Μαριβό: Το Παιχνίδι του Ερωτα και της Τύχης, Μολιέρος: Σχολείο Γυναικών, It’s Show Time

  • Μια κωμωδία και ένα κωμειδύλλιο
  • Κλασικό γαλλικό θέατρο και εγχώριοι πειραματισμοί
  • Κριτική: Σπύρος Παγιατάκης

Μαριβό: Το Παιχνίδι του Ερωτα και της Τύχης, σκην.: Εύης Γαβριηλίδης. Θέατρο: Τέχνης Κάρολος Κουν

Μολιέρος: Σχολείο Γυναικών, σκην.: Ζαν Πιερ Βενσάν

It’s Show Time. Κείμενα-σκηνοθεσία: eX animo. Θέατρο: Ράδιο Σίτυ

Αν δεν υπήρχε η κυρία Ελένη Μουσταΐρα – της Αττικής Πολιτιστικής Εταιρείας – ε, τότε, ενδεχομένως, θα ήμουν περισσότερο γενναιόδωρος με «Το Παιχνίδι του Ερωτα και της Τύχης» (1730) του Μαριβό που είδα στο Θέατρο Τέχνης (Φρυνίχου) σκηνοθετημένο από τον Εύη Γαβριηλίδη. Ομως έλα που έτυχε η προαναφερθείσα κυρία η οποία μου έστειλε – εκτός προγράμματος- πρόσκληση για μία παράσταση του Theatre de l’ Europe που φιλοξενήθηκε για δύο μέρες στην Αθήνα με το «Σχολείο Γυναικών» (1662) του Μολιέρου σκηνοθετημένο από τον Ζαν-Πιερ Βενσάν με δύο εξαιρετικούς ηθοποιούς: τον Ντανιέλ Οτέϊγ και την Λιν Τιμπό εντυπωσιακούς στην καθαρή γραμμή και στη λιτότητά τους. Ετυχε λοιπόν – κακή τύχη! – και είδα την πρώτη μέρα τη γαλλική παράσταση και την επομένη την εγχώρια. Η σύγκριση έσπασε κόκαλα.

Και στις δύο περιπτώσεις το περιεχόμενο της κωμωδίας δεν ήταν απλώς παρά ένα εξωτερικό περίβλημα. Γιατί μπορεί στο μεν «Παιχνίδι» οι κοινωνικές τάξεις να βρίσκουν στο τέλος τις «αρμόζουσές» τους θέσεις έτσι ώστε να πηγαίνουν τ’ αφεντικά με τ’ αφεντικά και les domestiques avec les domestiques και στο δε «Σχολείο» να συνταιριάξουν τελικά ηλικιακά τα ζευγάρια, όμως για να ευωδιάσει η σαρδόνια ξινόπικρη κριτική και των δύο κειμένων χρειάζεται ασφαλώς να υφίσταται τόσο ο ανάλογος σκηνοθέτης όσο και οι έμπειροι, καλοσπουδαγμένοι, ηθοποιοί.

  • Η γαλλική παράσταση

Το εντυπωσιακότερο στοιχείο στη γαλλική παράσταση ήταν ότι δεν υπήρξε η παραμικρή προσπάθεια να εντυπωσιάσει. Γιατί δεν ήταν μόνο τα απλά σκηνικά και κοστούμια (Πατρίς Κοσετιέ, Ζαν Πολ Σαμπά) αλλά κυρίως η «ορθόδοξη», χωρίς την παραμικρή «μοντερνιά» σκηνοθεσία του Ζαν-Πιέρ Βενσάν, η οποία απέδειξε ότι το εκσυγχρονισμένο θέατρο δεν έχει ανάγκη από δήθεν ανανεωτικές ακροβασίες για να αιωρηθεί στον αιώνα μας. Ευτυχώς δεν υπήρξαν ούτε οι περισπούδαστες φιοριτούρες και η -πάντα ισχύουσα όταν αφορά το κλασικό γαλλικό θέατρο- ροκοκό διάθεση. Κι όσο για τους ηθοποιούς – με προεξάρχοντες τον Ντανιέλ Οτέιγ, και την Λιν Τιμπό- αυτοί έδειξαν ότι όσα λιγότερα μηχανεύεται ο ερμηνευτής πλάθοντας το ρόλο του τόσο το καλύτερο.

Με το ατυχές του εύρημα να εμφυτεύσει μία άνευρη και φρόνιμα ρυθμική μουσική (Κώστας Κακογιάννης) η οποία επένδυσε μουσικά τους εξίσου συμβατικούς στίχους (Κύρος Ρωσσίδης) ο σκηνοθέτης Εύης Γαβριηλίδης έκανε μία απέλπιδα προσπάθεια να εκσυγχρονίσει (;), να ελαφρύνει (;), να ανανεώσει (;) έναν ιδιαίτερα εύστροφο Γάλλο κλασικό συγγραφέα ο οποίος μας έχει κληροδοτήσει έναν χαρακτηριστικό όρο: Marivaudage. Ενας όρος ο οποίος, σύμφωνα με την Encyclopedia Britannica, σηματοδοτεί το αέρινο, το κεχαριτωμένο κι ανάλαφρο στυλ των γαλατικών αισθηματικών κωμωδιών. Δυστυχώς εδώ είχαμε μία περίπτωση ξεθυμασμένου κωμειδυλλίου και αποτυχημένης οπερέτας.

Εκτός από τον Στάθη Κοκκόρη στο σκωπτικό ρόλο του Αρλεκίνου-ψευταφεντικού, οι υπόλοιποι νέοι ηθοποιοί (Εφη Λογγίνου, Νατάσα Μαρματάκη, Οθωνας Μεταξάς, Θοδωρής Αντωνιάδης) έκαναν απέλπιδες προσπάθειες να δημιουργήσουν δαντέλες, καταλήγοντας σε μάλλον άτεχνους τύπους εκεί που απαιτούνται κάποια ίχνη γνήσιων χαρακτήρων. Κι όσο για τον Νίκο Χαραλάμπους (Οργκόν) ο οποίος δεν χρειάζεται βέβαια να δώσει πλέον κανένα διαπιστευτήριο της αξίας του, αυτός κι αν έδειχνε πια ολοφάνερα ότι ήταν παρών-απών στην παράσταση. Αναμενόμενα τα καλά στοιχεία της παράστασης: η εύστροφη μετάφραση του Γιάννη Βαρβέρη (με το «ας εικάσουμε» που έβαλε στο στόμα του ψευτο-υπηρέτη Δοράντη αποκάλυψε εύστοχα όλη την σκευωρία της αλλαγής των ρόλων) και τα άψογα ψιλοδουλεμένα κοστούμια του Γιάννη Μετζικώφ, τα οποία ασφαλώς έχαναν μέρος από τις λεπτομέρειές τους μέσα στα αραβουργήματα του σκηνικού του ιδίου.

Δικό μας μιούζικαλ

Παιδιόθεν θαυμαστής των αμερικανικών μιούζικαλ είχα απελπιστεί ότι θα έβλεπα ποτέ ένα γνήσιο ιθαγενές προϊόν σ΄αυτή την συνομοταξία. Δηλαδή ένα ουσιαστικά ντόπιο μιούζικαλ, κι όχι αντιγραφές από λονδρέζικες ή νιουγιορκέζικες παραστάσεις όπως ήταν το «Σικάγο», η «Εβίτα» ή οι «Παραγωγοί». Παρ’ όλες τις τεχνικές ατέλειες, παρ’ όλη την έλλειψη της φαντασμαγορίας που είναι το βούτυρο πάνω στο ψωμί του μουσικού θεάτρου, το νεανικό «It’s Showtime» με συλλογική υπογραφή (eX- animo) για τα κείμενα και την σκηνοθεσία, και με χορογραφίες του Πάνου Μεταξόπουλου ήταν μια εντυπωσιακή αρχή για ένα -επιτέλους- δικό μας μιούζικαλ.

Αυτό οφείλεται καθαρά σε μια ομάδα απ’ τη νέα γενιά των ηθοποιών μας. Αυτών που έχουν περάσει από μια σωστή εκπαίδευση στην υποκριτική, στο τραγούδι και στο χορό. Αυτών που διαψεύδουν παταγωδώς ότι το «ταλέντο» από μόνο του φτάνει για ν’ ανέβει κανείς στη σκηνή. Οχι, δεν αρκεί. Κι εδώ φαίνεται ολοκάθαρα η σκληρή δουλειά που απαιτείται για να σκαρφαλώσει κανείς σ’ ένα ψηλό αποτέλεσμα το οποίο συμπληρώνει το ταλέντο, τη νεανική διάθεση και τον ενθουσιασμό. Ονόματα τα οποία δεν είχα ξανασυναντήσει: Μάνος Καρδαράς, Δανάη Κόλλα, Νίκος Νικολάου, Ευανθία Σωφρονίδου, Θάνος Φερετζέλης και μία Μαίρη-Οδύσσεια Μπουγά η οποία ξεχείλιζε από προσωπικότητα. Υπερβολική προσωπικότητα, όπως άλλωστε και το σύνολο των νέων παιδιών που σαφώς υπερέβαλαν σ’ ό,τι κι αν έκαναν.

Έχουν όμως καιρό μπροστά τους και για να συμμαζευτούν ή καλύτερα για να συναντηθούν με σκηνοθέτες οι οποίοι θα τους συμμαζέψουν. Βέβαια στο Show Time! σαφώς ξεχωρίζουν ο Λουκάς Κοσμίδης και η Γιώτα Καρυώτη οι οποίοι έχουν μέσα τους πρωταγωνιστικά γονίδια – κι αυτό όχι μόνο επειδή υπήρξαν χορευτικά άψογοι και σημερινοί. Εφυγα από την – μάλλον υλικά φτωχή – παράσταση με αναπτερωμένη τη διάθεσή μου. Κάτι που δεν μου συμβαίνει συχνά.

  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Kυριακή, 1 Mαρτίου 2009
Advertisements

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας

Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ: Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου: Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

«Επινοώ τον εαυτό μου αλλά για τη συντήρησή του σε χρειάζομαι. Αγάπησέ με» Νατάσα Χατζιδάκι «Άδηλος αναπνοή», 2008

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.