«Αμφιβολία: μια παραβολή» – Θέατρο Μέλι

  • Παραβολή για τη σχετικότητα της αλήθειας

  • * «Αμφιβολία: μια παραβολή» – Θέατρο Μέλι
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Φεβρουαρίου 2010

Είναι η χρονιά που το αστικό θέατρο περνά στην αντεπίθεση, με σειρά ολόκληρη παραστάσεων που συγκεντρώνουν το ενδιαφέρον του μεγάλου κοινού και τη συγκατάθεσή του.

Στην αγκαλιά του μέσου θεατή, του θεατή του Σαββατοκύριακου, του στυλοβάτη του αστικού εν γένει θεάματος σφάζονται φέτος πάνω από δέκα παραγωγές, όλες τους αξιόλογες στο είδος τους. Καθώς το Εθνικό έχει γίνει το βήμα μιας άλλης εκδοχής των κλασικών έργων, ένα μέρος από το φορτίο του πέφτει στους ώμους των κεντρικών θιάσων.

Είναι πράγματι τόλμημα να ανεβάσει κανείς το έργο του Αμερικανού συγγραφέα Τζον Πάτρικ Σάνλεϊ δύο μόλις χρόνια μετά τη μεταφορά του από τον συγγραφέα στην οθόνη, με λαμπρούς ηθοποιούς και σε σκηνοθεσία του ίδιου. Μοιάζει -τουλάχιστον για τις διαστάσεις του έργου- το πράγμα να έχει φτάσει στα όριά του, στην απόλυτη και οριστική εγγραφή του. Κι όμως, η παράσταση στο «Μέλι» κοινοποιεί προς όλους πως τα πράγματα δεν είναι διόλου έτσι. Δείχνει ότι το έργο έχει γραφτεί για τη σκηνή και κουβαλά τα γονίδιά της. Για να λειτουργήσει, ζητάει το βάρος του ζωντανού διαλόγου και της δρώσας σιωπής, την ανάσα του ανθρώπου πίσω από τον ρόλο.

Η υπόθεση του έργου ακολουθεί τις υποψίες που τρέφει η αδελφή Αλοΐσιους, διευθύντρια ενός αυστηρού καθολικού σχολείου, εναντίον του ιερέα της ενορίας πατέρα Φλιν, λόγω των υποτιθέμενων σχέσεών του με ανήλικο μαθητή. Οι υποψίες -ίσως βάσιμες, ίσως υπερβολικές- αποκτούν στο πρόσωπο της αδελφής τη βεβαιότητα ενοχής. Πώς γίνεται αυτό; Ο Σάνλεϊ υπονοεί ένα ολόκληρο σύστημα μισαλλοδοξίας, ένα δίχτυ φτιαγμένο από απωθημένες σκέψεις, εσωτερικά συμπλέγματα και ενοχικά σύνδρομα, που μεταβάλλει τον διαφορετικό μιας κοινότητας σε κατηγορούμενο και ένοχο. Είναι ένα δίχτυ από κουτές συσχετίσεις που από το μέγεθος των νυχιών κάποιου, από την αγάπη του για το μπάσκετμπολ ή τη χρήση εκ μέρους του στυλογράφου, οδηγεί στην εναντίον του προκατάληψη. Ο Σάνλεϊ σαν γνήσιος Αμερικανός συγγραφέας είναι ικανός να συμπυκνώσει ολόκληρη καταιγίδα σε ένα δωμάτιο, ένα μεγάλο και περίπλοκο θέμα σε μια μικρή, πολύ συγκεκριμένη υπόθεση. Το «Αμφιβολία» είναι μια παραβολή για την κατασκευή της κάθε βεβαιότητάς μας.

Νομίζω ότι πρέπει ο νέος σκηνοθέτης (ασχέτως του σε ποιο θέατρο τοποθετεί ο ίδιος τον εαυτό του) να παρακολουθήσει τη σκηνοθεσία του Γιώργου Μιχαηλίδη κρατώντας σημειώσεις. Ο Μιχαηλίδης συλλαμβάνει το ουσιώδες συστατικό του έργου: την αυστηρή και αμείλικτη σιωπή του. Κτίζει τη διδασκαλία του πάνω σε ένα τείχος που αφήνει να το διακόπτουν ξαφνικοί θόρυβοι, το κλείσιμο ενός ντουλαπιού, το κτύπημα του κουταλιού στο φλιτζάνι. Θόρυβοι όλοι μιας καθημερινότητας που στον ατσαλάκωτο, τσιτωμένο κόσμο της σχολής μεγεθύνονται, γίνονται βέβηλοι και ξένοι.

Σε αυτόν τον κόσμο, η αδελφή Αλοΐσιους της Δήμητρας Χατούπη μοιάζει με βέλος σε τεντωμένο τόξο. Για τα κινηματογραφικά δεδομένα ασφαλώς η ερμηνεία της είναι τεταμένη. Πρόκειται, όμως, είπαμε, για θέατρο που χαίρεται τον ηθοποιό του. Δυνατή και η παρουσία της Νίκης Σερέτη στο ρόλο μιας γυναίκας που έχει μάθει να επιβιώνει εν κρυπτώ. Μετρημένη, με την αθωότητα σαν εσωτερικό κτέρισμα, η αδελφή Τζέιμς της νέας ηθοποιού Ξανθής Γεωργίου.

Τον πατέρα Φλιν ερμηνεύει στιβαρά ο Γιώργος Χριστοδούλου. Εδώ ίσως και η μόνη διαφωνία. Ο ρόλος θα εμπλουτιζόταν περισσότερο αν ο ηθοποιός άφηνε μερικές… αμφιβολίες για το ήθος του πατέρα Φλιν. Το έργο δεν είναι μόνο μια καταγγελία της μισαλλοδοξίας, αλλά και μια πιραντελικού τύπου παραβολή για το σχετικό και αβέβαιο, το αδύνατο και απροσμέτρητο της αληθείας. Ο πατέρας Φλιν φέρει σοβαρό φορτίο από το φαρισαϊσμό, την υποκρισία, το ναρκισσισμό του συστήματος που υπηρετεί.

Το σκηνικό της Αγνής Ντούτση αξίζει μιαν ιδιαίτερη μνεία. Η αναφορά στην αρχέτυπη εικόνα της αμφιβολίας, που απλώνει τις ρίζες της σαν δεύτερη φύση, σχολιάζει την παράσταση και το έργο. *

Advertisements

Γιάννη Σολδάτου «Όταν ο Σκαρίμπας κήρυξε τον πόλεμο στη Χαλκίδα»


Ο Σκαρίμπας σε σκίτσο του Φώτη Κόντογλου

Όψεις του νεοελληνικού προσώπου

Για το έργο του Γιάννη Σολδάτου «Όταν ο Σκαρίμπας κήρυξε τον πόλεμο στη Χαλκίδα» και την παράσταση του Γιώργου Μιχαηλίδη στο «Ανοιχτό Θέατρο» στου Γκύζη είχα γράψει τη θετική μου γνώμη πέρυσι τον Ιούνιο. Φέτος, που η παράσταση επαναλαμβάνεται ξαναδουλεμένη, σε νέα εκδοχή, με κάποιους καινούργιους συντελεστές, πάλι από τον Γ. Μιχαηλίδη, στο «Μέλι» η Πλ. Βικτωρίας, κάτω από το φως των γεγονότων που μεσολάβησαν έκτοτε, κι επειδή πρόκειται στην ουσία για νέα παράσταση, νιώθω την ανάγκη να επανέλθω.

Το έργο του Σολδάτου, θυμίζω στον αναγνώστη, είναι μια φανταστική εξιστόρηση των τελευταίων ημερών του Σκαρίμπα, βασισμένη σε κείμενα του ίδιου, με πρωταγωνιστές… τον Σκαρίμπα και τους ήρωές του, οι οποίοι… ζωντανεύουν και μαζί με τον αγαπημένο του Καραγκιόζη έρχονται να τον στηρίξουν στην τελευταία του μάχη εναντίον… του (μικρο)αστικού κατεστημένου της Χαλκίδας, δηλαδή, στην πραγματικότητα, του λογοτεχνικού συναφιού της Αθήνας, που δεν τον δέχτηκε ποτέ για «δικό του».

Και πώς να τον δεχτεί το «καθωσπρέπει», κλειστό, παρεϊστικο αθηναϊκό σινάφι των καλλιτεχνών, αυτόν έναν επαρχιώτη κυνηγό του αληθινού και του ωραίου, μάλιστα τη στιγμή που το ίδιο περιφρονούσε (και περιφρονεί βαθύτατα) τις αυθεντικές αξίες της ζωής και τις ρίζες της ύπαρξής μας; Τη στιγμή που βλέπει (το σινάφι) τον εαυτό του, όχι σαν κυψέλη παραγωγής πρωτότυπου έργου, αλλά σαν «παραμάγαζο», «πνευματική επαρχία» πρακτορείο μεταφοράς ξένων, έτοιμων ιδεών στον τόπο μας, με καθυστέρηση μάλιστα μιας εικοσαετίας περίπου, όταν εκεί έχουν πια μπαγιατέψει και μυρίζουν ύποπτα! Όχι, δεν πετιούνται στις χωματερές, εξάγονται, πωλούνται, σε εμάς! Ως απόδειξη, επικαλούμαι πολλές από τις «νεωτερικές» εγχώριες ή ξένες παραστάσεις, τραγωδίας κυρίως, που κατακλύζουν τις σκηνές μας, θερινές και χειμερινές.

Το έργο του Σολδάτου μπορεί, αν θέλουμε, νόμιμα να διαβαστεί και ως μια βέρα «καραγκιοζική» κωμωδία, με άφθονο γέλιο. Φέρνει όμως κοντά μας, αν το διαβάσουμε βαθύτερα, τον αληθινό άνθρωπο Σκαρίμπα, πίσω απ’ το προπέτασμα της προκλητικής γραφής και τα προσωπεία των αλλόκοτων ηρώων του, μισοί άνθρωποι, μισοί μηχανές, που τα φορούσε κατάσαρκα όταν η χρεία και η ανάγκη το απαιτούσαν: ένας προδομένος, λόγιος, γνήσιος λυρικός ποιητής, αμετανόητος εραστής του κάλλους, εξόριστος μέσα σ’ έναν κόσμο ψευδεπίγραφης λογιοτατοσύνης, που νηστεύει τη γνήσια ομορφιά. Και τίποτα δεν απομένει στον ήρωα πια παρά να τον χλευάσει, αναλαμβάνοντας ξανά τον «άλλο», τον ξεχασμένο, βωμολόχο, βέβηλο και παρεξηγημένο λαϊκό, καραγκιοζικό, σκαριμπικό του εαυτό! Τίποτα δεν δείχνει πιο καθαρά την τραγικά διχασμένη περσόνα του σύγχρονου ελληνικού πολιτισμού, που τα δύο μισά της δεν κατορθώνουν ποτέ να συναντηθούν και να φτιάξουν ένα πρόσωπο, από την περίπτωση του μπάρμπα-Γιάννη Σκαρίμπα, μάλιστα όπως μας την εκθέτει στο έργο του ο Γιάννης Σολδάτος!

Αυτή τη δεύτερη ανάγνωση, που ήδη υπήρχε εν σπέρματι στην πρώτη σκηνοθετική κατάθεση, ακολουθεί με συνέπεια ώς το τέλος, και αποκρυσταλλώνει οριστικά, η καινούργια παράσταση στο θέατρο «Μέλι». Χωρίς καθόλου να παραβλέπει την αστεία πλευρά των καταστάσεων και των προσώπων του έργου (που είναι όψεις της νεοελληνικής πραγματικότητας), ο Γιώργος Μιχαηλίδης πιάνει «απ’ την ουρά» τον κάθετο πικρό σκαριμπικό σκαρκασμό που αναπαράγεται στο έργο του Σολδάτου, και γυρίζει ανάποδα το πράγμα, για να φτιάξει μια ανεπανάληπτη σύνθεση κωμωδίας και δράματος, όπως συμβαίνει και στην αληθινή, νεοελληνική μας ζωή. Όπου τις ξεκαρδιστικές σκηνές, το παρενδυτικό ιντεμέδιο π.χ., δοσμένο σε ύφος όπερα – μπούφα, ακολουθούν άλλες ονειρικές ενός εσωτερικού, δυνάμει εκρηκτικού μουσικού – χορευτικού ρυθμού, με παρούσα μια υψηλή ποίηση των εικόνων που καταργεί τις διαχωριστικές γραμμές ανάμεσα στα είδη… Ενώ η κορύφωση, του αριστουργηματικού, λυρικού, σιωπηλού, λυτρωτικού φινάλε, κόβει, κυριολεκτικά, την ανάσα των θεατών.

Ο Χρύσανθος Καγιάς στον ρόλο του Σκαρίμπα, ένας ποιοτικός κλαυσίγελως με μόνιμο αινιγματικό μειδίαμα, έχει δουλέψει εξαντλητικά όλα τα σημεία, λεπτομέρειες και παραμέτρους, ελέγχει το συναίσθημα, προβάλλει το σύνολο. Και μόνο η τελική σκηνή, του θανάτου, που την παίρνει ολόκληρη επάνω του, αρκεί για να δείξει το μέγιστο υποκριτικό του εκτόπισμα. Ο Γιώργος Χριστοδούλου (Αντώνης Σουρούπης), καινούργιος στη διανομή, δίνει… ακέραιο το κωμικό μέσα στο σοβαρό και αντίστροφα, κάνοντας τον θεατή πρώτα να γελάσει και μετά να σοβαρευτεί και να σκεφτεί… Η Ντομένικα Ρέγκου, φυσική «κομίκα» με λυρικά προσόντα, είναι έκτακτη ως… πονηρή, θυμόσοφη και ψυχοπονιάρα Χαλκιδαία νοικοκυρά… Η Μαρία Καρακίτσου (Νίνα Δολόξα), ένα διαμαντάκι, η Ευαγγελία Κοτσάλη με απολαυστική φυσικότητα και χάρη παίζει το… φιλοσοφημένο ανθρωποειδές ρομποτάκι, παλαιάς τεχνολογίας, «Τικ – Τοκ»! Η Μαρία Δρακοπούλου δίνει αδρά και αναγνωρίσιμα την αδίστακτη ρεπόρτερ – βεντέτα των καναλιών. Ο Κωνσταντίνος Μακρόπουλος, μια αποτελεσματική «φλασιά», δαιμόνιου δημοσιογράφου. Η μουσική του Αντώνη Μιχαηλίδη χαρισματική και τα σκηνικά – κοστούμια της Ντούτση, ένα «καλό χαρτί».

  • Η ΑΥΓΗ, Κυριακή 15 Φεβρουαρίου 2009