ΚΘΒΕ: Σαίξπηρ «Βασιλιάς Ληρ» και Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα «Ματωμένος Γάμος»

  • Ατυχής Ληρ, επιτυχής «Γάμος»
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • Του Σπυρου Παγιατακη
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 5 Aπριλίου 2009

Η προσέγγιση του Στάθη Λιβαθινού στην τραγωδία του Σαίξπηρ ήταν απλώς λάθος

Σαίξπηρ: Βασιλιάς Ληρ. Σκην: Στάθης Λιβαθινός. ΚΘΒΕ

Φεντερίκο Γκαρσία Λόρκα: Ματωμένος Γάμος. Σκην: Γιάννης Ιορδανίδης. ΚΘΒΕ

  • Με ρωτούν: Πώς ήταν ο Βασιλιάς Ληρ με τον Νικήτα Τσακίρογλου στη Θεσσαλονίκη; Σου άρεσε ή όχι; Ηταν καλό ή κακό; Τίποτα απ’ όλα αυτά. Η παράσταση που σκηνοθέτησε ο Στάθης Λιβαθινός για το Βασιλικό Θέατρο του ΚΘΒΕ ήταν –κατά τη γνώμη μου– απλώς λάθος. Κι αυτό επειδή: Η τέταρτη από τις μέγιστες τραγωδίες του Σαίξπηρ, που ο ποιητής έγραψε όταν είχε φτάσει στην κορυφαία του ώρα κι όταν ήταν πλέον σαράντα έξι χρόνων –πιθανότατα το 1603– αγγίζει «…τις σφαίρες στις οποίες μόνον ο Aισχύλος είχε ώς τώρα πλανηθεί», όπως αναφέρει ο Αγγελος Τερζάκης στο πρόγραμμα του «Βασιλικού Θεάτρου» –της Αθήνας– την περίοδο 1957 – 58. Η ιστορία του δεσποτικού γερο-βασιλιά που βλέπει τους άλλους να σκύβουν στις προσταγές του και να τον λατρεύουν σαν είδωλο, και που μοιράζει ολόκληρη την περιουσία του στις κόρες του, οι οποίες τελικά τον προδίδουν, εμπεριέχει το βαρύ παράπτωμα που οι αρχαίοι Ελληνες το έλεγαν «ύβρι».

Βαθιά έξαρση

  • Ομως στο δεύτερο –και αποφασιστικότερο– μέρος της τραγωδίας, όταν ο Ληρ μένει μόνος, εκεί τον βλέπουμε στις ώρες της αυτογνωσίας και του μεγάλου πάθους να επικοινωνεί με τις φυσικές δυνάμεις, να τις επικαλείται και να τις αναστατώνει. Υπάρχει μία βαθιά έξαρση στην κατάληξη της ιστορίας του Ληρ, μία αποθεωτική μεταρσίωση, όπως δεν την έχει συναντήσει κανείς παρά μόνο στον «Οιδίποδα επί Κολωνώ» του Σοφοκλή όταν κι εκεί ο ήρωας πλησιάζει την υπέρτατη και ευδαίμονα σοφία. Ομως, στην παράσταση του ΚΘΒΕ όταν ο γυμνωμένος από πρακτική εξουσία, ξεσπιτωμένος βασιλιάς αντιμετωπίζει και μιλάει σε τιτανική γλώσσα με τα στοιχεία της Φύσης, δηλαδή εκεί ακριβώς που βρίσκεται στην ύψιστη στιγμή του ουσιαστικού μεγαλείου του, στην «κατά Λιβαθινό» εκδοχή παριστάνεται σαν ένας γέρος άνθρωπος του οποίου τα λογικά έχουν σαλέψει και αντιδρά κάνοντας γκριμάτσες.
  • Εκεί ακριβώς που έχει γιγαντωθεί φανταστικά παρουσιάζεται σαν ένας μικρός ασπρομάλλης γέρος που δεν έχει ΠΛΕΟΝ καμιά συναίσθηση της πραγματικότητας. Ως μία –περίπου– ψυχοπαθολογική περίπτωση άνοιας. Κρίμα. Κρίμα γιατί σε τέτοιους δρόμους έχει οδηγηθεί ένας πρώτης τάξεως ηθοποιός σαν τον Νικήτα Τσακίρογλου. Ο «Βασιλιάς Ληρ» δήλωνε σε συνεντεύξεις του ο Στάθης Λιβαθινός «επιχειρεί να προσεγγίσει όλους εκείνους που και σήμερα έχουν λόγους να θυμώσουν. Και τους γονείς και τους γιους». Και πως δεν είναι παρά ένα σκληρό παραμύθι όπου το πάθος των νέων ανθρώπων για μια ανεξάρτητη ζωή συγκρούεται με το πείσμα και τον παραλογισμό των γέρων. Επίσης, έλεγε πως είναι «η τραγική ιστορία τρελών που οδηγούν τυφλούς, αλλά και γέρων που γεννάνε αχάριστα παιδιά, η οποία παραμένει επίκαιρη όσο ποτέ». Μα προς Θεού!

Ροκ παράσταση

  • Μόνο ο επιδερμικός παρατηρητής ή «κι ένας αλύτρωτα υποδουλωμένος στην ευτελέστερη λογοκρατία» όπως τόνιζε κι ο Α. Τερζάκης, θα το έβλεπε έτσι. Τέλος πάντων. Τούτος ’δω ο «Βασιλιάς Ληρ» διαφημίστηκε σαν μια ροκ παράσταση, με τη –ζωντανή– συνοδεία μπάσου, ηλεκτρικής κιθάρας και τύμπανου σε μια μουσική που έγραψε ειδικά για την παράσταση ο Θόδωρος Αμπατζής. Και με πολλά –πάρα πολλά– σούρτα φέρτα. Εχοντας ακόμα ολοζώντανη την μνημειώδη ερμηνεία του Βρετανού ηθοποιού Ιαν ΜακΚέλλεν, στον ίδιο ρόλο –στη σκηνοθεσία του Τρέβορ Ναν– όταν το «Royal Shakespeare Company» επισκέφθηκε τη Θεσσαλονίκη για την Πολιτιστική Πρωτεύουσα –και κάνοντας τη σύγκριση με τον τωρινό «εκπολιτισμένο Ληρ»– δεν μένει παρά να μονολογήσει κανείς με τα λόγια του βάρδου «εσένα δεν σε μαγάρισε ποτέ ο πολιτισμός, εσύ μένεις φτωχό, γυμνό, δίποδο ζώο» (Πράξη γ, Σκ. 4, 110-113).

Η έκπληξη

  • Ακούγοντας ότι και η άλλη «μεγάλη παράσταση» του ΚΘΒΕ ο «Ματωμένος Γάμος» του Φεντερίκο Λόρκα ήταν κι αυτή «εκσυγχρονισμένη» με μοντέρνα κοστούμια, με μοτοσικλέτες, με τραβεστί και τζάνκηδες κουμπώθηκα πριν πάω να δω το έργο στη σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη για τον οποία είχα μόνιμες επιφυλάξεις μέχρι τώρα. Εκπληξη! Ηταν όχι μόνο η καλύτερη του δουλειά –απ’ όσες τουλάχιστον έχω δει– αλλά κι αυτή όπου όλες οι λεγόμενες εκκεντρικότητες μπορούσαν να θεμελιωθούν. Πέρα από κάθε γλυκερό συναισθηματισμό με τον οποίο συνήθως μας σερβίρουν το τόσο προσφερόμενο για παρόμοιες γλυκερές γαρνιτούρες «Γάμο», με μία δωρική, «μπρεχτική» στην αυστηρότητά της Αντιγόνη Βαλάκου στο ρόλο της μάνας και με μερικούς εξαιρετικούς νέους ηθοποιούς (Βασίλης Μπισμπίκης, Ερρικα Μπίγιου, Καλλιόπη Ευαγγελίδου, Στάθης Παναγιωτίδης, ο τραγουδιστής Κωνσταντίνος Καϊκής) αλλά και παλαιότερους (Κίμων Ρηγόπουλος, Γιάννης Σιαμσάρης, Ιφιγένεια Δεληγιαννίδη) η παράσταση στέκεται ολοκληρωμένα και στέρεα στα πόδια της.
Advertisements

«Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου», «Δύο για την τραμπάλα», «Ματωμένος Γάμος»

  • Έρωτες ψυχής
  • ΚΡΙΤΙΚΗ
  • ΛΕΑΝΔΡΟΣ ΠΟΛΕΝΑΚΗΣ
  • Η ΑΥΓΗ, 29/03/2009
  • Στο «Θέατρο Βασιλάκου» συνεχίζεται απ’ την περσινή χρονιά με μεγάλη επιτυχία η παράσταση της «Ευτυχίας Παπαγιαννοπούλου», σε σκηνοθεσία του Πέτρου Ζούλια επάνω σε κείμενο του ίδιου, βασισμένο στο βιβλίο της εγγονής της μεγάλης μας στιχουργού, Ρέας Μανέλη, με τη Νένα Μεντή στον ομώνυμο ρόλο. Πρόκειται για ένα θεατρικό μονόλογο, στον οποίο η πρωταγωνίστρια εκθέτει τον εαυτό της «γυμνό» μπροστά στο κοινό, συνδυάζοντας την περιπέτεια του βίου της με τα τραγούδια της.
  • Η σκηνοθεσία «στήνει» ευθύγραμμα την παράσταση σαν μια παλιά ξεθωριασμένη καρτ-ποστάλ, σε χρώματα μουντά και νοσταλγικά. (Σκηνικά και κοστούμια της Αναστασίας Αρσένη, φωτισμοί του Ανδρέα Μπέλλη.) Μεγάλο ατού της είναι βέβαια η Νένα Μεντή, που κατορθώνει να κάνει «δικό της» ένα πρόσωπο «λαϊκό», ξένο στο υποκριτικό είδος που την καθιέρωσε, της νευρωτικής μικροαστής. Η Μεντή «παίρνει επάνω της» το πράγμα, παίζει επιδέξια με τις διαφορετικές προοπτικές του σκηνικού χρόνου (παρελθόν, παρόν), διαθέτει ρυθμούς που αιφνιδιάζουν, κάνει αιφνίδια «στοπ» ή επιταχύνει, αλλά κυρίως προσεγγίζει το πρόσωπο – Ευτυχία με αγάπη αιχμηρή, χαρίζοντάς του βάθος, διάρκεια και μια ευγένεια φυσική.

***

  • Στο θέατρο «Ράγες» της οδού Κωνσταντινουπόλεως δίνεται το έργο του Αμερικανού William Gibson, «Δύο για την τραμπάλα», σε ωραία μετάφραση – απόδοση στα ελληνικά της Στέλλας Μαρή. Είναι μια τυπική νεοϋορκέζικη κομεντί, ένα «ντουέτο», όπου «εκείνος» και «εκείνη» συναντώνται τυχαία, διασταυρώνουν τα βήματά τους μέσα στην αχανή και απάνθρωπη πόλη, ζουν μια σύντομη, έντονη ερωτική ιστορία και οι δρόμοι τους χωρίζουν για πάντα, κάτω απ’ τη σκιά ενός τρίτου, αόρατου προσώπου. Περισσότερο πρόκειται, πιστεύω, για ένα λιμπρέτο μπαλέτου.
  • Το έργο έχει ξανανέβει στην Ελλάδα, με τον τίτλο «Παιχνίδι της Μοναξιάς», το 1958, σε σκηνοθεσία του Αλέξη Σολωμού με τους Λαμπέτη – Χορν, το 1991 από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, σε σκηνοθεσία του Πάνου Γλυκοφρύδη, το 1996 σε σκηνοθεσία του Γιάννη Ιορδανίδη.
  • Επίσης, πέρυσι, στο Θέατρο Αλκμήνη, σε σκηνοθεσία του Άκη Δαβή που πρωταγωνιστούσε μαζί με τη Στέλλα Μαρή, για να διακοπεί από τον τραγικό και αιφνίδιο θάνατό του. Σήμερα επαναλαμβάνεται, σε νέα σκηνοθεσία και ανάγνωση, της Στέλλας Μαρή.
  • Η σκηνοθεσία της Μαρή καταφέρνει εδώ ν’ αποκολλήσει το έργο από τον τυπικό, ψυχρό νεοϋορκέζικο χώρο – χρόνο του, ανάγοντάς το σ’ ένα σφαιρικότερο τοπίο ψυχής, όπου μετέχουν και διαπλέκονται μοιραία και αναμιγνύονται, όπως δεν θα έπρεπε, ο έρωτας με τον οίκτο. Αυτό χαρίζει στο έργο μια καινούργια διάσταση, ενός υπαρξιακού, δραματικού παιγνίου, με ανθρώπινες κούκλες ή μαριονέτες, που αναζητούν η μία στην άλλη, σαν σε καθρέφτη, το αληθινό τους πρόσωπο, για να βρουν στο τέλος το κενό. Είναι μια ενδιαφέρουσα, ερεθιστική άποψη που στελεχώνεται αδρά από δύο ικανούς ηθοποιούς (Δημήτρης Παπαναστασίου και Στέλλα Μαρή). Ένα ισοδύναμο, ανδρόγυνο υποκριτικό δίδυμο ή καλύτερα «δίψυχο», με πρώτη (Μαρή) και δεύτερη (Παπαναστασίου) «φωνή» συντονισμένο και αποτελεσματικό, που συγκινεί και συγχρόνως «παιδεύει» τον θεατή. Αλλά είναι, κυρίως, μια νέα ενδιαφέρουσα γυναικεία ματιά πάνω στο αιώνιο πρόβλημα της αδύνατης συνύπαρξης «εν ταυτώ», χωρίς αληθινό έρωτα ψυχής, του άντρα και της γυναίκας.
  • Η σκηνογραφία και η μουσική επιμέλεια του Γιώργου Σταματάκη, τα κοστούμια της Ελένης Παπά και οι φωτισμοί του Κώστα Δρίμτζια συμβάλλουν στο θετικό αποτέλεσμα.

***

  • Μια πολύ νεανική ομάδα, με την πρωτότυπη ονομασία «Είδε Ψυχών Μορφές» (η θεατρική ομάδα των φοιτητών των τμημάτων ψυχολογίας και κοινωνιολογίας του Πάντειου Πανεπιστημίου), παρουσίασε για σειρά παραστάσεων στο θέατρο «Λήδρα», στο πλαίσιο του Κέντρου Δράματος του ίδιου πανεπιστημίου, το έργο του Φεντερίκο Γκαρθία Λόρκα «Ματωμένος Γάμος», στη γνωστή μετάφραση Γκάτσου, με τη μουσική του Χατζιδάκι.
  • Είναι μια ωραία, συλλογική και ομαδική προσπάθεια μιας ερασιτεχνικής, με την καλή σημασία του όρου, συντροφιάς, που κάνει τα πρώτα της βήματα προς το επαγγελματικό θέατρο, άπειρη και άγουρη ακόμη, που σίγουρα όμως πρέπει να προσεχτεί. Η σκηνοθεσία του Ανδρέα Ζαχαριάδη, που έχει επίσης την ευθύνη της όψεως (διδασκαλία των ρόλων Άννας – Μαρίας Ηλίου), με απόλυτο σεβασμό αγγίζει το κείμενο καταθέτοντας «έρωτα ψυχής», και η παράσταση υπηρετείται από δώδεκα φερέλπιδες ηθοποιούς (Άννα – Μαρία Ηλίου, Γιώργος Αγαθοκλέους, Γ. Αρμόνη, Ε. Νικολούδη, Χριστ. Γουγουσάκη, Ανδρ. Ζαχαριάδης, Μ. Βουλγαράκη, Πην. Παπαδοπούλου, Ζ. Παντουλάς, Χαρά Μήτρου, Αλεξ. Αλεξανδροπούλου, Κυριακή Γκολφινοπούλου), ανάμεσα στους οποίους ξεχωρίζω ως prima την ουσιαστική, πυρηνική και νεότατη Άννα – Μαρία Ηλίου, στον ρόλο της Μάνας.