«SPECTACLE» της ομάδας VASISTAS – Φεστιβάλ Αθηνών – «Η ταράτσα του αυτόχειρα» της ομάδας Χάπι Εντ – Φεστιβάλ Αθηνών

  • Μικρός απολογισμός και δύο site-specific γνωριμίες
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 30 Ιουλίου 2011

Η δημιουργική αναζήτηση δεν πτοείται από κρίσεις. Πνεύμα, γούστο, χιούμορ, ιδέες, δύνανται να αποπνέουν φρέσκο αέρα ανεξάρτητα από οικονομικούς αλγόριθμους. Ενας ευσεβής πόθος που θα πρέπει να μας συντηρήσει από δω και μπρος, ανάμικτος με σκέψεις πίστης και ανησυχίας για έναν ιδιαίτερα προσφιλή και οξυγονούχο θεσμό, ο οποίος φέτος έμοιαζε να αντλεί περισσότερο από τη δόξα των προηγούμενων ετών.

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η έμψυχη εικαστική εγκατάσταση των πολυεθνικών Vasistas (σκηνοθεσία Αργυρώς Χιώτη), μία από τις ανάσες του φετινού φεστιβάλ

Η οικονομική συρρίκνωση του Φεστιβάλ Αθηνών δεν ήταν εμφανής μονάχα στη μείωση των μετακλήσεων διάσημων παραγωγών. Μικρό το κακό, καθώς αρκετές αποτελούσαν ανακυκλώσεις μιας κορεσμένης ομφαλοσκοπικής μετανεωτερικότητας, φαινόμενο διεθνές τα τελευταία χρόνια. Υπάρχουν όμως και οι ζυμώσεις ενός θεάτρου λιγότερο επώνυμου και μεγαλόσχημου, ζωντανού, απρόβλεπτου, με ουσιώδη αισθητικά ρίσκα, για το οποίο κόπτεται κάθε φεστιβάλ με φιλοδοξίες που με περισσότερη έρευνα και φαντασία θα μπορούσε να έχει θέση στην Πειραιώς αυτό το καλοκαίρι. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Πειραματισμοί σε ταράτσες και προαύλια

  • «Μια εκδρομή» – Ομάδα MKULTRA 9ο Γυμνάσιο Θησείου – Πρώτος στοχασμός: περί όσων μπορούν να τεθούν εν αμφιβόλω – Ομάδα NOVA MELANCHOLIA στο Γαλλικό Ινστιτούτο

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 23 Ιουλίου 2011

Στο υπερυψωμένο σχολικό προαύλιο με θέα το Αιγάλεω Ορος, μια οθόνη σε χρώματα ’70s μοστράρει τουριστική Ελλάδα με «bouzouki», «sirtaki» και πολύ Παρθενώνα.

Στο μικρόφωνο ένας νεαρός απειλεί χαμογελαστά «Δεν έχει μυθοποίηση σήμερα, αλλά πραγματικότητα!» Φράσεις όπως «η Αθήνα άλλαξε, εμείς πόσο συμμετέχουμε στην καταστροφή της», «τι άνθρωποι την κατοικούν», «από πού ήρθαν» προμηνύουν πικρές αναδρομές στο παρελθόν και άβολες φιλοσοφικοϋπαρξιακές εμβαθύνσεις στο παρόν.

Και ιδού η έκπληξη για τα κουρασμένα κύτταρά μας. Η νυχτερινή περιήγηση σε τάξεις και ατμοσφαιρικά φωτισμένες απαστράπτουσες αυλές εξελίσσεται σε ένα είδος διαλογισμού απρόσμενα ζωογόνου, πάνω στην πόλη και τον εαυτό μας. Στην ευχάριστα ανοίκεια 70λεπτη θεατρική συνεύρεση, ηθοποιοί, κοινό και χώρος συμπλέκονται σε μια μοναδική σχέση χωροταξικής αλληλουχίας και συλλογικής μνήμης, αναδεικνύοντας μια Αθήνα με δυνατότητες εξελισσόμενου ζωντανού οργανισμού. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

ΜΕΛΠΩ ΑΞΙΩΤΗ- Η μεταμόρφωση της Χρυσαλλίδας – ΑΥΤΟΒΙΟΓΡΑΦΙΑ (Τόμας Μπέρνχαρντ) από την Ομάδα MAG – Φεστιβάλ Αθηνών

 

  • Η ζωή είναι ένα ψέμα

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 16 Ιουλίου 2011

Ο μονόλογος στην Πειραιώς ήταν πράγματι μια ευκαιρία να (επαν)ανακαλύψουμε αυτή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων, που ξεκίνησε τη ζωή της ως μυκονιάτικο αρχοντοκόριτσο, βίωσε την οικογενειακή έλλειψη, κατοχή, εξορία, περιπλανήθηκε σε διάφορα «κατώτερα» επαγγέλματα, πέρασε από τον «ορθόδοξο» κομμουνισμό με μακριές απουσίες στο ανατολικό μπλοκ και 60χρονη πλέον έκλεισε πρόωρα τη ζωή της σε απόλυτη ένδεια, «ολόγυμνη σαν το σκουλήκι» – πλην στα πάτρια εδάφη.

Εξαιρετικά ενσάρκωσε η Σοφία Σεϊρλή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων

Εξαιρετικά ενσάρκωσε η Σοφία Σεϊρλή τη μοναχική, παραγνωρισμένη φυσιογνωμία των ελληνικών γραμμάτων

Εμβληματικά αποσπάσματα έργων που «αχνίζουν» αυτοβιογραφική αμεσότητα, είχαν την τύχη μιας αισθαντικής, λιτής θεατρικής αναβίωσης, σε σκηνοθεσία Νίκου Χατζόπουλου. Η Σοφία Σεϊρλή ανήκει στο είδος ηθοποιών ικανών να προσδώσουν χρώμα και ενδιαφέρον και σε έναν τηλεφωνικό κατάλογο. Πόσο μάλλον όταν καλείται να συνδιαλαγεί με μια ιδιόρρυθμη γυναικεία προσωπικότητα και μια γλώσσα μουσική, χυμώδη, άναρχη, με έντονα ιδιοσυγκρασιακή προφορικότητα, σαν ανεπαίσθητα παραλοϊσμένη.

Ανάμεσα στα καλυμμένα έπιπλα ενός έρημου σπιτιού (Μαγιού Τρικεριώτη), με φόντο ατμοσφαιρικά βίντεο παρθένου Αιγαίου και παλιάς μαυρόασπρης Ελλάδας (Χρήστος Δήμας), η ηθοποιός αναψηλαφεί το σουρεαλιστικά -ρεαλιστικό ταξίδι της Αξιώτη στο χρόνο και τις πληγές του, το οποίο καθιστούν ακόμη συγκινητικότερο η αθωότητα και το χιούμορ αυτής της υπέροχα στωικής μεγαλοκοπέλας. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

(Α)POLLONIA του Κρίστοφ Βαρλικόφσκι- Φεστιβάλ Αθηνών

  • Ο παραλογισμός της λογικής

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 9 Ιουλίου 2011

Η παράσταση θέτει πολύ σοβαρά, λογικά ερωτήματα, ταιριαστά σε εποχές οικονομικών και φιλοσοφικών αναθεωρήσεων, που, εκτός από κοινωνικά κεκτημένα, θέτουν υπό αμφισβήτηση ιστορικότητα, μύθους και βαθιά ριζωμένες ηθικές έννοιες, όπως δικαιοσύνη, αυταπάρνηση, πατριωτισμός.

Κλυταιμνήστρα και Αγαμέμνων σε ταγέρ και κοστούμια '50s μονολογούν  ή ηθικολογούν μέχρι ναυτίας

Κλυταιμνήστρα και Αγαμέμνων σε ταγέρ και κοστούμια ’50s μονολογούν ή ηθικολογούν μέχρι ναυτίας

Εχει νόημα η αυτοθυσία; Υπάρχουν ηρωικοί θάνατοι; Χρειάζονται; Τι σημαίνουν οι χιλιάδες ανδριάντες μαρτύρων ανά τον κόσμο, που επιμένουν να διατηρούν ζωντανή μια αμφιλεγόμενη ιδεολογία εθνικού ηρωισμού;

Τα δαιδαλώδες, πολύωρο ταξίδι του διάσημου Πολωνού μέσω του τεράστιου σφαγείου της ιστορίας της ανθρωπότητας δεν αφήνει τίποτε όρθιο. Από Αισχύλο και Ευριπίδη μέχρι τους μεταπολεμικούς Χάνα Κραλ, Τζόναθαν Λίτελ και Τζ. Μ. Κούτσι, το κολάζ κειμένων και τραγουδιών, με επίκεντρο τρεις εμβληματικές γυναίκες-θύματα, «συζητεί» ένα μόνο ερώτημα: Αξιζε τον κόπο; Στη θανάσιμη παρέλαση αρχαίων, σύγχρονων και φανταστικών χαρακτήρων, παίρνουν μέρος όχι μόνο άνθρωποι, αλλά θεοί και ήρωες, θύματα και δήμιοι, ηθοποιοί και κοινό.

Η ακουσίως θυσιασθείσα Ιφιγένεια για το καλό του πολέμου, η εθελούσια κάθοδος στον Αδη της Αλκηστης στο όνομα της αγάπης και η συνειδητή αυτοθυσία της Πολωνής Απολλώνιας, για την υπόκρυψη 26 Εβραιόπουλων από τα SS, επαναξιολογούνται ως πράξεις αμφίβολης λογικής και ηθικότητας, ενδεχομένως απόρροιες ματαιοδοξίας, ανοησίας ή κατάθλιψης. Η ανατροπή ανθρωπιστικών αρχών και συλλογικών αντιλήψεων σε φρενήρη πορεία.

Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

Η φαντασία της ελευθερίας

  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Δευτέρα 16 Μαΐου 2011

Το εξάωρο δρώμενο δεν προκαλεί κανένα συναίσθημα. Ισως αυτό της πλήξης μετά τη ρέμβη του πρώτου ξαφνιάσματος. Ομως και η πλήξη εδώ έχει άλλη υφή. Είναι μια πλήξη αμνησίκακη, γαλήνια, σαν να βλέπουμε για πολλή ώρα τη βροχή ή τον παφλασμό της θάλασσας, δηλαδή ένα φαινόμενο φυσικό, αναπότρεπτο, με μυστηριώδες νόημα.

 Μήτε καν θλίψη δεν αισθανόμαστε με αυτούς τους σκλάβους της ρουτίνας, της αέναης επιστροφής σε ένα καθεστώς ζωής που επαναλαμβάνεται ήρεμα, σε αμέτρητες παραλλαγές, μέχρι να σβήσουμε.

Ανάμεσα στην πόρτα εισόδου, την κουζίνα, το μπάνιο και το λευκό διπλό κρεβάτι, νέοι άνθρωποι με τζιν, μπουφάν, σακίδια, αλογοουρές, μπαίνουν, περιφέρονται σιωπηλοί μέσα στον άδειο χώρο-κοινόβιο, χάνονται. Η απτόητη σπιτική καθημερινότητα με φόντο ένα υπέροχο άνοιγμα στον έξω κόσμο. Αστικά τοπία που αλλάζουν συνεχώς, σαν να σαλπάρουν σε αέρα και γη. Η Αθήνα από το μπαλκόνι με τους θορύβους της σαν μακρινός ηχητικός βόμβος. Απέναντι πολυκατοικίες, ο ουρανός το ξημέρωμα και το δειλινό, η Ακρόπολις, κεντρικοί δρόμοι τη νύχτα, μπουγάδες σε ταράτσες, λιμάνια στη συννεφιά, η θάλασσα σε διάφορες αποχρώσεις, κάπου κάπου βεγγαλικά, ή πουλιά που διασχίζουν τον ορίζοντα. Ανάγνωση του υπολοίπου άρθρου

«Η σκλαβιά έχει πολλά πρόσωπα»

  • «Η Αποστολή» του Χάινερ Μίλερ στη Στέγη Γραμμάτων και Τεχνών
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Μαρτίου 2011
Η μεγάλη εποχή της «Αποστολής» ήταν η δεκαετία του ’80 στην Ανατολική Γερμανία και με τον Τρίτο Κόσμο ακόμη σε τροχιά ελπίδας. Για τους Δυτικούς, η «ανάμνηση μιας επανάστασης» (υπότιτλος) θύμιζε μακρινό παραμύθι, στο οποίο η θεωρία του συγγραφέα Τρεις Τάξεις/Τρεις Κόσμοι περιήχε πλέον ελάχιστη ενέργεια.

Κώστας Κουτσολέλος και Αντριάνα Αλεξίου: ο «Γαιοκτήμονας» και ο «Αγγελος της Απελπισίας»

Το κείμενο του 1979 είναι κάτι σαν ρέκβιεμ μιας επανάστασης που δεν έγινε (Τρίτος Κόσμος) ή μιας επανάστασης που έγινε και απέτυχε (Οκτωβριανή), μια έμμεση αναμέτρηση με το σταλινισμό, αλλά και με το μοτίβο της προδοσίας που απασχολούσε τον προνομιούχο ποιητή των δύο Γερμανιών (αυτοβιογραφία) και ίσως υπενθύμιση για τις γενιές της μετα-παγκοσμιοποίησης. Ποια είναι όμως η έννοια της επανάστασης σήμερα, μετά την παταγώδη συντριβή των παλιών ιδανικών;

Το ζήτημα της ματαιωμένης εξέγερσης στην μακρινή, συμβολική Τζαμάικα του Μίλερ βυθίζεται και επαναναδύεται μέσα σε ένα χείμαρρο σουρεαλιστικής μεγαλόστομης λεξιλαγνείας, μια οντότητα per se, σχεδόν ισόποση των πολιτικών στοχασμών. Λόγος πληθωρικός, φορτισμένος με παραληρηματικά «αιμοβόρες» εικόνες («θέλω να φάω το φύλο σου και να γεννήσω έναν τίγρη που θα καταβροχθίσει το χρόνο…»), βαρύς από σιβυλλικές μεταφορές και ξεπερασμένα τσιτάτα.

  • Μονόλογοι

Ωστόσο, αυτό το λεκτικά δύστροπο περιβάλλον, ιδεολογικά διφορούμενο κι επιπλέον δραματουργικά κατακερματισμένο σε αυτόνομες, συχνά αντιδραματικές σκηνές λόγω των μακροσκελών μονολόγων, περιέχει ακόμη ζωτικούς χυμούς. Μεγάλη ανάσα είναι η ειρωνεία του, ενώ εγρήγορση προκαλούν οι καυστικοί συλλογισμοί του Μίλερ για το ρουν της Ιστορίας, κυμαινόμενοι ανάμεσα σε ιστορικό σκεπτικισμό («η σκλαβιά είναι νόμος της φύσης, παλιά όσο η ανθρωπότητα») και ασίγαστη αντίσταση («όσο υπάρχουν αφέντες και σκλάβοι, η αποστολή μας δεν έχει τελειώσει»).

Καθώς πάνω από τα ερείπια των μεγάλων ιδεών της ανθρωπότητας ο άνθρωπος διαπιστώνει την αδυναμία του μπροστά σε έναν αποκτηνωμένο εχθρό, τον καπιταλισμό, και στις νέες καταστροφικές προκλήσεις (οικονομικές, οικολογικές, πολιτικές), οι μιλερικές οβίδες μάς θυμίζουν ότι το όραμα ενός θετικού μέλλοντος δεν έχει τελειώσει.

Στην Ομάδα «Προτζέκτορ» ο Μίλερ βρήκε έναν σχεδόν ιδανικό συνομιλητή, που κατανόησε τους σαρδόνιους γρίφους του και εμείς μαζί τους, μεταφράζοντάς τους σε γλαφυρό, αν και κάπως υπερτροφικό θέατρο. Παιγνιώδεις, ευφυείς, ευέλικτοι, οι εφτά ηθοποιοί γλεντούν τις αχανείς δυνατότητες ενός θεάτρου-εν-θεάτρω και τη σκωπτικότητα που διαπερνά μέχρι και τις λιγοστές δραματικές στιγμές, όπως την αμείλικτη καταγγελία του Σκλάβου («το κακό με σας είναι ότι δεν πεθαίνετε, γι’ αυτό σκοτώνετε…»).

Με διαφορετικό προσωπικό ύφος ο καθένας, οι νέοι ηθοποιοί γειώνουν τον στριφνό ποιητικό λόγο του Μίλερ και τα σύνθετα πολιτικά σχόλιά του. Σαρκαστικά, υπαινικτικά, μπουφόνικα ή κυνικά, απαγγέλλουν ρόλους, τραγουδούν ή ψιθυρίζουν κολλητά στο μικρόφωνο σκέψεις για τη χαμένη επανάσταση, όλοι μαζί, σε δυάδες ή τετράδες, χαμογελαστοί έως ξεκαρδισμένοι, ενώ βάφονται και ξεβάφονται επί σκηνής, πίνουν νερό, αλλάζουν ρούχα, μάσκες, αξεσουάρ, με φόντο ένα μάλλον μαθητικό σκηνικό από ζαχαροκάλαμα και πλαστικές διαφάνειες. Ενα κασετόφωνο επαναλαμβάνει ad absurdum επαναστατικά τσιτάτα, ενώ άλλα διαλαλούνται ζωντανά σαν από μανάβηδες της λαϊκής.

  • Σαν τραμπολίνο

Είναι αλήθεια ότι ο σκηνοθέτης Ανέστης Αζάς χρησιμοποιεί το κείμενο λίγο σαν τραμπολίνο. Σαν να μην το εμπιστεύεται, το επαυξάνει και το στολίζει με προσθήκες, διογκώσεις, μετατοπίσεις ρόλων στο αντίθετο φύλο, παρωδώντας ό,τι υπάρχει και δεν υπάρχει, με αποτέλεσμα να μην ξεχωρίζουμε τον Γαιοκτήμονα (Κώστας Κουτσολέλος) από τον Χωρικό (Στάθης Κόκκορης) ή τον Σκλάβο (Σύρμω Κεκέ) παρά μόνο από τα λόγια τους. Μέσα στη θεατρική ευωχία διαχέονται οι περίφημοι Τρεις Κόσμοι της «Αποστολής», αλλά και οι αινιγματικές παρουσίες Πρώτος Ερωτας (Νατάσσα Μαρματάκη), Αγγελος της Απελπισίας (Αντριάνα Αλεξίου) και ο καφκικός Ανδρας στο Ασανσέρ (ως χορικό) που εκβράζεται στο Περού, μετά μια αγωνιώδη, ενοχική αναζήτηση του Διευθυντή, με την Εντολή παραμάσχαλα, σε ένα αχανές γραφειακό συγκρότημα.

Εντούτοις, σε αυτή την υπερ-θερμασμένη περφόρμανς κάτι σοβαρό συμβαίνει, που συνδέει προς το τέλος με συγκλονιστικό τρόπο θέατρο και πραγματικότητα. Το «θέατρο της επανάστασης» τελειώνει με την επίσημη ματαίωση της Αποστολής από τον Γαιοκτήμονα, πρώην σύντροφο και τώρα προδότη («θέλω το κομμάτι μου από το γλυκό του κόσμου -εσείς δεν έχετε μαχαίρι»). Ακίνητοι και αγέλαστοι οι ηθοποιοί ανακοινώνουν τη λήξη και της δικής τους παράστασης. Επιστροφή στην αληθινή ζωή. Το συμπέρασμα «ο κόσμος θα γίνει όπως ήταν- πατρίδα για αφέντες και δούλους» αντηχεί μέσα στη μεγάλη αίθουσα ήσυχα, σαν μετά από μπόρα. Τελειωτικό; Αντιθέτως.

Ερμηνεύουν επίσης: Ηλίας Κουνέλας, Αρης Τσαμπαλίκας. Σκηνικά-κοστούμια: Βασίλης Νούλας. Μετάφραση: Ελένη Βαροπούλου. *

«Πλατόνοφ» του Αντον Τσέχοφ Εθνικό Θέατρο

  • Χορογραφώντας το κενό

  • «ΠΛΑΤΟΝΟΦ» του Αντον Τσέχοφ Εθνικό Θέατρο
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 26 Φεβρουαρίου 2011

Το τέλμα έχει απλωθεί στα σαλόνια και στις ψυχές αυτών των ξεπεσμένων γαιοκτημόνων της προεπαναστατικής Ρωσίας, οι οποίοι, αφού ξετίναξαν περιουσία και ιδανικά σε πιοτό και κακοδιαχείριση, περιμένουν αδρανείς, αλλά λαλίστατοι και ερωτύλοι τη λύτρωση σε κάποιο «μεγάλο μπαμ» που (για την ώρα) είναι απλή εκπυρσοκρότηση, μια σφαίρα στην καρδιά του άπιστου Δον Ζουάν, που τους επιτρέπει να συνεχίσουν να φυτοζωούν σαν να πρόκειται μόνο για ένα μακρύ, κακό όνειρο.

Αυτά συμβαίνουν στο σπουδαίο αλλά ασυμμάζευτο πρωτόλειο ενός 18χρονου μαθητή, που γράφτηκε το 1880 και ανακαλύφθηκε άτιτλο το 1920: 250 σελίδες, 83 σκηνές, 20 ρόλοι, δύο αυτοκτονίες, δύο απόπειρες φόνου και ένας φόνος, σε έξι ώρες. Ενα ογκώδες απάνθισμα όλων των μοτίβων τής μετέπειτα τσεχοφικής δραματουργίας.

Φυσικά υπάρχουν πολλοί τρόποι για να περιγράψει κανείς την ανία και τη στασιμότητα, χωρίς σημύδες, αχνιστά σαμοβάρ, πιάνα, παλιά ρώσικα αρχοντικά, επιβλητικά σούρουπα, ρεβόλβερ, χωρίς σιωπές, φευγαλέα βλέμματα, υποδόρια ειρωνεία, υπαινιγμούς, πλάγιο χιούμορ. Η φαντασία και η ελευθερία είναι το οξυγόνο ενός ζωντανού θεάτρου. Ομως είναι αδύνατο να ζυγώσεις τον Τσέχοφ χωρίς στοιχεία της συγκλονιστικής αισθαντικότητας ενός συγγραφέα στον οποίο κεντρικό θέμα είναι η ζωή. Ενα τσούρμο διαφορετικών ανθρώπων την αποζητά στον «Πλατόνοφ» ή τουλάχιστον μιλά ακατάπαυστα γι’ αυτήν, όταν δεν τσακώνονται, φλερτάρουν ή μπεκροπίνουν. Μόνο που η ζωή βρίσκεται αλλού. Πού ακριβώς -δύσκολο να πει κανείς από τη συγκυρία του 1880, πιθανόν και του 2011.

  • Ξερακιανό αγόρι

Στην παράσταση του Γιώργου Λάνθιμου, το αρχικό ξάφνιασμα έχει κιόλας κατεδαφιστεί μετά 10′. Εξαρχής και με αυτοπεποίθηση ο σκηνοθέτης δείχνει πως δεν προτίθεται να σεβαστεί τα όρια του Τσέχοφ, ούτε αυτά της δικής μας συνενοχής. Αλλωστε, φαίνεται να υποδηλώνει, με τον Τσέχοφ μπορούμε να κάνουμε τα πάντα. Να τον περικόψουμε, να τον διασκευάσουμε (εδώ έχει ήδη συνδράμει γενναία ο Ντέιβιντ Χέαρ), να τον εκσυγχρονίσουμε, να τον λυγίσουμε, να τον σπάσουμε -αντέχει σε όλες τις σκηνοθετημένες ατμόσφαιρες και κοινωνικές προσαρμογές. Στα ναυάγια και στα όνειρα των χαρακτήρων του, ακόμη κι όταν τους έχουμε εξαφανίσει, θα αναγνωρίζουμε πάντα κατάπληκτοι τους εαυτούς μας. Ή μήπως όχι;

Στην άδεια σκηνή, με μια σειρά καρέκλες αριστερά, πολυελαίους/ανεμιστήρες και ψυγεία καντίνας στο βάθος (σκηνικά Αννα Γεωργιάδου), ο «ακαταμάχητος εραστής» παίζει μπάλα με τη γελαστή παρέα του, παραγεμισμένος με 2-3 μπαλόνια – ένα φαιδρό, παραμορφωμένο κορμί. Ο Πλατόνοφ του Αρη Σερβετάλη είναι ένα ξερακιανό, σκυφτό, άχαρο αγόρι με άχρωμη φωνή, παντρεμένο με την ταπεινή και εξίσου άχρωμη Σάσα (Ελενα Τοπαλίδου), παράδοξο αντικείμενο του πόθου παντρεμένων, χήρων και παρθένων της μικρής επαρχιακής ομήγυρης που βράζει στην πλήξη, τη μελαγχολία και το αλκοόλ.

Αυτά εικάζονται με κόπο από τους λαχανιασμένους διαλόγους που αντηχούν σαν νεκρά τσιτάτα εννέα εγγαστρίμυθων ανδρών και γυναικών σε κοστούμια και ψηλά τακούνια (κοστούμια Θάνος Παπαστεργίου, Βασιλεία Ροζάνα), που όταν δεν κάθονται ακίνητοι παρατηρώντας τους υπόλοιπους (όλοι είναι πάντα παρόντες στη σκηνή, όπου όλα συμβαίνουν δημόσια, χωρίς μυστικά), σκοτώνονται σε άσκοπα στιλιζαρισμένα πηγαινέλα πέρα από τα όρια της λογικής, κουτουλάνε κατακέφαλα σαν μοσχάρια ή ξιφομαχούν με καρέκλες, αν είναι αρσενικοί ανταγωνιστές. Μια αυτιστική ερημιά εκτός χρόνου και γεωγραφίας τείνει να μας καταβάλει. Είναι αυτός τάχα ένας καθρέφτης ημών και της εποχής μας;

  • Ασφαιρη πρόκληση

Ασφαιρη η πρόκληση, καθότι επί 2½ ώρες η παράσταση αγωνίζεται και πετυχαίνει να τσακίσει κάθε συγκίνηση και νόημα, να ξεφορτωθεί οτιδήποτε κάνει τον άνθρωπο ανθρώπινο. Οι χαρακτήρες, από τους πλέον αξιαγάπητους αντιήρωες του παγκόσμιου θεάτρου, είναι εδώ όλοι ίδιοι. Ρέπλικες κουρντισμένες σε εξεζητημένες καντρίλιες και χειρονομίες στο ύφος παλιών Μπομπ Ουίλσον τρικ, σε μηχανικές απόπειρες εναγκαλισμού, σπασμωδικά γέλια και μια εκφορά λόγου που δεν ξεπερνά το στάδιο με τα συννεφάκια των κόμικς. Οι, κατά τα άλλα πολύ καλοί, ηθοποιοί, ενώ μιλούν αδιάλειπτα δεν φαίνεται να βγάζουν ήχο και παρότι διαχειρίζονται πολύ κείμενο, δεν έχουν τη δυνατότητα να υποδυθούν κάτι.

Δίχως ρόλους, μονάχα με ποζάτα χορογραφημένες κινήσεις (κίνηση Αμαλία Μπένετ) που παγώνουν την αφήγηση σε διαδοχικές ταυτόσημες φωτογραφίες, η περίφημη τσεχοφική αμφισημία κωμικό/ελεγειακό, κοινότοπο/δραματικό, απελπισία/γελοιότητα έχει εξαερωθεί σε ένα συμπαγές, απροσπέλαστο θεατρικό κενό, από το οποίο αποδρούν κάποιες στιγμές ο Μάνος Βακούσης, ξεκλέβοντας πινελιές αλήθειας για τον Γκλαγκόλιεφ του, και οι Μαρία Πρωτόπαππα-Κάτια, Αγγελική Παπούλια-Αννα με τη φόρα ειλικρίνειας και αμεσότητας που τις χαρακτηρίζει. Η υπόλοιπη παρέα εκτελεί το σκηνοθετικό όραμα. Ενας κόσμος τόσο τονισμένα ακατοίκητος, ξεκομμένος από κάθε βιωματική θέρμη και διαπροσωπικό άγγιγμα, που όχι μόνο δεν μας συγκινεί, αλλά ελάχιστη σχέση έχει με ένα ζωντανό ανθρώπινο παρόν. Μια ενοχλητικά αλαζονική σκηνοθεσία. Τι μένει; Η εξόρμηση επιτέλους έξω στην αληθινή ζωή! Και οι ευχές στον «Κυνόδοντα».

Υπόλοιποι ρόλοι: Θανάσης Δήμου, Βασίλης Καραμπούλας, Ανδρέας Κωνσταντίνου, Αριάν Λαμπέντ. *