Φόρμα και ουσία

  • Του Λέανδρου Πολενάκη
  • Η ΑΥΓΗ: 31/01/2010

  • «Μια νύχτα μια ζωή» του Σπύρου Μελά στο Θέατρο Πρόβα και μια νεανική παράσταση στο Booze

Η λογοτεχνία μπορεί να μας πει πολύ περισσότερα απ’ ό,τι πολλές κοινωνιολογικές μελέτες για τη σκοτεινή μοίρα των γυναικών ακόμη και στις ονομαζόμενες «φωτισμένες» χώρες της Ευρώπης τα τελευταία εκατόν πενήντα χρόνια. Ειδικά το θέατρο είναι ένας καθρέφτης της κοινωνίας και δίνει φωνή στο καταπιεσμένο, καταδικασμένο σε σιωπή φύλο. Στην Ελλάδα, με την αποτυχία της εγχώριας αστικής τάξης να στηρίξει, μεταξύ άλλων, ένα στοιχειώδες μοντέλο σχέσεων των δύο φύλων και να εξασφαλίσει σε έναν πρώτο βαθμό τη μεταξύ τους ισότητα (η ψήφος των γυναικών θεσπίστηκε το 1920… και εφαρμόστηκε το 1952), η φωνή τους άργησε να ακουστεί τόσο στη ζωή όσο και στο θέατρο. Ούτε ο άριστος τεχνίτης Ξενόπουλος, που μιμήθηκε επιδερμικά τον υπέρμαχο των δικαιωμάτων της γυναίκας Ίψεν, δεν μπόρεσε να δει σωστά το πρόβλημα της Ελληνίδας γυναίκας, να διακρίνει τις ανάγκες της και να «μπει» στην ψυχή της: καμία από τις εξεγερμένες ηρωίδες του δεν επαναστατεί για τον εαυτό της όπως π.χ. η «Νόρα» του ιψενικού «Κουκλόσπιτου».

Όλες ανεξαιρέτως κάνουν την επανάστασή τους για το χατίρι ενός άντρα, ερωμένου, αρραβωνιαστικού, εραστή, πατέρα κ.λπ. Εξωτερικά επαναστατημένες, αλλά υποταγμένες μέσα τους… Έπρεπε να περάσουν άλλα πενήντα χρόνια με πολέμους, εθνικές καταστροφές, πτωχεύσεις, δικτατορίες, κατοχές, εμφύλιους, για να εμφανιστεί στις αρχές της δεκαετίας του ’50 στο θέατρό μας η αυτόνομη, αυτεξούσια «Στέλλα» του Καμπανέλλη, που δεν είχε όμως συνέχεια ανάλογη, δεν δημιούργησε ισχυρή παράδοση. Στη μεταβατική εποχή των αρχών του 20ού αιώνα διακρίνουμε μια μέση κατάσταση, με τις «χλιαρές» ηρωίδες του Χορν (που έδωσε όμως ένα σπουδαίο συλλογικό γυναικείο προφίλ στον αριστουργηματικό παραγνωρισμένο «Σέντζα»), του Μπόγρη, του Καγιά, του Σπύρου Μελά: θέλουν, αλλά δεν μπορούν να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους.

Ο Μελάς υπηρέτησε όλες τις φόρμες, τον συμβολισμό, τον νατουραλισμό, τον γερμανικό εξπρεσιονισμό, το θέατρο ιδεών. Το «Μια νύχτα μια ζωή», γραμμένο το 1912, μαζί με διάσπαρτες αναφομοίωτες επιρροές από τον Ίψεν, κατάγεται άμεσα ίσως από το ψευδολαϊκό δράμα του Γερμανού Σούδερμαν: «Η τιμή», γνωστό, παιγμένο και δημοφιλές στην Ελλάδα ήδη από τον 19ο αιώνα. Όπου «η τιμή τιμή δεν έχει» και η παρθενία της λαϊκής κόρης «βγαίνει στο σφυρί», θυσιάζεται για να εξοφληθούν τα χρέη του πατέρα της, που αλλιώς θα πήγαινε φυλακή. Ένα κλασικό δακρύβρεχτο μελό δηλαδή, που ανέλαβε να παρωδήσει και να σαρκάσει ο δικός μας Γ. Η. Ησαΐας στο έργο – απάντηση: «Η τιμή του Σούδερμαν». (Για τον σχεδόν άγνωστο σημαντικό νεοέλληνα θεατρικό συγγραφέα έχω γράψει παλιότερα στην «Αυγή», παρουσιάζοντας ένα δεύτερο άπαιχτο έργο του που ανακάλυψα και θα επανέλθω σύντομα με νέα στοιχεία για ένα τρίτο, επίσης άπαιχτο, εξαιρετικά επίκαιρο έργο του, του 1900, όπου παρακολουθούμε να κάνουν «φύλλο και φτερό» τα οικονομικά της Ελλάδας δύο Ευρωπαίοι ελεγκτές ονομαζόμενοι «Φον Γδάρτε» και «Ντε Φαγάν»!).

Το έργο αυτό του Μελά και τα άλλα της ίδιας σχολής, που διαμόρφωσαν μαζί με τη φάρσα έναν πολύτιμο ιθαγενή υποκριτικό κώδικα, είναι χρήσιμο να παίζονται για τη συντήρηση και εμβάθυνση αυτού του κώδικα, σήμερα που έχουμε βουτήξει στα βαθιά και κάποτε θολά νερά του προϊόντος θεατρικού μας «εξευρωπαϊσμού», που συγχέει τη φόρμα με την ουσία. Πρέπει όμως να παίζονται από κάποια απόσταση, κριτικά, σε μουντά χρώματα σέπιας και με φιλτραρισμένη συγκίνηση.

Η θεατρική εταιρεία «Πρόβα» της Μαίρης Ραζή και του Σωκράτη Τσόγκα κάνει ακριβώς αυτό: παρουσιάζει τα νεοελληνικά έργα της συγκεκριμένης περιόδου, όπως πρόσφατα τη «Φλαντρώ» του Χορν και τη «Δράκαινα» του Μπόγρη. Καλύπτει ένα μεγάλο κενό της παραστασιογραφίας μας και συμβάλλει στην πληρέστερη κατανόηση της θεατρικής μας ιστορίας. Τα παρουσιάζει μάλιστα όπως πρέπει, κριτικά και από απόσταση, χωρίς να τα «φτιασιδώνει», ώστε ο θεατής να βγάλει τα απαραίτητα συμπεράσματά του.

Η διασκευή τού «Μια νύχτα μια ζωή» από τον Σωτήρη Τσόγκα πέτυχε τον στόχο της. Σεβόμενος τη φόρμα, ο Τσόγκας «αλάφρωσε» το έργο από το υπερβολικό συγκινησιακό φορτίο του χωρίς να το παραβιάσει ή να το «εκμοντερνίσει». Η συγκρατημένη και τίμια σκηνοθεσία του ανέδειξε στο μέτρο του δυνατού την πολιτική διάσταση του γυναικείου ζητήματος, δείχνοντας περισσότερο το πρόβλημα παρά δημαγωγώντας εύκολα περί αυτού. Η ατμόσφαιρα εποχής «έβγαινε», οι ρόλοι διδάχτηκαν και δόθηκαν καλά. Μια ομοιογενής, ισοκέφαλη, δεμένη ομάδα (Γιάννης Μοσχίδης, Κοραλία Τσόγκα, Σωτήρης Τσόγκας, Μαίρη Ραζή, Γιάννης Δροσάκης, Νίκος Παπαδόπουλος), παίζοντας απλά, δίνει την ουσία του έργου. Τα σκηνικά – κοστούμια του Σδούγκου, η μουσική του Χαριζάνου, στηρίζουν την παράσταση και οι φωτισμοί του Γιάννη Μανιμανάκη την ευεργετούν.

Μια πολύ νεανική ομάδα (Γιάννης Αποσκίτης, σκηνοθέτης, παίζουν οι: Διαμαντής Διαμαντάκος, Κύνθια Πλαγιανού, Μάνος Χαμαράκης, Μαρία Χαμαράκη, Σεραφίνα Σιδέρη, Μιχάλης Μιχαήλος) παρουσιάζει στο θέατρο Booze δραματοποιημένο το «γοτθικό» μυθιστόρημα της Έμιλι Μπροντέ «Ανεμοδαρμένα ύψη». Παρά την απειρία των συντελεστών, η προσπάθεια διαθέτει ειλικρίνεια και αμεσότητα και την επισημαίνω.

<!–

Φόρμα και ουσία

–>

Advertisements