«Μεφίστο» είναι μία παραγωγή του θεάτρου Toneelhuis της Αμβέρσας…

Ο τρόμος της επανάληψης
Η ΑΥΓΗ: 12/07/2009

Του ΛΕΑΝΔΡΟΥ ΠΟΛΕΝΑΚΗ

Γραμμένο στα 1936, το μυθιστόρημα του Κλάους Μαν, Μεφίστο, αφηγείται την αληθινή ιστορία ενός διάσημου ηθοποιού της Γερμανίας του μεσοπολέμου, γνωστού για το φιλελεύθερο φρόνημά του, που είχε διαπρέψει στον ρόλο του Φάουστ, και τώρα δέχεται να παραμείνει στη χώρα του υπό το τυραννικό ναζιστικό καθεστώς, αναλαμβάνοντας μάλιστα ένα σημαντικό δημόσιο θεατρικό πόστο.

Παρότι αυτό αντιβαίνει στις πεποιθήσεις και τα ιδεολογικά πιστεύω του. Η δικαιολογία που προβάλλει μάς είναι γνώριμη: θέλει, όπως δηλώνει, να πολεμήσει «από μέσα» το καθεστώς. Πώς όμως; Με την τέχνη του μόνο, δίχως να στηρίζεται στη συλλογική, οργανωμένη αντίσταση. Έτσι δέχεται να συνάψει μια προσωπική συμφωνία με το «Μεφιστοφελή» υπουργό Πολιτισμού του καθεστώτος (Χέρμαν Γκαίρινγκ), η οποία θα του επιτρέπει να παίζει τα κλασικά έργα χωρίς λογοκρισία. Η πραγματική αξία της συμφωνίας αυτής φαίνεται αργότερα, με την εμφάνιση επί σκηνής του ίδιου του «Σατανά» (Γιόζεφ Γκαίμπελς), που διαθέτει μάλιστα «καλλιτεχνικές ευαισθησίες»! Είναι όμως πια αργά.

Το μυθιστόρημα του Κλάους μάς δείχνει ακριβώς το ατελέσφορο αυτής της επιλογής του καλλιτέχνη. Σε τόσο χαλεπούς καιρούς το ταλέντο, η δωρεά ενός ανθρώπου, η τέχνη γυμνή από τα κοινωνικά συμφραζόμενά της, δεν αρκούν για να αλλάξουν την ιστορία. Ο ήρως, θολωμένος από τη ματαιοδοξία του που υποδαυλίζει σκοπίμως το καθεστώς, εμπλέκεται όλο και πιο πολύ στα γρανάζια της εξουσίας, μέχρι να καταλήξει δίχως να το καταλάβει, ένα άβουλο όργανό της.

Το μυθιστόρημα του Κλάους διασκεύασε για το θέατρο ο Φλαμανδρός Τομ Λανουά, με τον τίτλο: «Τρίπτυχο της εξουσίας – Μέρος Α’ Μεφίστο για πάντα». Προσθέτοντας ως συνέχεια την πτώση του ναζιστικού καθεστώτος, την κατάρρευση του «υπαρκτού» και όσα ακολούθησαν. Εμφυτεύοντας με πολύ επιδέξιο τρόπο στο κείμενό του κομμάτια κλασικών έργων, Σαίξπηρ, Γκαίτε, Τσέχωφ, αρχαίας ελληνικής τραγωδίας, ο Λανουά μεταφέρει τη δράση στον κόσμο μας και στην αγωνιώδη προσπάθεια της τέχνης να τον αλλάξει στο καλύτερο, σε σύμπνοια πάντα με την, απαλλαγμένη από σκοπιμότητες κάθε είδους, πολιτική θεωρία και πράξη.

Επισημαίνω το ενδιαφέρον στοιχείο, ότι ο «νέος αρχηγός» και επικεφαλής του απελευθερωτικού στρατού που εμφανίζεται μετά την πτώση του μισητού καθεστώτος, εκστομίζει μια μοναδική φράση, που όμως συμβαίνει συγχρόνως να είναι γνωστή «ατάκα» του Στάλιν, που χρησίμευσε ως προοίμιο στις αιματηρές εκκαθαρίσεις των καλλιτεχνών της ΕΣΣΔ: «ο καλλιτέχνης οφείλει να είναι μηχανικός των ψυχών»!

Βαθιά πολιτικό, χωρίς να στρατεύεται με τη στενή έννοια του όρου, το έργο επιμένει μέχρι την πιο μικρή λεπτομέρειά του να μας προειδοποιεί για τη φρίκη της ιστορικής επανάληψης του ίδιου! Παίρνει ως αφορμή το μύθο του Φάουστ και ανοίγει ένα διάλογο δημιουργικό μαζί του, πηγαίνοντας εντελώς αντίθετα στο ρεύμα και στον συρμό της εποχής μας, αγνοεί τις επιταγές όσων προωθούν με κάθε τρόπο ένα θέατρο αποκομμένο από την κοινωνία, ουδέτερο, άχρωμο, άτολμο, ευνουχισμένο και αφοπλισμένο, χωρίς μύθο ή νόημα. Είναι λοιπόν ευτύχημα το ότι αυτό το έργο και παράστασή του, ξέφυγαν από την αόρατη λογοκρισία, το άγρυπνο μάτι των παγκοσμίως κρατούντων, για να φθάσει μέχρι εμάς. Υπάρχουν ακόμη αντιστάσεις.

Η παράσταση του «Μεφίστο» είναι μία παραγωγή του θεάτρου Toneelhuis της Αμβέρσας, όπου παίζεται ήδη με μεγάλη επιτυχία, σκηνοθετημένη από τον Φλαμανδό Γκυ Κασσίερς. Στην Ελλάδα παίχτηκε στο πανέμορφο θέατρο του «Ιδρύματος Ελληνικού Πολιτισμού», στα πλαίσια πάντα του Φεστιβάλ Αθηνών.

Δοσμένη ενιαία σε ύφος παραπλανητικά ρεαλιστικό, με γρήγορους, κινηματογραφικούς ρυθμούς, με φαντασία και μέτρο, πολιτικοποιημένη ακριβώς όσο χρειάζεται, η παράσταση του Γκυ Κασσίερς αφήνει να φανούν, πίσω απ’ τη «σεκάνς» των έντονων σκηνών της, τα «νούμερα» μιας μεγάλης οικουμενικής τραγωδίας που ακόμη δεν έχουμε γνωρίσει το τέλος της.

Με όλο τον προωθημένο ψηφιακό της εξοπλισμό, τα εντυπωσιακά σκηνικά που «δένουν» την όψη (Marc Warning) και τα θελκτικά κοστούμια (Tim Vaan Steenberger), η παράσταση στηρίζεται στο έμψυχο υλικό, στους θαυμάσιους, «μοντέρνα παραδοσιακούς», λιτούς και απαλλαγμένους από υποκριτικά στολίδια κάθε είδους, ευθύβολους, ακριβείς ηθοποιούς της. Η Katelijne Damen, προικισμένη με πρωτεϊκή ικανότητα μεταμόρφωσης, εκπλήσσει στους δυο διαμετρικά αντίθετους ρόλους της.

Παίζοντας τη «χαρισματική» ηθοποιό κυριαρχεί, παίζοντας την «ατάλαντη», θριαμβεύει! Ο Dirk Roofthooft δίνει υπόσταση υλική στον υπόκωφο γδούπο της πτώσης του ήρωα. Το αποτύπωμά του μένει έκτυπο στο χώρο, και μετά την απο-χώρησή του. Ο Josse de Pauw είναι ένας ανατριχιαστικά επίκαιρος «χοντρός» υπουργός πολιτισμού και ο Marc Von Eeghem ένας εφιαλτικός «κουτσός» υπουργός προπαγάνδας. Επίσης οι εξαίρετοι Vic de Wachter, Gilda de Bal, Suzanne Grotenhuis, και η σπουδαία Abke Haring.

Advertisements

«Μεφίστο για πάντα», «Σεμινάριο βλακείας», «Κοκτέιλ πάρτι»

  • «Μεφίστο» και ελληνικές παραστάσεις
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 8 Ιούλη 2009

  • «Μεφίστο για πάντα»

«Μεφίστο για πάντα»

Μετά τους «Αρουραίους» από το βερολινέζικο «Ντόιτσες Τεάτερ», το Φεστιβάλ Αθηνών φιλοξένησε μια ακόμα σπουδαία θεατρική δημιουργία και μάλιστα άκρως επίκαιρου πολιτικού περιεχομένου. Το «Μεφίστο για πάντα», από το θέατρο «Toneelhuis» της Αμβέρσας. Μια παράσταση, που σε κείμενο του Τομ Λανουά, βασισμένο στο αντιναζιστικό μυθιστόρημα του (γιου του Τόμας Μαν) Κλάους Μαν «Μεφίστο» (1936) και την αριστουργηματική ομώνυμη ταινία του Ιστβαν Σάμπο, εμφαντικά και άμεσα προειδοποιεί γι’ αυτό που, σε συνέντευξή του σε ελληνικό έντυπο, τόνισε ο σκηνοθέτης τη ς, Γκι Κασίερς: «Δεν τελειώσαμε με το φασισμό». Ο Φλαμανδός σκηνοθέτης, αναλαμβάνοντας τη διεύθυνση του θεάτρου της Αμβέρσας, όπου το 33/% των ψηφοφόρων ψηφίζουν ακροδεξιά κόμματα, των οποίων οι ιδέες «παρεισφρέουν και στα μεγάλα κόμματα, των Καθολικών, των Φιλελευθέρων, ακόμη και το Σοσιαλιστικό», υπέβαλε -και στον εαυτό του- το συνειδησιακό πρόβλημα που θέτει το μυθιστόρημα του Μαν: την ευθύνη της τέχνης και του καλλιτέχνη να αντισταθεί στις πιέσεις κάθε καταπιεστικής εξουσίας, να μη συμβιβαστεί και καταντήσει «όργανο» και «βιτρίνα» της. Ο Μαν εμπνεύσθηκε το έργο του από τον πρώην σύζυγο της αδελφής του, γνωστό κομμουνιστή ηθοποιό, Γκούσταφ Γκρούντγκενς, ο οποίος, προκειμένου να γίνει υπερ-πρωταγωνιστής και διευθυντής του Κρατικού Θεάτρου του Βερολίνου, σταδιακά, και «ανεπαισθήτως», όλο και περισσότερο συμβιβαζόταν με το καθεστώς και με τις πιέσεις, τη «λογική» και «αισθητική» του Γκέμπελς, ενώ οι φίλοι ομότεχνοί του αρνούνταν να υπηρετήσουν το ναζισμό, υφιστάμενοι διάφορες συνέπειες. Η διασκευή του Τομ Λανουά σεβάστηκε και διατήρησε τη μυθοπλοκή και τα βασικά πρόσωπα του μυθιστορήματος, ανέδειξε και την εποχή με αναφορά του ονόματος του Χίτλερ, τη διαχρονική και επίκαιρη σημασία τους, αλλά και την εμπλούτισε με παράθεση σπαραγμάτων – φράσεων από σπουδαία θεατρικά έργα, υποδεικνύοντας δι’ αυτών διάφορες εκδοχές δολερών σφετεριστών και φονιάδων εξουσιαστών και άλλων αρπακτικών της εξουσίας, στη διαδρομή της ανθρωπότητας από την απολυταρχία, τη φεουδαρχία και την άνοδο της αστικής τάξης (Σαίξπηρ «Αμλετ» και «Ριχάρδος Γ’», Γκαίτε «Φάουστ», Τσέχοφ «Βυσσινόκηπος»). «Θέατρο μέσα στο θέατρο», η υπέροχη παράσταση του Κασίερς, λιτά και ατμοσφαιρικά ρεαλιστική, άμεσου και έμμεσου πολιτικού σχολιασμού, με χρήση πολυμέσων που αναπαράγουν σε «κινηματογραφικές» εικόνες σκηνές και στιγμιότυπα της σκηνικής δράσης, και εξαιρετικής απλότητας ερμηνείες υπογραμμίζει, σε μέγιστο βαθμό, ιδιαίτερα στο εξαιρετικά δραστικό φινάλε – με τη λυσσωδώς φασίζουσα ομιλία του παραπέμποντα στον Γκέμπελς, «υπουργού Πολιτισμού»- τον κίνδυνο που προκαλεί στο παρόν και το μέλλον η ανοχή απέναντι στα φαινόμενα του επανεμφανιζόμενου σήμερα φασισμού, αλλά και τον κίνδυνο και οι καλλιτέχνες να «νερώσουν το κρασί» τους απέναντί του.

  • «Σεμινάριο βλακείας»

«Σεμινάριο βλακείας»

Αντίποδας της ευφυίας η βλακεία, απαντάται με πολλές μορφές, εκφράσεις και εκδηλώσεις, στον άνθρωπο και την κοινωνία. Μόνιμη ή στιγμιαία. Αθέλητη ή θελημένη. Ασυνειδητοποίητη ή συνειδητή. Εμφυτη και αθώα ή σκόπιμη, επίπλαστη και πανούργα. Αντιπαθής ή κωμική. Βλαβερή ή αβλαβής. Επικίνδυνη ή ακίνδυνη, η βλακεία συναντάται και θα συναντάνται εσαεί και στους ευφυέστερους των ανθρώπων. Σε μια συμπεριφορά, μια στιγμή, μια σκέψη, μια πράξη, μια σχέση, μια κουβέντα τους. Με μότο ένα αραβικό ρητό που λέει ότι «η βλακεία είναι θείο χάρισμα, αρκεί να μη γίνεται κατάχρησή της», ο Σάκης Σερέφας συνέλαβε την ιδέα να γράψει το μονόλογο «Σεμινάριο βλακείας» και διά του προσώπου ενός «καθηγητή» που δίνει διάλεξη στους φοιτητές ενός πανάκριβου «Κολεγίου» με θέμα το φαινόμενο της βλακείας, αντλώντας ποικίλα παραδείγματα «βλακείας» ιστορικών μορφών (λ.χ. Ναπολέοντα), διανοητών κλπ. – αφ’ ενός να διακωμωδήσει την αθώα και αβλαβή βλακεία και αφετέρου να σαρκάσει την πολύμορφη, πλαστή, σκόπιμη και βλαβερή βλακεία, όπως εκδηλώνεται ατομικά και σε διάφορους τομείς της σημερινής κοινωνίας. Το κείμενο, που γράφτηκε κατόπιν παραγγελίας του Δημήτρη Πιατά, μετά την επιτυχία που σημείωσε η ερμηνεία του με το μονολογικά πρωτοπρόσωπο αφήγημα του Σ. Σερέφα «Μαμ» και ερμηνευτή τον Δημήτρη Πιατά, και παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών από το ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας και την εταιρεία του Δ. Πιατά «Commedia», διαθέτει αστραφτερής κωμικότητας και καυστικής σάτιρας φράσεις, αλλά το σύνολό του δημιουργεί την αίσθηση ότι γράφτηκε με βιασύνη και με προσανατολισμό το πηγαίο, προσωπικό κωμικό ιδίωμα του Δ. Πιατά. Στο ιδίωμα του ηθοποιού στηρίχθηκε αλλά και «επαναπαύθηκε» και η σκηνοθεσία της καλλιτεχνικής διευθύντριας του ΔΗΠΕΘΕ Κέρκυρας, Κατερίνας Πολυχρονοπούλου, με συνεργάτες τους Αφροδίτη Κουτσουδάκη (σκηνικό, κοστούμι), Κίμωνα Χυτήρη (μουσική), Σάκη Μπιρμπίλη (φωτισμοί), Μάνο Αρβανιτάκη (βίντεο), Νίκο Τουλιάτο (μουσικός αυτοσχεδιασμός επί σκηνής).

  • «Κοκτέιλ πάρτι»

«Κοκτέιλ πάρτι»

Αναμφιβόλως σπουδαίος τεχνίτης του ποιητικού λόγου, ο δημιουργός της «Ερημης χώρας» Τ. Σ. Ελιοτ θέλοντας να εκφράσει και δραματουργικά τους ανθρωπιστικούς και κοινωνικούς προβληματισμούς του για την ανάγκη του ανθρώπου για αγάπη αλλά και τον εγωτισμό του, τις φοβίες και αναστολές του, την επικοινωνιακή δειλία του να εκφράσει την ανάγκη του για αγάπη, τελικώς την αδυναμία του να λάβει, να δώσει και να προστατέψει από κάθε μορφής καταστροφή το αίσθημα της αγάπης, στο γάμο, στη φιλία και ευρύτερα στην κοινωνία, το 1949 έγραψε το «Κοκτέιλ πάρτι», εμπνεόμενος όπως έλεγε από την «Αλκηστη» του Ευριπίδη. Ο Ελιοτ έπλασε επτά πρόσωπα που κινούνται σε ένα κοσμοπολίτικο λονδρέζικο περιβάλλον. Τα τέσσερα νεότερα ηλικιακά πρόσωπα – ένα παντρεμένο ζευγάρι και μια νέα και ένας νέος στην αρχή ενός φλερτ – ο συγγραφέας τα ενέπλεξε σε δύο ερωτικά τρίγωνα. Ο σύζυγος απατά τη γυναίκα του με τη νεαρή, η οποία είναι ερωτευμένη μαζί του και η σύζυγος απατά τον άντρα της με το νεαρό, ο οποίος είναι ερωτευμένος με τη νεαρή. Τα άλλα τρία πρόσωπα είναι μια μεσήλικη, ανύπανδρη, κοσμική κυρία, φίλη του αντρόγυνου, ένας μεσήλικας διπλωμάτης, φίλος του αντρόγυνου, κι ένας ψυχολόγος, που αν και άγνωστος, ως «από μηχανής θεός» παραβρίσκεται στο κοκτέιλ πάρτι του αντρόγυνου. Αυτά τα τρία πρόσωπα, γνωρίζοντας – αφενός – την παλιά αγάπη, τη μοιχεία και των δύο συζύγων αλλά και τον κίνδυνο να γίνουν περισσότερο δυστυχείς χωρίζοντας, και – αφετέρου – τον αληθινό έρωτα του νεαρού για τη νεαρή, σχεδιάζουν και προσπαθούν εν είδει «από μηχανής» αγγέλων επί Γης να σώσουν και τα δύο ζευγάρια. Με μια σχεδιασμένη ταυτόχρονη επίσκεψη των δύο συζύγων στον ψυχολόγο, η μοιχεία τους αλληλοαποκαλύπτεται, αλληλοσυγχωρείται, ο γάμος τους σώζεται και η συμβίωσή τους βελτιώνεται. Οπως στη ζωή δεν είναι όλα εφικτά, έτσι δε γίνεται εφικτό το σμίξιμο των δυο νέων. Η κοπέλα αναζητώντας παρηγοριά στην εθελοντική κοινωνική προσφορά πεθαίνει, κι ο νεαρός παρηγορεί τη θλίψη του με τον ξενητεμό και τη δουλειά. Η μυθοπλαστική φλυαρία, οι επαναλήψεις, ο γλωσσικός αισθητισμός, ο κοσμοπολιτισμός των προσώπων και της πλοκής, το «μυστηριακό» ήθος των τριών «από μηχανής θεών» κάνουν το έργο να μοιάζει παρωχημένο, επιτηδευμένο και πάντως μακριά από το σήμερα των ανθρωπίνων σχέσεων (ερωτικών, συζυγικών, φιλικών, κοινωνικών). Από τη λίγο πολύ βουλεβαρδιέρικη πλοκή και από τον κοσμοπολιτισμό και τον αισθητισμό του έργου, με αρμόζουσα σ’ αυτό μετάφραση του Γιώργου Δεπάστα, δεν ξέφυγαν τα σκηνικά και τα κοστούμια του Μανόλη Παντελιδάκη, και κυρίως η καλοκουρδισμένη σκηνοθεσία της Βαρβάρας Μαυρομάτη, παρότι προσπάθησε έμμεσα να τον σχολιάσει προσδίδοντας στη συμπεριφορά, στην κίνηση, στο λόγο και στην έκφραση των προσώπων μια ειρωνική χροιά. Στον ναρκισιστικό υποκριτικό αισθητισμό και την κοσμοπολίτικη πόζα οδηγήθηκαν – λίγο πολύ – και οι ερμηνείες των ηθοποιών – όλοι είναι ταλαντούχοι ηθοποιοί – (με σειρά εμφάνισης): Λάζαρος Γεωργακόπουλος, Μάγια Λυμπεροπούλου, Αρης Λεμπεσόπουλος, Αλεξάνδρα Σακελλαροπούλου, Χρήστος Στέργιογλου, Μαρίσσα Τριανταφυλλίδου, Ομηρος Πουλάκης.