«SPECTACLE» της ομάδας VASISTAS – Φεστιβάλ Αθηνών – «Η ταράτσα του αυτόχειρα» της ομάδας Χάπι Εντ – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Μικρός απολογισμός και δύο site-specific γνωριμίες
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Η δημιουργική αναζήτηση δεν πτοείται από κρίσεις. Πνεύμα, γούστο, χιούμορ, ιδέες, δύνανται να αποπνέουν φρέσκο αέρα ανεξάρτητα από οικονομικούς αλγόριθμους. Ενας ευσεβής πόθος που θα πρέπει να μας συντηρήσει από δω και μπρος, ανάμικτος με σκέψεις πίστης και ανησυχίας για έναν ιδιαίτερα προσφιλή και οξυγονούχο θεσμό, ο οποίος φέτος έμοιαζε να αντλεί περισσότερο από τη δόξα των προηγούμενων ετών.

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η οικονομική συρρίκνωση του Φεστιβάλ Αθηνών δεν ήταν εμφανής μονάχα στη μείωση των μετακλήσεων διάσημων παραγωγών. Μικρό το κακό, καθώς αρκετές αποτελούσαν ανακυκλώσεις μιας κορεσμένης ομφαλοσκοπικής μετανεωτερικότητας, φαινόμενο διεθνές τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν όμως και οι ζυμώσεις ενός θεάτρου λιγότερο επώνυμου και μεγαλόσχημου, ζωντανού, απρόβλεπτου, με ουσιώδη αισθητικά ρίσκα, για το οποίο κόπτεται κάθε φεστιβάλ με φιλοδοξίες που με περισσότερη έρευνα και φαντασία θα μπορούσε να έχει θέση στην Πειραιώς αυτό το καλοκαίρι. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πειραματισμοί σε ταράτσες και προαύλια

  • «Μια εκδρομή» – Ομάδα MKULTRA 9ο Γυμνάσιο Θησείου – Πρώτος στοχασμός: περί όσων μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω – Ομάδα NOVA MELANCHOLIA στο Γαλλικό Ινστιτούτο

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Στο υπερυψωμένο σχολικό προαύλιο με θέα το Αιγάλεω Ορος, μια οθόνη σε χρώματα ’70s μοστράρει τουριστική Ελλάδα με «bouzouki», «sirtaki» και πολύ Παρθενώνα.

Στο μικρόφωνο ένας νεαρός απειλεί χαμογελαστά «Δεν έχει μυθοποίηση σήμερα, αλλά πραγματικότητα!» Φράσεις όπως «η Αθήνα άλλαξε, εμείς πόσο συμμετέχουμε στην καταστροφή της», «τι άνθρωποι την κατοικούν», «από πού ήρθαν» προμηνύουν πικρές αναδρομές στο παρελθόν και άβολες φιλοσοφικοϋπαρξιακές εμβαθύνσεις στο παρόν.

Και ιδού η έκπληξη για τα κουρασμένα κύτταρά μας. Η νυχτερινή περιήγηση σε τάξεις και ατμοσφαιρικά φωτισμένες απαστράπτουσες αυλές εξελίσσεται σε ένα είδος διαλογισμού απρόσμενα ζωογόνου, πάνω στην πόλη και τον εαυτό μας. Στην ευχάριστα ανοίκεια 70λεπτη θεατρική συνεύρεση, ηθοποιοί, κοινό και χώρος συμπλέκονται σε μια μοναδική σχέση χωροταξικής αλληλουχίας και συλλογικής μνήμης, αναδεικνύοντας μια Αθήνα με δυνατότητες εξελισσόμενου ζωντανού οργανισμού. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ- Η μεταμόρφωση της Χρυσαλλίδας – ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ (Τόμας Μπέρνχαρντ) από την Ομάδα MAG – Φεστιβάλ Αθηνών

 

  • Η ζωή είναι ένα ψέμα

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Ο μονόλογος στην Πειραιώς ήταν πράγματι μια ευκαιρία να (επαν)ανακαλύψουμε αυτή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων, που ξεκίνησε τη ζωή της ως μυκονιάτικο αρχοντοκόριτσο, βίωσε την οικογενειακή έλλειψη, κατοχή, εξορία, περιπλανήθηκε σε διάφορα «κατώτερα» επαγγέλματα, πέρασε από τον «ορθόδοξο» κομμουνισμό με μακριές απουσίες στο ανατολικό μπλοκ και 60χρονη πλέον έκλεισε πρόωρα τη ζωή της σε απόλυτη ένδεια, «ολόγυμνη σαν το σκουλήκι» – πλην στα πάτρια εδάφη.

Εξαιρετικά ενσάρκωσε η Σοφία Σεϊρλή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων

Εξαιρετικά ενσάρκωσε η Σοφία Σεϊρλή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων

Εμβληματικά αποσπάσματα έργων που «αχνίζουν» αυτοβιογραφική αμεσότητα, είχαν την τύχη μιας αισθαντικής, λιτής θεατρικής αναβίωσης, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου. Η Σοφία Σεϊρλή ανήκει στο είδος ηθοποιών ικανών να προσδώσουν χρώμα και ενδιαφέρον και σε έναν τηλεφωνικό κατάλογο. Πόσο μάλλον όταν καλείται να συνδιαλαγεί με μια ιδιόρρυθμη γυναικεία προσωπικότητα και μια γλώσσα μουσική, χυμώδη, άναρχη, με έντονα ιδιοσυγκρασιακή προφορικότητα, σαν ανεπαίσθητα παραλοϊσμένη.

Ανάμεσα στα καλυμμένα έπιπλα ενός έρημου σπιτιού (Μαγιού Τρικεριώτη), με φόντο ατμοσφαιρικά βίντεο παρθένου Αιγαίου και παλιάς μαυρόασπρης Ελλάδας (Χρήστος Δήμας), η ηθοποιός αναψηλαφεί το σουρεαλιστικά -ρεαλιστικό ταξίδι της Αξιώτη στο χρόνο και τις πληγές του, το οποίο καθιστούν ακόμη συγκινητικότερο η αθωότητα και το χιούμορ αυτής της υπέροχα στωικής μεγαλοκοπέλας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

(Α)POLLONIA του Κρίστοφ Βαρλικόφσκι- Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ο παραλογισμός της λογικής

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Η παράσταση θέτει πολύ σοβαρά, λογικά ερωτήματα, ταιριαστά σε εποχές οικονομικών και φιλοσοφικών αναθεωρήσεων, που, εκτός από κοινωνικά κεκτημένα, θέτουν υπό αμφισβήτηση ιστορικότητα, μύθους και βαθιά ριζωμένες ηθικές έννοιες, όπως δικαιοσύνη, αυταπάρνηση, πατριωτισμός.

Κλυταιμνήστρα και Αγαμέμνων σε ταγέρ και κοστούμια '50s μονολογούν  ή ηθικολογούν μέχρι ναυτίας

Κλυταιμνήστρα και Αγαμέμνων σε ταγέρ και κοστούμια ’50s μονολογούν ή ηθικολογούν μέχρι ναυτίας

Εχει νόημα η αυτοθυσία; Υπάρχουν ηρωικοί θάνατοι; Χρειάζονται; Τι σημαίνουν οι χιλιάδες ανδριάντες μαρτύρων ανά τον κόσμο, που επιμένουν να διατηρούν ζωντανή μια αμφιλεγόμενη ιδεολογία εθνικού ηρωισμού;

Τα δαιδαλώδες, πολύωρο ταξίδι του διάσημου Πολωνού μέσω του τεράστιου σφαγείου της ιστορίας της ανθρωπότητας δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Από Αισχύλο και Ευριπίδη μέχρι τους μεταπολεμικούς Χάνα Κραλ, Τζόναθαν Λίτελ και Τζ. Μ. Κούτσι, το κολάζ κειμένων και τραγουδιών, με επίκεντρο τρεις εμβληματικές γυναίκες-θύματα, «συζητεί» ένα μόνο ερώτημα: Αξιζε τον κόπο; Στη θανάσιμη παρέλαση αρχαίων, σύγχρονων και φανταστικών χαρακτήρων, παίρνουν μέρος όχι μόνο άνθρωποι, αλλά θεοί και ήρωες, θύματα και δήμιοι, ηθοποιοί και κοινό.

Η ακουσίως θυσιασθείσα Ιφιγένεια για το καλό του πολέμου, η εθελούσια κάθοδος στον Αδη της Αλκηστης στο όνομα της αγάπης και η συνειδητή αυτοθυσία της Πολωνής Απολλώνιας, για την υπόκρυψη 26 Εβραιόπουλων από τα SS, επαναξιολογούνται ως πράξεις αμφίβολης λογικής και ηθικότητας, ενδεχομένως απόρροιες ματαιοδοξίας, ανοησίας ή κατάθλιψης. Η ανατροπή ανθρωπιστικών αρχών και συλλογικών αντιλήψεων σε φρενήρη πορεία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η φαντασία της ελευθερίας

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Το εξάωρο δρώμενο δεν προκαλεί κανένα συναίσθημα. Ισως αυτό της πλήξης μετά τη ρέμβη του πρώτου ξαφνιάσματος. Ομως και η πλήξη εδώ έχει άλλη υφή. Είναι μια πλήξη αμνησίκακη, γαλήνια, σαν να βλέπουμε για πολλή ώρα τη βροχή ή τον παφλασμό της θάλασσας, δηλαδή ένα φαινόμενο φυσικό, αναπότρεπτο, με μυστηριώδες νόημα.

 Μήτε καν θλίψη δεν αισθανόμαστε με αυτούς τους σκλάβους της ρουτίνας, της αέναης επιστροφής σε ένα καθεστώς ζωής που επαναλαμβάνεται ήρεμα, σε αμέτρητες παραλλαγές, μέχρι να σβήσουμε.

Ανάμεσα στην πόρτα εισόδου, την κουζίνα, το μπάνιο και το λευκό διπλό κρεβάτι, νέοι άνθρωποι με τζιν, μπουφάν, σακίδια, αλογοουρές, μπαίνουν, περιφέρονται σιωπηλοί μέσα στον άδειο χώρο-κοινόβιο, χάνονται. Η απτόητη σπιτική καθημερινότητα με φόντο ένα υπέροχο άνοιγμα στον έξω κόσμο. Αστικά τοπία που αλλάζουν συνεχώς, σαν να σαλπάρουν σε αέρα και γη. Η Αθήνα από το μπαλκόνι με τους θορύβους της σαν μακρινός ηχητικός βόμβος. Απέναντι πολυκατοικίες, ο ουρανός το ξημέρωμα και το δειλινό, η Ακρόπολις, κεντρικοί δρόμοι τη νύχτα, μπουγάδες σε ταράτσες, λιμάνια στη συννεφιά, η θάλασσα σε διάφορες αποχρώσεις, κάπου κάπου βεγγαλικά, ή πουλιά που διασχίζουν τον ορίζοντα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Η σκλαβιά έχει πολλά πρόσωπα»

  • «Η Αποστολή» του Χάινερ Μίλερ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
Η μεγάλη εποχή της «Αποστολής» ήταν η δεκαετία του ’80 στην Ανατολική Γερμανία και με τον Τρίτο Κόσμο ακόμη σε τροχιά ελπίδας. Για τους Δυτικούς, η «ανάμνηση μιας επανάστασης» (υπότιτλος) θύμιζε μακρινό παραμύθι, στο οποίο η θεωρία του συγγραφέα Τρεις Τάξεις/Τρεις Κόσμοι περιήχε πλέον ελάχιστη ενέργεια.

Κώστας Κουτσολέλος και Αντριάνα Αλεξίου: ο «Γαιοκτήμονας» και ο «Αγγελος της Απελπισίας»

Το κείμενο του 1979 είναι κάτι σαν ρέκβιεμ μιας επανάστασης που δεν έγινε (Τρίτος Κόσμος) ή μιας επανάστασης που έγινε και απέτυχε (Οκτωβριανή), μια έμμεση αναμέτρηση με το σταλινισμό, αλλά και με το μοτίβο της προδοσίας που απασχολούσε τον προνομιούχο ποιητή των δύο Γερμανιών (αυτοβιογραφία) και ίσως υπενθύμιση για τις γενιές της μετα-παγκοσμιοποίησης. Ποια είναι όμως η έννοια της επανάστασης σήμερα, μετά την παταγώδη συντριβή των παλιών ιδανικών;

Το ζήτημα της ματαιωμένης εξέγερσης στην μακρινή, συμβολική Τζαμάικα του Μίλερ βυθίζεται και επαναναδύεται μέσα σε ένα χείμαρρο σουρεαλιστικής μεγαλόστομης λεξιλαγνείας, μια οντότητα per se, σχεδόν ισόποση των πολιτικών στοχασμών. Λόγος πληθωρικός, φορτισμένος με παραληρηματικά «αιμοβόρες» εικόνες («θέλω να φάω το φύλο σου και να γεννήσω έναν τίγρη που θα καταβροχθίσει το χρόνο…»), βαρύς από σιβυλλικές μεταφορές και ξεπερασμένα τσιτάτα.

  • Μονόλογοι

Ωστόσο, αυτό το λεκτικά δύστροπο περιβάλλον, ιδεολογικά διφορούμενο κι επιπλέον δραματουργικά κατακερματισμένο σε αυτόνομες, συχνά αντιδραματικές σκηνές λόγω των μακροσκελών μονολόγων, περιέχει ακόμη ζωτικούς χυμούς. Μεγάλη ανάσα είναι η ειρωνεία του, ενώ εγρήγορση προκαλούν οι καυστικοί συλλογισμοί του Μίλερ για το ρουν της Ιστορίας, κυμαινόμενοι ανάμεσα σε ιστορικό σκεπτικισμό («η σκλαβιά είναι νόμος της φύσης, παλιά όσο η ανθρωπότητα») και ασίγαστη αντίσταση («όσο υπάρχουν αφέντες και σκλάβοι, η αποστολή μας δεν έχει τελειώσει»).

Καθώς πάνω από τα ερείπια των μεγάλων ιδεών της ανθρωπότητας ο άνθρωπος διαπιστώνει την αδυναμία του μπροστά σε έναν αποκτηνωμένο εχθρό, τον καπιταλισμό, και στις νέες καταστροφικές προκλήσεις (οικονομικές, οικολογικές, πολιτικές), οι μιλερικές οβίδες μάς θυμίζουν ότι το όραμα ενός θετικού μέλλοντος δεν έχει τελειώσει.

Στην Ομάδα «Προτζέκτορ» ο Μίλερ βρήκε έναν σχεδόν ιδανικό συνομιλητή, που κατανόησε τους σαρδόνιους γρίφους του και εμείς μαζί τους, μεταφράζοντάς τους σε γλαφυρό, αν και κάπως υπερτροφικό θέατρο. Παιγνιώδεις, ευφυείς, ευέλικτοι, οι εφτά ηθοποιοί γλεντούν τις αχανείς δυνατότητες ενός θεάτρου-εν-θεάτρω και τη σκωπτικότητα που διαπερνά μέχρι και τις λιγοστές δραματικές στιγμές, όπως την αμείλικτη καταγγελία του Σκλάβου («το κακό με σας είναι ότι δεν πεθαίνετε, γι’ αυτό σκοτώνετε…»).

Με διαφορετικό προσωπικό ύφος ο καθένας, οι νέοι ηθοποιοί γειώνουν τον στριφνό ποιητικό λόγο του Μίλερ και τα σύνθετα πολιτικά σχόλιά του. Σαρκαστικά, υπαινικτικά, μπουφόνικα ή κυνικά, απαγγέλλουν ρόλους, τραγουδούν ή ψιθυρίζουν κολλητά στο μικρόφωνο σκέψεις για τη χαμένη επανάσταση, όλοι μαζί, σε δυάδες ή τετράδες, χαμογελαστοί έως ξεκαρδισμένοι, ενώ βάφονται και ξεβάφονται επί σκηνής, πίνουν νερό, αλλάζουν ρούχα, μάσκες, αξεσουάρ, με φόντο ένα μάλλον μαθητικό σκηνικό από ζαχαροκάλαμα και πλαστικές διαφάνειες. Ενα κασετόφωνο επαναλαμβάνει ad absurdum επαναστατικά τσιτάτα, ενώ άλλα διαλαλούνται ζωντανά σαν από μανάβηδες της λαϊκής.

  • Σαν τραμπολίνο

Είναι αλήθεια ότι ο σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς χρησιμοποιεί το κείμενο λίγο σαν τραμπολίνο. Σαν να μην το εμπιστεύεται, το επαυξάνει και το στολίζει με προσθήκες, διογκώσεις, μετατοπίσεις ρόλων στο αντίθετο φύλο, παρωδώντας ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα να μην ξεχωρίζουμε τον Γαιοκτήμονα (Κώστας Κουτσολέλος) από τον Χωρικό (Στάθης Κόκκορης) ή τον Σκλάβο (Σύρμω Κεκέ) παρά μόνο από τα λόγια τους. Μέσα στη θεατρική ευωχία διαχέονται οι περίφημοι Τρεις Κόσμοι της «Αποστολής», αλλά και οι αινιγματικές παρουσίες Πρώτος Ερωτας (Νατάσσα Μαρματάκη), Αγγελος της Απελπισίας (Αντριάνα Αλεξίου) και ο καφκικός Ανδρας στο Ασανσέρ (ως χορικό) που εκβράζεται στο Περού, μετά μια αγωνιώδη, ενοχική αναζήτηση του Διευθυντή, με την Εντολή παραμάσχαλα, σε ένα αχανές γραφειακό συγκρότημα.

Εντούτοις, σε αυτή την υπερ-θερμασμένη περφόρμανς κάτι σοβαρό συμβαίνει, που συνδέει προς το τέλος με συγκλονιστικό τρόπο θέατρο και πραγματικότητα. Το «θέατρο της επανάστασης» τελειώνει με την επίσημη ματαίωση της Αποστολής από τον Γαιοκτήμονα, πρώην σύντροφο και τώρα προδότη («θέλω το κομμάτι μου από το γλυκό του κόσμου -εσείς δεν έχετε μαχαίρι»). Ακίνητοι και αγέλαστοι οι ηθοποιοί ανακοινώνουν τη λήξη και της δικής τους παράστασης. Επιστροφή στην αληθινή ζωή. Το συμπέρασμα «ο κόσμος θα γίνει όπως ήταν- πατρίδα για αφέντες και δούλους» αντηχεί μέσα στη μεγάλη αίθουσα ήσυχα, σαν μετά από μπόρα. Τελειωτικό; Αντιθέτως.

Ερμηνεύουν επίσης: Ηλίας Κουνέλας, Αρης Τσαμπαλίκας. Σκηνικά-κοστούμια: Βασίλης Νούλας. Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου. *

«Πλατόνοφ» του Αντον Τσέχοφ Εθνικό Θέατρο

  • Χορογραφώντας το κενό

  • «ΠΛΑΤΟΝΟΦ» του Αντον Τσέχοφ Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Το τέλμα έχει απλωθεί στα σαλόνια και στις ψυχές αυτών των ξεπεσμένων γαιοκτημόνων της προεπαναστατικής Ρωσίας, οι οποίοι, αφού ξετίναξαν περιουσία και ιδανικά σε πιοτό και κακοδιαχείριση, περιμένουν αδρανείς, αλλά λαλίστατοι και ερωτύλοι τη λύτρωση σε κάποιο «μεγάλο μπαμ» που (για την ώρα) είναι απλή εκπυρσοκρότηση, μια σφαίρα στην καρδιά του άπιστου Δον Ζουάν, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να φυτοζωούν σαν να πρόκειται μόνο για ένα μακρύ, κακό όνειρο.

Αυτά συμβαίνουν στο σπουδαίο αλλά ασυμμάζευτο πρωτόλειο ενός 18χρονου μαθητή, που γράφτηκε το 1880 και ανακαλύφθηκε άτιτλο το 1920: 250 σελίδες, 83 σκηνές, 20 ρόλοι, δύο αυτοκτονίες, δύο απόπειρες φόνου και ένας φόνος, σε έξι ώρες. Ενα ογκώδες απάνθισμα όλων των μοτίβων τής μετέπειτα τσεχοφικής δραματουργίας.

Φυσικά υπάρχουν πολλοί τρόποι για να περιγράψει κανείς την ανία και τη στασιμότητα, χωρίς σημύδες, αχνιστά σαμοβάρ, πιάνα, παλιά ρώσικα αρχοντικά, επιβλητικά σούρουπα, ρεβόλβερ, χωρίς σιωπές, φευγαλέα βλέμματα, υποδόρια ειρωνεία, υπαινιγμούς, πλάγιο χιούμορ. Η φαντασία και η ελευθερία είναι το οξυγόνο ενός ζωντανού θεάτρου. Ομως είναι αδύνατο να ζυγώσεις τον Τσέχοφ χωρίς στοιχεία της συγκλονιστικής αισθαντικότητας ενός συγγραφέα στον οποίο κεντρικό θέμα είναι η ζωή. Ενα τσούρμο διαφορετικών ανθρώπων την αποζητά στον «Πλατόνοφ» ή τουλάχιστον μιλά ακατάπαυστα γι’ αυτήν, όταν δεν τσακώνονται, φλερτάρουν ή μπεκροπίνουν. Μόνο που η ζωή βρίσκεται αλλού. Πού ακριβώς -δύσκολο να πει κανείς από τη συγκυρία του 1880, πιθανόν και του 2011.

  • Ξερακιανό αγόρι

Στην παράσταση του Γιώργου Λάνθιμου, το αρχικό ξάφνιασμα έχει κιόλας κατεδαφιστεί μετά 10′. Εξαρχής και με αυτοπεποίθηση ο σκηνοθέτης δείχνει πως δεν προτίθεται να σεβαστεί τα όρια του Τσέχοφ, ούτε αυτά της δικής μας συνενοχής. Αλλωστε, φαίνεται να υποδηλώνει, με τον Τσέχοφ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Να τον περικόψουμε, να τον διασκευάσουμε (εδώ έχει ήδη συνδράμει γενναία ο Ντέιβιντ Χέαρ), να τον εκσυγχρονίσουμε, να τον λυγίσουμε, να τον σπάσουμε -αντέχει σε όλες τις σκηνοθετημένες ατμόσφαιρες και κοινωνικές προσαρμογές. Στα ναυάγια και στα όνειρα των χαρακτήρων του, ακόμη κι όταν τους έχουμε εξαφανίσει, θα αναγνωρίζουμε πάντα κατάπληκτοι τους εαυτούς μας. Ή μήπως όχι;

Στην άδεια σκηνή, με μια σειρά καρέκλες αριστερά, πολυελαίους/ανεμιστήρες και ψυγεία καντίνας στο βάθος (σκηνικά Αννα Γεωργιάδου), ο «ακαταμάχητος εραστής» παίζει μπάλα με τη γελαστή παρέα του, παραγεμισμένος με 2-3 μπαλόνια – ένα φαιδρό, παραμορφωμένο κορμί. Ο Πλατόνοφ του Αρη Σερβετάλη είναι ένα ξερακιανό, σκυφτό, άχαρο αγόρι με άχρωμη φωνή, παντρεμένο με την ταπεινή και εξίσου άχρωμη Σάσα (Ελενα Τοπαλίδου), παράδοξο αντικείμενο του πόθου παντρεμένων, χήρων και παρθένων της μικρής επαρχιακής ομήγυρης που βράζει στην πλήξη, τη μελαγχολία και το αλκοόλ.

Αυτά εικάζονται με κόπο από τους λαχανιασμένους διαλόγους που αντηχούν σαν νεκρά τσιτάτα εννέα εγγαστρίμυθων ανδρών και γυναικών σε κοστούμια και ψηλά τακούνια (κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου, Βασιλεία Ροζάνα), που όταν δεν κάθονται ακίνητοι παρατηρώντας τους υπόλοιπους (όλοι είναι πάντα παρόντες στη σκηνή, όπου όλα συμβαίνουν δημόσια, χωρίς μυστικά), σκοτώνονται σε άσκοπα στιλιζαρισμένα πηγαινέλα πέρα από τα όρια της λογικής, κουτουλάνε κατακέφαλα σαν μοσχάρια ή ξιφομαχούν με καρέκλες, αν είναι αρσενικοί ανταγωνιστές. Μια αυτιστική ερημιά εκτός χρόνου και γεωγραφίας τείνει να μας καταβάλει. Είναι αυτός τάχα ένας καθρέφτης ημών και της εποχής μας;

  • Ασφαιρη πρόκληση

Ασφαιρη η πρόκληση, καθότι επί 2½ ώρες η παράσταση αγωνίζεται και πετυχαίνει να τσακίσει κάθε συγκίνηση και νόημα, να ξεφορτωθεί οτιδήποτε κάνει τον άνθρωπο ανθρώπινο. Οι χαρακτήρες, από τους πλέον αξιαγάπητους αντιήρωες του παγκόσμιου θεάτρου, είναι εδώ όλοι ίδιοι. Ρέπλικες κουρντισμένες σε εξεζητημένες καντρίλιες και χειρονομίες στο ύφος παλιών Μπομπ Ουίλσον τρικ, σε μηχανικές απόπειρες εναγκαλισμού, σπασμωδικά γέλια και μια εκφορά λόγου που δεν ξεπερνά το στάδιο με τα συννεφάκια των κόμικς. Οι, κατά τα άλλα πολύ καλοί, ηθοποιοί, ενώ μιλούν αδιάλειπτα δεν φαίνεται να βγάζουν ήχο και παρότι διαχειρίζονται πολύ κείμενο, δεν έχουν τη δυνατότητα να υποδυθούν κάτι.

Δίχως ρόλους, μονάχα με ποζάτα χορογραφημένες κινήσεις (κίνηση Αμαλία Μπένετ) που παγώνουν την αφήγηση σε διαδοχικές ταυτόσημες φωτογραφίες, η περίφημη τσεχοφική αμφισημία κωμικό/ελεγειακό, κοινότοπο/δραματικό, απελπισία/γελοιότητα έχει εξαερωθεί σε ένα συμπαγές, απροσπέλαστο θεατρικό κενό, από το οποίο αποδρούν κάποιες στιγμές ο Μάνος Βακούσης, ξεκλέβοντας πινελιές αλήθειας για τον Γκλαγκόλιεφ του, και οι Μαρία Πρωτόπαππα-Κάτια, Αγγελική Παπούλια-Αννα με τη φόρα ειλικρίνειας και αμεσότητας που τις χαρακτηρίζει. Η υπόλοιπη παρέα εκτελεί το σκηνοθετικό όραμα. Ενας κόσμος τόσο τονισμένα ακατοίκητος, ξεκομμένος από κάθε βιωματική θέρμη και διαπροσωπικό άγγιγμα, που όχι μόνο δεν μας συγκινεί, αλλά ελάχιστη σχέση έχει με ένα ζωντανό ανθρώπινο παρόν. Μια ενοχλητικά αλαζονική σκηνοθεσία. Τι μένει; Η εξόρμηση επιτέλους έξω στην αληθινή ζωή! Και οι ευχές στον «Κυνόδοντα».

Υπόλοιποι ρόλοι: Θανάσης Δήμου, Βασίλης Καραμπούλας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αριάν Λαμπέντ. *

«Ο θάνατος του Δαντόν» του Γκέοργκ Μπίχνερ

  • Η Γαλλική Επανάσταση σαν πανηγύρι
  • «Ο θάνατος του Δαντόν» του Γκέοργκ Μπίχνερ – Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών του Ιδρύματος Ωνάση
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 12 Φεβρουαρίου 2011

Ενα παράδοξο έργο. Γραμμένο από έναν ιδιοφυή 23χρονο που πίστευε στην αναγκαιότητα της επανάστασης και ταυτόχρονα αμφέβαλλε για τη σκοπιμότητα και την επιτυχία της. Αυτό που ο Μπίχνερ δεν μπορούσε να προβλέψει το 1835 -την εξέλιξη της Ιστορίας- είναι σήμερα κοινός τόπος.

Τα λάθη του Ροβεσπιέρου έμελλαν να επαναληφθούν κάμποσες φορές πάνω από βουνά πτωμάτων στο όνομα της ισότητας. Οι μοντέρνες κοινωνίες εκμεταλλεύτηκαν την ευκαιρία για ελευθερία και δικαιοσύνη, εξασφαλίζοντας μια ευημερία που κατέληξε ξανά στην ανισότητα. 220 χρόνια μετά τη Γαλλική Επανάσταση η αστική δημοκρατία ορκίζεται στην τάξη και τρέμει την επανάσταση από την οποία προήλθε.

Στα διλήμματα του Μπίχνερ, πόσο ανθρώπινη μπορεί να είναι η βία και πόσο εφικτή μια επανάσταση χωρίς αίμα, έχει απαντήσει και με το παραπάνω ο 20ός αιώνας. Ομως καθώς αυξάνουν η φτώχεια, η διαφθορά και η οργή, μια νέου τύπου βία κερδίζει έδαφος, επικυρώνοντας οδυνηρά τους συλλογισμούς ενός νεότατου ποιητή για την καταστροφική φύση του ανθρώπου. Δαντόν: «Τι είναι αυτό μέσα μας που ασελγεί, ψεύδεται, κλέβει και σκοτώνει; Ο κόσμος είναι ένα χάος».

Στο έργο του Μπίχνερ η επανάσταση έχει ήδη αρχίσει να τρώει τις σάρκες της. Ο Ροβεσπιέρος θα στείλει τον πρώην σύντροφό του Δαντόν και την παρέα του ως προδότες στη λαιμητόμο, την επανάσταση θα διαδεχθεί η δικτατορία. Κι όμως αμφότεροι υπήρξαν κάποτε παθιασμένοι επαναστάτες που θέλησαν ν’ αλλάξουν τον κόσμο. Στη διαδρομή ο ένας ξεπέζεψε από το άρμα του τρόμου, άδειος και εξαντλημένος από αηδία και θλίψη «μπροστά στον αποτρόπαιο φαταλισμό της Ιστορίας». Ανίσχυρος απέναντι στις αντιφάσεις μιας λογικής που θέτει τον σκοπό πάνω από τα μέσα, ο Δαντόν προτιμά να ξεχάσει στην κρεπάλη, χωμένος στα σκέλια της πόρνης Μάριον ή, ακόμη καλύτερα, αφήνοντας να τον ξεπαστρέψουν χωρίς αντίσταση («η γκιλοτίνα είναι ο καλύτερος γιατρός»), ενόσω ο αδιάφθορος Ροβεσπιέρος συνεχίζει αμείλικτα τις εκτελέσεις, καθώς «το σπαθί της δικαιοσύνης δεν πρέπει να σκουριάσει».

  • Ο Δαντόν στον καναπέ

Πώς διαχειρίζεται μια σκηνοθεσία σήμερα αυτό το σοφό, διορατικό και αγέραστα επίκαιρο έργο; Κατά τον Στάθη Λιβαθινό, κρατώντας ίσες αποστάσεις από τις θέσεις που εκπροσωπούν ιστορικά, πολιτικά και μανιχαϊστικά το «δόγμα Ροβεσπιέρου» («τι είναι λίγα κεφάλια μπροστά στο καλό της ανθρωπότητας;») και η «αναθεώρηση Δαντόν» («έως πότε η επανάσταση θα κατασπαράζει τα παιδιά της;»).

Η παράσταση αντιμετωπίζει το ρεπουμπλικανικό φαινόμενο χωρίς αυταπάτες και συναισθηματισμούς. Υποβαθμίζοντας το τραγικό στοιχείο μέχρι εξάλειψης, προσεγγίζει το μεγάλο ζήτημα Επανάσταση vs Μεταρρύθμιση σαν ένα πανηγύρι, με τραγούδια, συμπεριφορές και ενίοτε λόγο επιθεωρησιακής ιλαρότητας που δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Εκτός, παραδόξως, από τον «μεσσία του αίματος» Ροβεσπιέρο, τον οποίο ο Βασίλης Ανδρέου υποδύεται σχεδόν ακίνητος, χωρίς κλισέ, αγέλαστα, μαχητικά, με στεντόρεια φωνή. Το μοναδικό πρόσωπο αυτής της βραδιάς με αληθινό δραματικό εκτόπισμα. Αντιθέτως, ο Δαντόν του νεαρού Ηλία Μελέτη, από χαρισματική, τραγικά διφορούμενη προσωπικότητα με ιστορικό και θεατρικό κύρος, ξεπέφτει σε χαζοχαρούμενο Καραγκιόζη με αφρολούκ, αθλητική φόρμα και Adidas, που όταν δεν ρητορεύει σωριάζεται κατάκοπος στον καναπέ, χουχουλιάζει, χασμουριέται, μέχρι το επόμενο μισόκαρδο τίναγμα από την πλήξη.

  • Χωρίς καλούς και κακούς

Σε ένα χαοτικό κοινόβιο αναρχικών (σκηνικά-κοστούμια Ελένη Μανωλοπούλου), γύρω από έναν πολυχρησιμοποιημένο καναπέ, που αργότερα γίνεται φυλακή, κάρο, ικρίωμα, ανάμεσα σε στοίβες από παλιές εφημερίδες, αρχεία, φυλλάδια (όλα σκονισμένο παρελθόν), δώδεκα νέοι ηθοποιοί με αντιεξουσιαστικό look και αποκριάτικα αξεσουάρ -χάρτινες περούκες, κολάρα, φρυγικούς σκούφους, τρικολόρ σημαίες/εσάρπες- παρασταίνουν όλο το κοινωνικό φάσμα -δικαστές, δήμιους, λαό, βουλευτές, αρχηγούς-, ενώ η Μαρία Ναυπλιώτου αναλαμβάνει και τους τέσσερις γυναικείους ρόλους.

Ολα μοιάζουν με παιδικό παιχνίδι, χωρίς «καλούς» και «κακούς», εκτός από τον Σεν Ζιστ (Ευθύμης Παππάς) που θυμίζει ιδεοληπτική καρικατούρα, και τον πάντα «άξεστο» λαό, στο όνομα του οποίου γίνονται όλα, που εφορμά κάθε τόσο μέσα από καπνούς και πυροβολισμούς, με ηχογραφημένες ζητωκραυγές, μιμούμενος τον μαινόμενο όχλο. Κανείς δεν αποτελεί λύση. Οι Ιακωβίνοι κοπανιούνται με τεχνητή «επαναστατική» ζωντάνια, ενώ οι πιο πνευματώδεις Γιρονδίνοι σέρνονται βαριεστημένοι, φιλοσοφώντας για ατομικά δικαιώματα.

Θέσεις, διαξιφισμοί και συλλογισμοί του Μπίχνερ, που αποτυπώνονται στους εμβληματικούς μονολόγους των δύο αρχηγών και στις μεγάλες σκηνές της Εθνοσυνέλευσης και του Λαϊκού Δικαστηρίου, όπου επισφραγίζεται η αυτοκαταστροφική κορύφωση της τρομοκρατίας, εξανεμίζονται σε μια άμορφη πολυκινητικότητα, οχλοβοή και ερμηνείες με στόμφο και χωρίς πειθώ, όπου άπαντες φωνάζουν, βρίζουν, κλοτσούν, σκίζουν τον αέρα χειρονομώντας, βραχνιάζουν, διαφωνούν όλοι μαζί ή γελούν χωρίς λόγο, μετατρέποντας φράσεις-κλειδιά σε κοινότοπα αποφθέγματα, άκαιρα συνθήματα και πομπώδεις ηθικολογίες.

Στο τέλος, ο Δαντόν και η παρέα του στριμώχνονται στο πενταθέσιο ικρίωμα συζητώντας και χαριτολογώντας, ενώ γύρω τους οι δήμιοι ουρλιάζουν εκστατικοί. Ομως, αντί να πέσουν κεφάλια, εξουσιαστές και αντιφρονούντες σμίγουν ως διά μαγείας σε μια ομαδική φωτογραφία συμφιλίωσης. Νο problem. Αλλωστε όλα είναι θέατρο. Ωστόσο, εξαλείφοντας τις αντιθέσεις του έργου σε έναν μεταμοντέρνο σχετικισμό, η παράσταση δεν συσκοτίζει μόνο μια μεγάλη διάσταση της ευρωπαϊκής Ιστορίας, αφαιρεί και από την ίδια τα συστατικά ενός συγκινητικού θεατρικού γεγονότος. *

«Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς Εθνικό Θέατρο

  • Βλέποντας τον χρόνο να περνά…

  • «Γλυκό πουλί της νιότης» του Τένεσι Ουίλιαμς Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 15 Ιανουαρίου 2011

Σε ένα επαρχιακό ξενοδοχείο του αμερικάνικου Νότου ξεπεζεύουν από τις άσκοπες περιπλανήσεις τους η παρηκμασμένη ντίβα του σινεμά Αλεξάντρα Ντελάγκρο -ινκόγκνιτο, αλλά με το ηχηρό ψευδώνυμο Πριγκίπισσα Κοσμόπολις- και ο νεαρός σύνοδός της, ένας αποτυχημένος ηθοποιός, αλλά με τυχερό όνομα – Τσανς.

Εκείνη βρίσκει καταφύγιο από τον τρόμο της φθοράς στα ναρκωτικά, το σεξ και το αλκοόλ. Εκείνος, ένας ήδη ψυχικά σπαταλημένος 30άρης («με βάση το βαθμό της εσωτερικής μου σαπίλας είμαι υπέργηρος»), κυκλωμένος από τις προσωπικές του αυταπάτες, ελπίζει σε κάποιο συμβόλαιο με το Χόλιγουντ με τη μεσολάβηση της διάσημης ερωμένης του, όσο αντέχουν ακόμη η ομορφιά και το πέος του, τα μοναδικά χαρτιά του.

Στην ίδια πόλη, χρόνια πριν, ο Τσανς είχε αγαπηθεί με τη 15χρονη τότε κόρη του τοπικού άρχοντα, εγκαταλείποντάς τη με σύφιλη πριν πάρει τους δρόμους για τη δόξα. Η ανήλικη Χέβενλι («Ουράνια» – Λένα Παπαληγούρα) υποβάλλεται σε υστερεκτομή από τον τραμπούκο πατέρα της -ψευδώνυμο «Μπος»- που αρέσκεται σε «εξαγνιστικούς» ευνουχισμούς με θύματα, εκτός από την κόρη του, έναν άμοιρο νέγρο («αυτή η Πολιτεία δεν αστειεύεται με την προστασία των λευκών γυναικών») και ένα επόμενο ήδη στα σκαριά: τον Τσανς, που καταφθάνει στη γενέτειρά του ως κατακτητής επιφανών γυναικών, για να παραδοθεί -όλως παραδόξως- χωρίς αντίσταση στους μπράβους του Μπος, μέρα Κυριακή του Πάσχα, με τους συμπαρομαρτούντες συμβολισμούς του μαρτυρίου και της εξιλέωσης.

  • Γυμνός ο βασιλιάς

Μπροστά στον σκοτεινό ζόφο του τρομακτικού «ενάρετου» επαρχιακού Αμερικάνου, οι νευρώσεις της Ντελάγκρο και του ζιγκολό της φαντάζουν σχεδόν κανονικές. Ο Μάνος Βακούσης στον μικρό ρόλο με το μεγάλο εκτόπισμα του «Μπος» αντιστέκεται στον πειρασμό της καρικατούρας, όμως δυσκολεύεται να πιστέψει στην απεχθή κοσμοθεωρία του «bad guy», κατά συνέπεια κι εμείς. «Ζητώ να ταυτιστείτε μαζί μου», είναι τα τελευταία λόγια του Τσανς, «με τον εχθρό χρόνο που φέρουμε όλοι μέσα μας». Πολλά ζητά ο φουκαριάρης μετά το σοκ που προκαλεί ο φρικαλέος ακρωτηριασμός του κι ας περικλείουν οι μελό ατάκες του την ταύτιση και τη συμπόνια του ίδιου του συγγραφέα με τους ξοφλημένους της ζωής. Στις καλύτερες στιγμές του, ο Ουίλιαμς αποδίδει στην Αμερική τα χειρότερά της. Ομως το πακέτο αυτού του μελοδράματος παραείναι φορτωμένο -βία, πολιτική διαφθορά, αλκοόλ, ναρκωτικά, αγοραίο σεξ, ρατσισμός, αφροδίσια, ευνουχισμός, στείρωση- και οι χαρακτήρες τόσο υπερμεγέθεις, όπως τα ονόματα και τα ψευδώνυμά τους, που μοιάζουν σχεδόν μη πραγματικοί.

Τι κάνει μια σκηνοθεσία που σέβεται τις μεταμοντέρνες ανησυχίες της; Παρουσιάζει τον βασιλιά γυμνό, δηλαδή έναν Τένεσι Ουίλιαμς χωρίς το μυθοπλαστικό συναισθηματικό βάρος του και την τρυφηλή ατμόσφαιρα του Μισισίπη που το έθρεψε. Ως αντιπρόταση, επικεντρώνεται τόσο στην αισθητική μιας καινοτόμου επανανάγνωσης, που μια πολυπληθής ομάδα εξαιρετικών ηθοποιών καταλήγει να περιφέρεται «υποφωτισμένη» στο άδειο σκηνικό της Εύας Μανιδάκη, με το διπλό κρεβάτι στο κέντρο ως αγωνιστικό ρινγκ. Εξαίρεση η κακομεταχειρισμένη ερωμένη του «Μπος» της Θεοδώρας Τζήμου, που κλέβει την παράσταση με την εκπληκτική τζαζ περφόρμανς και τις λαμέ εξτραβαγκάντσες της.

Η παράσταση φλερτάρει με ασκήσεις ύφους, εξωκειμενικά gestus, γριφώδη σημαινόμενα της παρακμής [ένας -αληθινός- νέγρος (Μιχάλης Αφολαγιάν) σε ροζ κοστούμι και μαύρα κέρατα σερβίρει χορεύοντας κοκτέιλς, μια μπάντα παιανίζει γερμανική πόλκα σε πολιτική φιέστα της βαθιάς αμερικανικής ενδοχώρας] και με ηλικιακές ανατροπές που ακυρώνουν τον πυρήνα του δράματος: τον κοινό παρονομαστή Χρόνο δύο ασύμβατων απόμαχων της ζωής.

Τι σχέση έχει η εύθραυστη, κοριτσίστικη Ντελάγκρο με το άβαφο πρόσωπο και τα ατημέλητα μαλλιά της Μαρίας Σκουλά με τη θηριώδη προσωπικότητα ενός χολιγουντιανού δεινόσαυρου που επιβιώνει χάρη στην τερατώδη ενέργεια του εγωκεντρισμού της. Οπτικά σχεδόν συνομήλικη με τον ζιγκολό της, αφαιρεί τραγικότητα από τον ουσιαστικό ήρωα του έργου: το ξεπουπουλιασμένο αξιολύπητο Τίποτα των 29 χρόνων, που χωρίς παρελθόν και χωρίς μέλλον αποδέχεται τη μοίρα του με την παθητικότητα του γεννημένου θύματος. Ο όμορφος, ατσαλάκωτος Τσανς του Ανδρέα Κωνσταντίνου θα θύμιζε άγραφη σελίδα αν δεν υπήρχαν οι νύξεις γλίτσας στο αυτάρεσκο χαμόγελο του πληρωμένου επιβήτορα.

Η Εφη Θεοδώρου έχει ιδέες, όμως της διαφεύγει η ουσία. Οι αντισυμβατικοί στόχοι της διακινούνται από το μεράκι μιας φρέσκιας διεισδυτικής διάθεσης, ωστόσο συχνά τείνουν να απολήγουν σε έναν φορμαλισμό εγκεφαλικό, άθερμο, επιτηδευμένο, ενταγμένο στην ομοιομορφία ενός trend που ψαρεύει ρίγος στα ρηχά. Πώς να αισθανθεί ο θεατής το άλγος του χρόνου, τον λυρισμό, τη σπαρακτική μοναξιά των χαρακτήρων του Ουίλιαμς χωρίς αληθινή συναισθηματική ενέργεια, χωρίς κάποια σημάδια αυθεντικής πραγματικότητας.

Υπόλοιποι ρόλοι: Κώστας Βασαρδάνης, Προμηθέας Αλειφερόπουλος, Υβόννη Μαλτέζου, Γιώργος Τζαβάρας, Θέμης Πάνου, Γιάννης Τσεμπερλίδης, Γιωργής Τσουρής. Μουσική Νίκου Πλάτανου, κοστούμια Ιωάννας Τσάμη, μετάφραση Εφης Γιαννοπούλου. *

«Ο Χρυσός Δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ – Εθνικό Θέατρο

  • Το δόντι του Κινέζου

  • «Ο Χρυσός Δράκος» του Ρόλαντ Σιμελπφένιχ – Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 6 Νοεμβρίου 2010

Γύρω από ένα γυαλιστερό δάπεδο-ρινγκ κρέμονται σε γάντζους διάφορα γουόκ, υδρόγειοι, κόκκινα φανάρια, «μάτια» κουζίνας, αξεσουάρ ρόλων (σκηνικά-κοστούμια: Αλεξάνδρα Μπουσουλέγκα, Ράνια Υφαντίδου).

Οι πέντε πρωταγωνιστές του «Χρυσού Δράκου» εν ώρα εργασίας

Οι πέντε πρωταγωνιστές του «Χρυσού Δράκου» εν ώρα εργασίας

Πέντε ξυπόλυτοι άνδρες και γυναίκες με ποδιές κουζίνας και σκούφους μάγειρα βρίσκονται εν αναμονή. Κουδούνι. Ξάφνου όλοι μιλούν ακατάπαυστα προς το κοινό, περιγράφοντας καταστάσεις, εξωτικά φαγητά, φαντασιακά ντεκόρ, τι συμβαίνει και τι πρόκειται να συμβεί, ανακοινώνοντας ακόμα και τις παύσεις ανάμεσα στις 48 σύντομες σκηνές και τις εφτά ιστορίες που «τρέχουν» σαν αμοντάριστα πλάνα, μαζί με τις εναλλαγές 17 παράδοξων «χαρακτήρων» -ανάμεσά τους ένα τζιτζίκι και ένας μέρμηγκας- μοιρασμένων σε πέντε ηθοποιούς. Σκέτο στρες, αλλά η ομάδα του Εθνικού φαίνεται να το απολαμβάνει.

Ο πολυγραφότατος 43χρονος Γερμανός συγγραφέας (27 έργα) καταπιάνεται με το θέμα της παράνομης μετανάστευσης Ασιατών στην εύπορη Δύση, προσπερνώντας ρεαλισμό και τεχνικές ντοκιμαντέρ για μια έμμεση γλώσσα ποιητικής συμπύκνωσης, την οποία ο ίδιος αποκαλεί ευφημιστικά «απλά μέσα ανακοίνωσης και επίδειξης με στόχο την εγγύτητα και την ταύτιση». Ευσεβής πόθος για ένα έργο (μετάφραση Ρούσα Δάλλα) που κινείται στα όρια της ασυναρτησίας και σε κλίμα γκροτέσκας διέγερσης, καθώς ένα ματωμένο δόντι υπερίπταται αμήχανα όλη τη βραδιά πάνω από κατσαρόλες και μαγειρικές συνταγές. Ωστόσο, ένα δόντι Κινέζου που χάνεται συμβολικά «σαν να μην υπήρξε ποτέ»…

Δεν γνωρίζω πόσο συνέβαλαν οι σκηνοθετικές διαμεσολαβήσεις στον τόπο του, ώστε το έργο του Σιμελπφένιχ να αναδειχθεί το καλύτερο έργο της γερμανόφωνης χρονιάς 2010. Στην Αθήνα, η αφαιρετική σκηνοθεσία της ταλαντούχας Κατερίνας Ευαγγελάτου μάλλον συσκοτίζει παρά ξεκλειδώνει τα γριφώδη μηνύματα, που δεν στερούνται κωμικότητας, όμως σίγουρα βάθους, για ένα θέμα δραματικής επικαιρότητας: φυγάδες από μακρινές ηπείρους και πολιτισμούς, χωρίς χαρτιά, ιατρική περίθαλψη, με το μόνιμο φόβο του εντοπισμού.

Σε ένα κινέζικο φαστφουντάδικο οπουδήποτε στην Ευρώπη, άνδρες παριστάνουν γυναίκες, ηλικιωμένοι νέους, καθένας ταχυδακτυλουργώντας ανάμεσα σε 3-4 ρόλους, επιδεικτικά αταίριαστους με τον φορέα τους. Ετσι, σε μια συνεχή μετατόπιση προοπτικής, η Φιλαρέτη Κομνηνού υποδύεται με φιόγκους και καλτσάκια την εγγονή του παππού, τον οποίο υποδύεται η Εύη Σαουλίδου, όπως το «πτώμα Κινέζου» και τον Επιβήτορα της Μπάρμπι -η ίδια είναι το μόνο γνήσια ανάλαφρο και λοξό match στο κινέζικο θρίλερ του Σιμελπφένιχ-, ο γενειοφόρος νταγλαράς Δημήτρης Παπανικολάου υποδύεται την Μπάρμπι, ο Νίκος Χατζόπουλος μια ξανθιά αεροσυνοδό, ο Νικόλας Αγγελής ένα τζιτζίκι κ.ο.κ.

Μάταια αναζητούμε κάποιον μίτο αληθινής σύνδεσης με τον πραγματικό κόσμο στην περίπλοκη αφηγηματική τεχνική του Σιμελπφένιχ και στις άνοστες ιστορίες του. Μια νεαρή γυναίκα είναι έγκυος από λάθος, ένα χαλασμένο δόντι προσγειώνεται στο φαγητό, ένας γάμος διαλύεται, ένα μυρμήγκι εξωθεί έναν τζίτζικα στην πορνεία.

Η εκμετάλλευση παράνομων μεταναστών, η παγκοσμιοποίηση, η διάλυση της ανθρώπινης ταυτότητας στο πλανητικά διαδικτυωμένο χάος, δεν αναπαρασταίνονται μέσα από ανθρώπους-σκίτσα και γελοιογραφίες δυτικής προβολής. Ισως από τους Αισώπειους μύθους, αν και η οικονομικά ραγδαία ανερχόμενη Κίνα με τους προκομένους Κινέζους μέρμηγκές της μάλλον αντιστρέφει τους όρους του παιχνιδιού με τις σε βαθιά ύφεση πλέον τζιτζικοαποικίες της Δύσης.

Συνταγές κινέζικων μενού σφυρίζουν στον αέρα, καθώς ανάβουν τα μιμητικά μαγειρέματα – «μυρωδάτα» νουντλς, τσόου μέιν, πάπιες Πεκίνου. Αυτά και η γελαστή ενέργεια πέντε ευφυών ηθοποιών χωρίς ακκισμούς, που παίζουν όσο μπορούν με τα κλισέ ρόλων και την ιδιότυπη αλληγορική φαντασία του συγγραφέα, είναι τελικά τα μόνα αξιόπιστα στοιχεία σε ένα ψυχρό, κατασκευασμένο τοπίο εν συγχύσει. *