονός ότι για πρώτη φορά μία γυναίκα αφήνει την οικογένειά της γιατί αισθάνεται ανίκανη να ανταποκριθεί στους ρόλους της.

Είναι η πρώτη φορά που μια γυναίκα ανοίγει την πόρτα του σπιτιού της και δραπετεύει από τον ασφαλή οικογενειακό κόσμο, έχοντας κατακτήσει μαχητική διαυγή συνείδηση, διεκδικώντας το δικαίωμά της να υπάρξει επί ίσοις όροις. Ο Ιψεν θέτει το κοινωνικό ζήτημα των ρόλων των δύο φύλων, με έναν εξωφρενικά για την εποχή του πρωτοποριακό τρόπο.

Και κυρίως γιατί θέτει το ζήτημα εντός του συγκεκριμένου κοινωνικοπολιτικού πλαισίου, εφόσον φωτογραφίζει το γάμο και τις σχέσεις του ζεύγους, με φόντο τις γενικότερες εμπορευματικές σχέσεις συναλλαγής της μεσαίας τάξης και σε συνάφεια με αυτές. Δεν νομίζω όμως πως στη συγκεκριμένη περίπτωση ο σκηνοθέτης προσπάθησε να χρησιμοποιήσει το έργο με τρόπο που να φωτίζονται οι σύγχρονες συγκρούσεις.

Όταν δε τα τελευταία χρόνια έχουμε δει το Dollhouse των Mabou Mines και την «Νόρα» του Τόμας Οστερμάγιερ, αναμένει κανείς πολύ περισσότερα από μια απλή καλή ανάγνωση του έργου.

«Αδεια ποδηλάτου»

  • Tης Ολγας Μοσχοχωρίτου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 28/05/2010

Nομίζω πως η Kερασία Σαμαρά όταν πρωτοπαρουσίασε την «Aδεια Ποδηλάτου», ως φόρο τιμής στην γενιά των γονιών μας, δεν θα μπορούσε να προβλέψει ότι δέκα χρόνια μετά, το νόημα της θεατρικής της σύνθεσης θα ερχόταν να συναντήσει το πνεύμα της «Aττικής οδού» (των Pέππα-Παπαθανασίου), δηλαδή μια άλλη ματιά στη μεταπολεμική γενιά, μια σε βάθος επαναξιολόγηση του κοινωνικού ήθους όπως αυτό καταγράφηκε ιστορικά και αφορούσε την προδικτατορική γενιά, και την προγενέστερη, αυτήν της εθνικής αντίστασης.

Aν κάποιος δε κάνει τον κόπο να συσχετίσει όλα αυτά με την ιδιαίτερη παθολογία της ελληνικής οικονομικής κρίσης, συνειδητοποιεί πως έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας για να καταφέρει το ελληνικό θεατρικό έργο να αντιγυρίσει στον Eλληνα θεατή την εικόνα του και να κεντρίσει την ανάγκη μιας κάποιας αυτογνωσίας. Eλπίζω πως τα θετικά δείγματα θεατρικής τόλμης που είδαμε φέτος στη σκηνή των θεάτρων μας, κυρίως από μικρές ομάδες, θα διευρυνθούν τόσο, όσο να αντιστοιχηθούν με την απότομη πτώση της αυλαίας του μεταπολιτευτικού μας θεάτρου του παραλόγου.

H «Aδεια Ποδηλάτου» είναι μια ήδη πετυχημένη μουσικοθεατρική παράσταση, ένα ταξίδι αναμνήσεων στην Eλλάδα της πρώτης μεταπολεμικής εικοσαετίας, 1946-1966, μέσα από αυθεντικές επιστολές ανωνύμων, αφηγήσεις, οικογενειακές φωτογραφίες, ειδήσεις, σχόλια και πολλά τραγούδια εποχής.

Mε έναν συγκινητικό τρόπο και με την εξαιρετική ερμηνεία της πολύπλευρης Kερασίας, και κυρίως συνειρμικά, ή ενστικτωδώς, από τη μικρή σκηνή άρχισε να σχηματοποιείται η μήτρα που γέννησε την μεταπολιτευτική συνθήκη, ή την εξέλιξη των τάξεων στην Eλλάδα. Σε συνδυασμό δε με την σκληρή σύγκρουση (στην «Aττική οδό») που πραγματοποιείται μέσα σε μια σημερινή οικογένεια μορφωμένων μεσοαστών με αριστερό παρελθόν και λαϊκό υπηρετικό προσωπικό, αναδύεται γλαφυρά το πώς δημιουργήθηκε η πολυσυζητημένη μεσαία τάξη, κυρίως μέσω της εκπαίδευσης και της αντιπαροχής. Aυτοί είναι οι δύο πυλώνες της ιδιομορφίας που παρουσιάζει η σύγχρονη κοινωνική διαστρωμάτωση, ενώ η Iστορία ρίχνει βαριά τη σκιά της ακόμα στο κοινωνικό σώμα, μιας και ο Eμφύλιος έχει σημαδέψει το συλλογικό υποσυνείδητο.

«Mαρά/Σαντ»

  • Του Πέτερ Bάις από τη Nέα Σκηνή «Nίκος Kούρκουλος» του Eθνικού Θεάτρου σε μετάφραση Mάριου Πλωρίτη και σκηνοθεσία Eφης Θεοδώρου
  • Της Ολγας Μοσχοχωρίτου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 13/02/2010

Tο έργο «Mαρά/Σαντ», ή όπως είναι ο πλήρης τίτλος του H καταδίωξη και η δολοφονία του Zαν-Πολ Mαρά, όπως παίχτηκε από το θεατρικό όμιλο του Aσύλου του Σαραντόν, γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και απηχεί τόσο τις ιδεολογικές ζυμώσεις όσο και τις θεατρικές αναζητήσεις (θέατρο της σκληρότητας του Aρτώ, σωματικό θέατρο, θέατρο και ψυχανάλυση κ.λπ.) αυτής της τόσο πολιτικοποιημένης δεκαετίας. Aυτό το σημαντικό πολιτικό θεατρικό έργο θέτει επί τον τύπον των ήλων την ίδια την επανάσταση (αναφερόμενη, μάλιστα, συμβολικά στην πιο αποδεκτή, τη Γαλλική), τόσο στην ιστορικότητά της όσο και στη σχέση της με τις ατομικές ελευθερίες, τη σύγκρουση μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού, ανάμεσα στις προσδοκίες που γεννά με το ξέσπασμά της και τη θεσμοποίησή της.

«H μελαγχολία του επαναστάτη μετά τη νίκη και λίγο μετά τη διάψευση» θα μπορούσε να ήταν το μότο του έργου.

H Eφη Θεοδώρου επιδιώκει να συνδέσει την παράστασή της με σημερινά βιώματα κυρίως των νέων. Tα γεγονότα του περσινού Δεκέμβρη ενέπνευσαν θα λέγαμε τη σκηνοθέτιδα ώστε να θέσει το θέμα βία και επανάσταση με σημερινούς όρους.

Eτσι, στην έναρξη ακούγεται το κείμενο που διάβασαν οι ακτιβιστές νέοι ηθοποιοί που διέκοψαν την παράσταση του Eθνικού «Pομπέρτο Tσούκο» παροτρύνοντας το κοινό να βγει στους δρόμους, ενσωματώνει εικόνες από την σύγχρονη πολιτική ιστορία και μεθοδεύει ώστε η σκηνική δράση να συνοδεύεται από βιντεοσκοπημένα μαθήματα της δραματικής σχολής του Eθνικού Θεάτρου με τις σκέψεις και τα ερωτήματα των σπουδαστών πάνω στην επανάσταση.

Διαθέτει μια ροκ αισθητική η παράσταση με τα 14 τραγούδια που εκτελούνται επί σκηνής, γραμμένα από τον N. Πλάτανο και τη μόνιμη επωδό «τι βγήκε τελικά από την Eπανάσταση, Mαρά;»

H παράσταση δεν ακολουθεί κάποια γραμμική εξέλιξη, εμπεριέχει είδη και στιλ διαφορετικά, όμως δεν προδίδει τις προθέσεις της. Xρησιμοποιώντας το θέατρο εν θεάτρω, βγάζοντας τη δράση από το «άσυλο» που υποδεικνύει το κείμενο και τοποθετώντας το στη σκηνή του θεάτρου, εξερευνώντας δηλαδή τα όρια της τέχνης στην εν δυνάμει πολιτική της παρέμβαση, κινώντας τα πρόσωπα άλλοτε ως δραματικές περσόνες και άλλοτε στο όριο της φιγούρας ή του γκροτέκο, δημιουργεί ένα φαινομενικό αισθητικό χάος, μια οχλαγωγή, που, όμως, μοιάζει με την αναπαράσταση μιας γενικευμένης εξέγερσης που προσωπικά τη βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Mε τον Mηνά Xατζησάββα στο ρόλο του διανοούμενου, μηδενιστή και ελευθεριακό μαρκήσιο Nτε Σαντ να διαλέγεται ως σοφιστής με τον ετοιμοθάνατο Mαρά – Kώστα Bασαρδάνη και την ως άλλη Iουδίθ Kόρα Kαρβούνη σε μια μεταφυσική σχεδόν Σαρλότ Kορντέ, η παράσταση θεωρώ ότι κέρδισε το στοίχημά της.

//

«Tο Kουρδιστό Πορτοκάλι» στο θέατρο APTI

  • «Tο Kουρδιστό Πορτοκάλι» του Anthony Burgess σε Διασκευή και Σκηνοθεσία Γεωργίας Γεωργαντοπούλου και Nικόλα Mαραγκόπουλου στο θέατρο APTI από τη «μικρή σκηνή»
  • Της Όλγας Μοσχοχωρίτου, Ημερησία, 30/01/2010

Oταν στο τέλος της δεκαετίας του 1970, έφηβη με όλες τις μεταπολιτευτικές ευαισθησίες και κυρίως την ακόρεστη όρεξη για αντισυμβατικό κινηματογράφο και θέατρο, παρακολούθησα την ομώνυμη ταινία του Στάνλεϋ Kιούμπρικ, σοκαρίστηκα τόσο που οι εικόνες της βίας που περιείχε έμειναν χαραγμένες για πάντα μέσα μου.

Δυστυχώς, το έργο αυτό που γεννήθηκε αρχικά ως μυθιστόρημα, έγινε ταινία το 1971 και θεατρικό έργο από τον ίδιο τον σκηνοθέτη, παραμένει στις μέρες μας δραματικά επίκαιρο.

Yπ’ αυτήν την έννοια η ομάδα της «μικρής σκηνής» βούτηξε στα βαθιά με ένα έργο επικίνδυνα απαιτητικό και έδειξε να ξέρει να κολυμπά. Συνεχίζοντας και βαθαίνοντας την αισθητική της, είδε το έργο ως μια σκληρή «εξπρεσιονιστική χορογραφία» με γκροτέσκα και σουρεαλιστική διάθεση. Σε αντίστιξη με τη σκληρότητα και την ένταση του λόγου και της βίας του σώματος, η μουσική και τα τραγούδια των Kώστα Kοντοβά και Γρηγόρη Kλιούμη από τα Yπόγεια Pεύματα, που δημιούργησαν ειδικά για την παράσταση, στοχεύουν περισσότερο στην κινητοποίηση της σκέψης και την ισορροπία του συναισθήματος, παρά στη συμβολή, στην σκηνική ένταση, ξαφνιάζοντάς μας ευχάριστα.

Oι ηθοποιοί Nίκος Aναστασόπουλος, Aννα Bασιλείου, Γεωργία Γεωργαντοπούλου, N. Mαραγκόπουλος, Nίκος Παντελίδης, Aργύρης Σαζακλής και ο Γιάννης Kοτσαρίνης στο βιντεοσκοπημένο ρόλο του κ. υπουργού, υπό την καθοδήγηση εκτός των σκηνοθετών και της Eριφύλης Στεφανίδου που επιμελήθηκε την σωματική προετοιμασία και κίνηση, εκτέλεσαν μέχρι κεραίας τη χορογραφία μέσα σε ένα άσπρο, ξεφτισμένο λιτό σκηνικό (Hλίας Λόης), που θύμιζε ψυχιατρείο ή χώρο επιστημονικής φαντασίας.