Το δέντρο και το δάσος

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 11/04/2010

ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ / «ΜΑΡΑ ΣΑΝΤ» ΤΟΥ ΠΕΤΕΡ ΒΑΪΣ / ΗΘΟΠΟΙΟΣ ΜΗΝΑΣ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑΣ

Το έργο του σύγχρονου Γερμανού Πέτερ Βάις «Μαρά – Σαντ» είναι σήμερα τόσο επίκαιρο, όσο ήταν τότε που ένας άλλος Γερμανός ο Γκέοργκ Μπίχνερ, ζώντας ο ίδιος τη Γαλλική Επανάσταση, ενεργός οπαδός της και κυνηγημένος άγρια για αυτό στη χώρα του, δεν εμποδιζόταν ωστόσο να διακρίνει την ίδια στιγμή τα αδιέξοδά της, γράφοντας τον ανεπανάληπτο «Θάνατο του Δαντόν».

Ο Βάις αναπτύσσει σε ένα ολόκληρο έργο όσα ο Μπίχνερ είχε χρειαστεί τρεις ή τέσσερις ατάκες μόνο για να διατυπώσει δραματικά: ότι η σύλληψη από μια μερίδα της Γαλλικής Επανάστασης, με κύριο εκπρόσωπο τον Μαρά, της λαϊκής κυριαρχίας ως μεγέθους απολύτου, μη επιδεχόμενου δηλαδή κανέναν περιορισμό ή φραγμό μέσω νομικών θεσμών όπως είναι τα ατομικά δικαιώματα, μπροστά στα οποία και η κυρίαρχη βούληση του λαού υποχωρεί, οδηγεί μοιραία στη διαιώνιση της «επαναστατικής βίας», της τρομοκρατίας και της γκιλοτίνας…

Το ιστορικό επομένως δίλημμα που εκπροσωπούν σε πρώτη ανάγνωση μέσα στο έργο του Βάις ο Μαρά και ο Σαντα απεριόριστη λαϊκή ελευθερία με απόλυτο συγκεντρωτισμό της εξουσίας για τη διαφύλαξή της ο πρώτος, απόλυτη ατομική ελευθερία με κυρίαρχο το στοιχείο της ηδονής ως όπλο καταπολέμησης του συγκεντρωτισμού κάθε «αρχής» ο δεύτερος, παύει να υφίσταται ως τέτοιο και αποδεικνύεται μια έντεχνη κατασκευή, ένα σόφισμα, αν το δούμε όχι ως αιώνιο τραγικό δίλημμα της ιστορίας, αλλά κάτω από το πρίσμα της πεπερασμένης εγελιανής διαλεκτικής θέση – αντίθεση – σύνθεση. Μια σκέψη που κληρονόμησε και ο μαρξισμός εν μέρει, υιοθετώντας ένα λίγο – πολύ φαντασιακό ιστορικό σχήμα προς υπέρβασιν.

Το όνειρο της απόλυτης ελευθερίας του Μαρά γίνεται έτσι ένα ισχνό, ανεστραμμένο είδωλο του εαυτού του και το όνειρο της απόλυτης ηδονής του Σαντ κάτι ακόμη χειρότερο: μια άσαρκη ονείρωξη. Υπάρχει όμως, ευτυχώς, ένα δεύτερο επίπεδο που σώζει το έργο.

Από την εποχή της πρώτης παρουσίασής του στο Λονδίνο σε σκηνοθεσία του Πήτερ Μπρουκ το 1964, κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι, αλλά το έργο του Βάις δεν έχει χάσει την ιστορική του βάση. Σήμερα, που ανέκυψε ξανά παγκόσμιο πρόβλημα εξουσίας και τίθεται από τους ισχυρούς του πλανήτη για άλλη μια φορά το εκβιαστικό ψευτοδίλημμα «αναρχία ή δεσποτισμός», με στόχο τον εκφοβισμό της «σιωπηλής πλειοψηφίας» των τρομαγμένων αστών ώστε να υποκύψουν στη βία των μέσων, δεχόμενοι τη συρρίκνωση των κατακτημένων με αίμα δικαιωμάτων, είναι καλό που ξαναβλέπουμε το έργο.

Πρέπει, όμως, ανεβάζοντάς το, να είμαστε πολύ προσεκτικοί, ώστε να μην μείνουμε στο πρώτο επίπεδο ανάγνωσης, να μην πέσουμε στη μοιραία παγίδα του ιστορικού ντετερμινισμού, να μην υποκύψουμε στη ρητορεία της επαναστατικότητας πίσω από τις λέξεις… Να μην δούμε μόνο το δέντρο -τη διαλεκτική- χάνοντας το δάσος: την ουσία.

Για να βρούμε την ουσία, ένας δρόμος υπάρχει: να εμπιστευτούμε τη φόρμα του έργου, που αντέχει ακόμη και που είναι «θέατρο μέσα στο θέατρο». Μάλιστα όχι οποιοδήποτε θέατρο, καθώς παρακολουθούμε μια «παράσταση μέσα στην παράσταση» που οργανώνει ο Σαντ στο άσυλο φρενοβλαβών, όπου είναι και ο ίδιος έγκλειστος, με ηθοποιούς τους τρόφιμους! Δηλώνει έτσι ο Βάις σε δεύτερο επίπεδο την ασυγκράτητη πορεία του σύγχρονου ανθρώπου στην παράνοια και την αυτοκαταστροφή!

Έχω την εντύπωση ότι η σκηνοθεσία της Έφης Θεοδώρου (επιμέλεια κίνησης Αμαλία Μπένετ) σε αυτή τη δεύτερη παράσταση του «Μαρά – Σαντ» από τη «Νέα Σκηνή» του Εθνικού, πάντα στην κλασική μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη (η πρώτη ήταν τη σημαδιακή χρονιά του 1989, σε σκηνοθεσία Κοραή Δαμάτη), ενώ τυπικά διατηρεί το βασικό στοιχείο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο», που είναι η κινητήρια δύναμη του έργου, από την άλλη μεριά δεν το πιστεύει και κάνει ό,τι μπορεί για να το αποδυναμώσει.

Βάζει έτσι «φρένο» στους παράφορους φυσικούς ρυθμούς, λασκάρει τα τέμπα του, μεταφέρει αλλού κομμάτια ολόκληρα των διαλόγων και «ισιώνει» εκλογικεύοντας τους χαρακτήρες, μάλιστα τη στιγμή που ο συγγραφέας, χωρίς να αποφαίνεται περί δικαίου και αδίκου, θέτει μέσω αυτών σκληρά ερωτήματα που αφήνει σκοπίμως αναπάντητα. Με τελικό αποτέλεσμα να προκύψει στη σκηνή του Εθνικού ένα έργο στρογγυλεμένο, δίχως γωνίες και αρκετά βολικό, που «τσουλάει» όπου το πηγαίνεις. Τονισμένο ακόμη παράταιρα με τη ροκ μουσική του Νίκου Πλάτανου, με τα σύγχρονα σκηνικά – κοστούμια της Εύας Μανιδάκη και της Ιωάννας Τσάμη, με το βίντεο της Εύας Στεφανή και με τους ατέλειωτους φωτισμούς – μονολόγους χωρίς σκιές του Σάκη Μπιρμπίλη.

Ο Μηνάς Χατζησάββας παίζει τον «Μαρκήσιο» σαν μονίμως να βρίσκεται υπό την επήρεια φαρμάκων που του χορηγούν στο άσυλο… Ο Κώστας Βασαρδάνης δίνει έναν δραστικό Μαρά, ταυτίζοντας ορθά τη συμπτωματολογία εξουσίας και ψύχωσης. Ό,τι έχει μείνει από τον αποψιλωμένο δραματουργικά Ζακ Ρου υποδύεται με επιτυχία ο Πρόδρομος Τσινικόρης. Ο Μάκης Παπαδημητρίου είναι ένας καλός «μπρεχτικός» τελάλης. Καίρια η προσωπική κατάθεση του Γιάννη Πάνου (διευθυντής του ασύλου), ενώ δίνει μια εξόχως αιχμηρή Κορντέ, σαν κόψη ακονισμένου μαχαιριού, η Κόρα Καρβούνη. Ισοδύναμα συνεισφέρουν στους άλλους ρόλους οι: Μιχ. Αφολαγιάν, Ηλίας Κουνέλας, Παναγιώτης Λάρκου, Δημήτρης Πασσάς, Νίκος Πλάτανος, Γιώργος Τζαβάρας, Έλενα Τοπαλίδου και η Γαλήνη Χατζημιχάλη.

Advertisements

«Mαρά/Σαντ»

  • Του Πέτερ Bάις από τη Nέα Σκηνή «Nίκος Kούρκουλος» του Eθνικού Θεάτρου σε μετάφραση Mάριου Πλωρίτη και σκηνοθεσία Eφης Θεοδώρου
  • Της Ολγας Μοσχοχωρίτου, ΗΜΕΡΗΣΙΑ, 13/02/2010

Tο έργο «Mαρά/Σαντ», ή όπως είναι ο πλήρης τίτλος του H καταδίωξη και η δολοφονία του Zαν-Πολ Mαρά, όπως παίχτηκε από το θεατρικό όμιλο του Aσύλου του Σαραντόν, γράφτηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960 και απηχεί τόσο τις ιδεολογικές ζυμώσεις όσο και τις θεατρικές αναζητήσεις (θέατρο της σκληρότητας του Aρτώ, σωματικό θέατρο, θέατρο και ψυχανάλυση κ.λπ.) αυτής της τόσο πολιτικοποιημένης δεκαετίας. Aυτό το σημαντικό πολιτικό θεατρικό έργο θέτει επί τον τύπον των ήλων την ίδια την επανάσταση (αναφερόμενη, μάλιστα, συμβολικά στην πιο αποδεκτή, τη Γαλλική), τόσο στην ιστορικότητά της όσο και στη σχέση της με τις ατομικές ελευθερίες, τη σύγκρουση μεταξύ του ατομικού και του συλλογικού, ανάμεσα στις προσδοκίες που γεννά με το ξέσπασμά της και τη θεσμοποίησή της.

«H μελαγχολία του επαναστάτη μετά τη νίκη και λίγο μετά τη διάψευση» θα μπορούσε να ήταν το μότο του έργου.

H Eφη Θεοδώρου επιδιώκει να συνδέσει την παράστασή της με σημερινά βιώματα κυρίως των νέων. Tα γεγονότα του περσινού Δεκέμβρη ενέπνευσαν θα λέγαμε τη σκηνοθέτιδα ώστε να θέσει το θέμα βία και επανάσταση με σημερινούς όρους.

Eτσι, στην έναρξη ακούγεται το κείμενο που διάβασαν οι ακτιβιστές νέοι ηθοποιοί που διέκοψαν την παράσταση του Eθνικού «Pομπέρτο Tσούκο» παροτρύνοντας το κοινό να βγει στους δρόμους, ενσωματώνει εικόνες από την σύγχρονη πολιτική ιστορία και μεθοδεύει ώστε η σκηνική δράση να συνοδεύεται από βιντεοσκοπημένα μαθήματα της δραματικής σχολής του Eθνικού Θεάτρου με τις σκέψεις και τα ερωτήματα των σπουδαστών πάνω στην επανάσταση.

Διαθέτει μια ροκ αισθητική η παράσταση με τα 14 τραγούδια που εκτελούνται επί σκηνής, γραμμένα από τον N. Πλάτανο και τη μόνιμη επωδό «τι βγήκε τελικά από την Eπανάσταση, Mαρά;»

H παράσταση δεν ακολουθεί κάποια γραμμική εξέλιξη, εμπεριέχει είδη και στιλ διαφορετικά, όμως δεν προδίδει τις προθέσεις της. Xρησιμοποιώντας το θέατρο εν θεάτρω, βγάζοντας τη δράση από το «άσυλο» που υποδεικνύει το κείμενο και τοποθετώντας το στη σκηνή του θεάτρου, εξερευνώντας δηλαδή τα όρια της τέχνης στην εν δυνάμει πολιτική της παρέμβαση, κινώντας τα πρόσωπα άλλοτε ως δραματικές περσόνες και άλλοτε στο όριο της φιγούρας ή του γκροτέκο, δημιουργεί ένα φαινομενικό αισθητικό χάος, μια οχλαγωγή, που, όμως, μοιάζει με την αναπαράσταση μιας γενικευμένης εξέγερσης που προσωπικά τη βρήκα ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα.

Mε τον Mηνά Xατζησάββα στο ρόλο του διανοούμενου, μηδενιστή και ελευθεριακό μαρκήσιο Nτε Σαντ να διαλέγεται ως σοφιστής με τον ετοιμοθάνατο Mαρά – Kώστα Bασαρδάνη και την ως άλλη Iουδίθ Kόρα Kαρβούνη σε μια μεταφυσική σχεδόν Σαρλότ Kορντέ, η παράσταση θεωρώ ότι κέρδισε το στοίχημά της.

//

Μαρά-Σαντ: Επανάσταση – ελευθερία: Ένας θεατρικός διάλογος

  • Της Κατερίνας Διακουμοπούλου
  • Η ΑΥΓΗ: 12/02/2010

Ο σπουδαίος Βρετανός σκηνοθέτης Πήτερ Μπρουκ, στα τέλη του 1963, σε συνεργασία με τον Σαρλ Μάροβιτς, δημιούργησε ένα καλλιτεχνικό πρόγραμμα στο Royal Shakespeare Company που έφερε τον τίτλο «Το θέατρο της σκληρότητας», άμεσα επηρεασμένο από τον Αρτώ. Κύριος στόχος του ήταν η ανεύρεση νέων τρόπων επικοινωνίας, νέων σχέσεων κοινού και ηθοποιών. Στo πλαίσιo αυτής της αναζήτησης ο Πήτερ Μπρουκ ανέβασε το 1964 το έργο του Πέτερ Βάις Μαρά/Σαντ (ή, όπως είναι ο αυθεντικός τίτλος: Η καταδίωξη και η δολοφονία του Ζαν-Πωλ Μαρά, όπως παίχτηκε από τον θεατρικό όμιλο του Ασύλου του Σαραντόν υπό τη διεύθυνση του κυρίου ντε Σαντ), και δήλωνε πως πρόκειται για μια «συνύπαρξη» -και όχι σύνθεση- των Αρτώ και Μπρεχτ. Η ιστορική, υποδειγματική σκηνοθεσία του Μπρουκ βρίσκεται βιντεοσκοπημένη στη Βιβλιοθήκη του Τμήματος Θεατρικών Σπουδών του Πανεπιστημίου Αθηνών.

Έχουν περάσει σχεδόν είκοσι χρόνια από τη λήξη της Γαλλικής Επανάστασης και ο Μαρκήσιος ντε Σαντ, έγκλειστος στο άσυλο του Σαραντόν, εφαρμόζει θεραπευτικές μεθόδους στους συγκρατούμενούς του τροφίμους σκηνοθετώντας -ας πούμε κάτι σαν drama therapy- τα γεγονότα της δολοφονίας του Ζαν Πωλ Μαρά, του εμπνευστή και καθοδηγητή της Επανάστασης (μαζί με τον Ροβεσπιέρο και τον Νταντόν). Εφαρμόζεται από τον Βάις η γνωστή δραματουργική τεχνική «θέατρο εν θεάτρω», όπου μια παράσταση εκτυλίσσεται μέσα στην άλλη.

Ο ρεαλιστικός θεατρικός χώρος είναι η σκηνή «Νίκος Κούρκουλος», δηλαδή στην σύγχρονη εποχή, ο πρώτος δραματικός χώρος είναι το άσυλο στο οποίο κρατείτο ο Ντε Σαντ το 1808 και ο δεύτερος δραματικός χώρος είναι το λουτρό του Μαρά, στο οποίο δολοφονήθηκε το 1793 από την Σαρλότ Κορντέ. Ωστόσο η σκηνοθέτης του Εθνικού Έφη Θεοδώρου καταργεί στην παράσταση τον χώρο του ασύλου, διατηρώντας μόνο την μπανιέρα. Η δραματουργική σύγχυση που προκύπτει αρχικά εξανεμίζεται χάρη στην αιχμηρή γλώσσα και την κύρια θεματική που σταδιακά αναδεικνύεται και σχετίζεται, φαινομενικά, με τις συνέπειες της Γαλλικής Επανάστασης και, επί της ουσίας, με τη σύγκρουση ατομικής και κοινωνικής ελευθερίας.

Το ζητούμενο, λοιπόν, ξεκινά με την ανάγκη προσδιορισμού της φύσης της Επανάστασης, καταλήγοντας στην αμφισβήτηση της βίας. Ο σαδιστής Μαρκήσιος ντε Σαντ (1740-1814) διαφαίνεται στο έργο ως ο σκεπτόμενος άνθρωπος που συγκρούεται με τον ριζοσπαστικό Ζαν Πωλ Μαρά (1743-1793), ο οποίος υποστηρίζει ότι «δεν μπορούμε να χτίσουμε αν δεν γκρεμίσουμε τα πάντα έως τα θεμέλια», θέση όμως που και ο ίδιος θα αμφισβητήσει στο τέλος. Η συνεύρεση Μαρά-Σαντ δεν πραγματοποιήθηκε ποτέ και αποτελεί ένα δραματουργικό εύρημα του Βάις. Ο συγγραφέας, αν και στρατευμένο μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος Σουηδίας, φαίνεται να είναι φερέφωνο και των δύο κεντρικών δραματικών προσώπων, αποδεικνύοντας την ανάγκη αντιμετώπισης με μετριοπάθεια των ιδεολογιών.

ΜΑΡΑ/ΣΑΝΤ Σκηνοθεσία: Έφη Θεοδώρου. Σκηνικά: Έφη Μανιδάκη. Μουσική: Νίκος Πλάτανος. Βίντεο: Εύα Στεφανή. Ερμηνεύουν: Μ. Αφολαγιάν, Κ. Βασαρδάνης, Κόρα Καρβούνη, Η. Κουνέλας, Π. Λάρκου, Θ. Πάνου, Μ. Παπαδημητρίου, Δ. Πασσάς, Ν. Πλάτανος, Γ. Τζαβάρας, Ελενα Τοπαλίδου, Π. Τσινικόρης, Γαλήνη Χατζηπασχάλη, Μ. Χατζησάββας. ΕΘΝΙΚΟ ΘΕΑΤΡΟ – ΝΕΑ ΣΚΗΝΗ

* Η Κ. Διακουμοπούλου είναι θεατρολόγος

* «Μαρά/Σαντ» του Πέτερ Βάις -Νέα Σκηνή του Εθνικού

  • Η επανάσταση ως παράσταση τρελών για τρελούς

  • * «Μαρά/Σαντ» του Πέτερ Βάις -Νέα Σκηνή του Εθνικού
  • Της ΣΩΤΗΡΙΑΣ ΜΑΤΖΙΡΗ
  • Ελευθεροτυπία, Σάββατο 13 Φεβρουαρίου 2010

Ιδού εκ νέου το ερώτημα για την εξέλιξη του κόσμου με αφορμή μια παράσταση. Η υποθετική συνάντηση δύο εμβληματικών μορφών της Γαλλικής Επανάστασης στο διάσημο έργο του Πέτερ Βάις, αναμοχλεύει ένα ιστορικό πλην παρωχημένο δίλημμα: ένοπλη εξέγερση για τους αδικημένους της γης ή οπισθοχώρηση στο limbo του ατομικισμού, καθ’ ότι η αιματηρή βία για το καλό των λαών αποδείχτηκε ατελέσφορη.

Οι επαναστάσεις κακοφορμίζουν και ο ιδεαλισμός γίνεται θλίψη και χυδαιότητα. Από το ψυχιατρικό άσυλο ο Σαντ πρόλαβε τη μετάλλαξη της Γαλλικής Επανάστασης σε Καθεστώς. Οχι ο Μαρά. Αυτός είχε πεθάνει νωρίς. Ισως αυτό εξηγεί τον επαναστατικό του ζήλο και, αντίστοιχα, τον κυνικό μηδενισμό του Σαντ.

Οταν ο Βάις έγραφε το «Μαρά/Σαντ» στα κρίσιμα ’60s, η Ευρώπη ξεπόρτιζε από τον ψυχροπολεμικό ζόφο, οι σφαγές και οι διωγμοί του πολέμου ήταν ακόμα νωπά, τα σταλινικά κακουργήματα είχαν γίνει γνωστά, η αναφομοίωτη εμπειρία του φασισμού σύντομα θα έβγαζε στους δρόμους στρατιές νέων και οι συγκρούσεις του ’68 θα επανέφεραν στο προσκήνιο την ιδέα της βίας ως μέσου δικαιοσύνης. Το ρητορικό ερώτημα του μεγάλου σαδομαζοχιστή Σαντ και όψιμου αρνητή της τρομοκρατίας, «Μαρά, τι βγήκε από την επανάσταση;», είχε ακόμη τη βαρύτητα αληθινής ζωής.

Στις τεσσερισήμισι δεκαετίες από τη συγγραφή του σκοτεινού απολογισμού του Βάις για το τέλος της επανάστασης, η αποτυχία της Σοβιετικής Ενωσης και η αποχώρηση από την Ιστορία του ιστορικού κομμουνισμού έχουν εκτοπίσει την αναζήτηση επαναστατικών λύσεων, ενώ τα νέα επείγοντα αιτήματα για κοινωνική αλλαγή βουλιάζουν στην απαισιοδοξία και τον κυνισμό. Η δύναμη του έργου έγκειται σήμερα στο ερώτημα: έχει νόημα να προσπαθούμε για συλλογικές λύσεις ή να αποτραβηχτούμε στην προσωπική μας ευτυχία – αν έχουμε λεφτά.

Συναντούμε τους παροπλισμένους επαναστάτες του Βάις -ο ένας στην μπανιέρα με οξεία δερματοπάθεια, ο άλλος σε άσυλο ως επικίνδυνος για τα ήθη- στο επίκεντρο ενός πολύχρωμου τσίρκου με δυνατή ροκ μουσική (Νίκος Πλάτανος), που δεν μας αφήνει να κουραστούμε από τις περίπλοκες φιλοσοφικές διαμάχες και τα ιλιγγιώδη χρονικά άλματα της αφήγησης: 1793, 1808, 1964, 2010…

Οι αγορεύσεις των Σαντ, Μαρά και Ρου (Πρόδρομος Τσινικόρης) και οι παρεμβάσεις των Κουλμιέ (Θέμης Πάνου), Τελάλη (Μάκης Παπαδημητρίου) και Ντιπερέ (Δημήτρης Πασσάς) διασταυρώνονται με τραγούδια, παντομίμα, γκαγκ, βίντεο (Εύα Στεφανή). Η συνεχής ροή βιντεοσκοπημένων συζητήσεων νέων για το ιδεολογικό κενό της γενιάς τους, την άρνηση επαναστατικών λύσεων αλλά και την αμφισβήτηση του ατομικισμού είναι το momentum της βραδιάς, η συγκλονιστική ρωγμή πραγματικότητας που συνδέει τη σπουδαία πραγματεία του Βάις (μετάφραση: Μάριος Πλωρίτης) με το σήμερα και το αύριο.

Το θέατρο εν θεάτρω του έργου βρίσκει στην πληθωρική Εφη Θεοδώρου τον άνθρωπό του. Σε μια ουσιώδη διαχείριση των συχνά αδιέξοδων σκηνικών πειραματισμών της, η σκηνοθέτης δίνει βάθος στο θεατρικό ψέμα, συντονιζόμενη με τον ειρωνικό ρόλο μιας επανάστασης ως θεατρικής παράστασης τρελών για τρελούς. Τους ανίατους του Σαραντόν αντικαθιστά ένα τσούρμο ροκάδων με άμεσο λόγο στα δρώμενα. Είναι οι κομπάρσοι της Ιστορίας, ο όχλος που βρίσκεται παντού: ανάμεσα στην καρμανιόλα-πασαρέλα όπου λικνίζεται σε κοθόρνους η Κορντέ, ένα επιβλητικό ζόμπι σε τρικολόρ «robe de la Revolution» (Κόρα Καρβούνη), την περίφημη μπανιέρα με τον μαραμένο, τρυφερό Μαρά του Κώστα Βασαρδάνη και την πολυθρόνα όπου είναι θρονιασμένος ο έξοχος Σαντ του Μηνά Χατζησάββα – ένας κουρασμένος ηδονιστής, γνώστης της φρίκης, αναχρονιστικός όσο ο «αιμοδιψής» αντίπαλός του. Καιρός για μια τρίτη προοπτική. *

«Ο θείος Βάνιας» του Τσέχοφ, «Μαρά/ Σαντ» του Πέτερ Βάις

  • Τσέχοφ και Βάις από το Εθνικό Θέατρο
  • ΚΡΙΤΙΚΗ ΘΕΑΤΡΟΥ
  • ΘΥΜΕΛΗ, Τετάρτη 27 Γενάρη 2010
  • «Ο θείος Βάνιας» του Τσέχοφ

Εξαιρετικός γιατρός, γνώστης – και εξ επαγγέλματος – της ρώσικης ψυχολογίας, αλλά και των προβλημάτων και φαινομένων της τσαρικής Ρωσίας, ο Τσέχοφ με το πεζογραφικό και θεατρικό έργο του έγινε ο μέγιστος «ανατόμος» της σαπισμένης ρωσικής κοινωνίας του καιρού του και «προάγγελος» της ανάγκης ύπαρξης μιας διαφορετικής κοινωνίας. Με την ιδιοφυώς κριτική ρεαλιστική ματιά και αντίληψή του για όλα τα κοινωνικά στρώματα της τσαρικής κοινωνίας, με ικανότητα δεινού ψυχαναλυτή, με τον ουσιώδη κι όχι μελοδραματίζοντα ανθρωπισμό του, με κατανόηση, συμπάθεια για τον άνθρωπο και τα ανεκπλήρωτα όνειρά του και τα βάσανά του, αλλά και με κριτική ειρωνία (έμμεση ή άμεση) για τα ελαττώματα, τις ανοησίες και ανεπάρκειες του ανθρώπου, με τα μεγάλα τρίπρακτα έργα του δημιούργησε διαχρονικής αξίας αριστουργηματικού ποιητικού ρεαλισμού «τοιχογραφίες» της παρακμιακής κοινωνίας του καιρού του. Σε ένα περιβάλλον παρακμής, περιβάλλον εκμετάλλευσης αφελών από πονηρούς, ανούσιας, βαλτωμένης ζωής, ανεκπλήρωτων επιθυμιών και υπαρξιακής μοναξιάς κινούνται τα πρόσωπα στο «Θείο Βάνια». Ο κηφήνας, «επιφανής» πανεπιστημιακός Σερεμπριάκοφ, κληρονόμος της κτηματικής περιουσίας της πρώτης αλλά πεθαμένης γυναίκας του, με την πολύ νεότερή του και όμορφη δεύτερη γυναίκα του, την Ελένα, καλοζεί χάρη στον ακάματο αγροτικό μόχθο του εργένη, στερημένου τον έρωτα, κουνιάδου του Βάνια και της μοναχοκόρης του (από τον πρώτο γάμο) Σόνιας, ερωτευμένης χωρίς ελπίδα ανταπόκρισης με τον περιοδεύοντα σε όλη την επαρχία, γιατρό Αστρόφ (πρόσωπο που παραπέμπει στον συγγραφέα). Ο Αστρόφ είναι το μόνο πρόσωπο, που δίνει νόημα στη μοναχική ζωή του, ονειρευόμενος μια άλλη Ρωσία που θα σέβεται και θα προστατεύει τον άνθρωπο και τη φύση. Η τσεχοφική «τοιχογραφία» αναλογεί στη σύγχρονη κοινωνία, απολύτως μάλιστα. Δεν χρειάζονταν, επομένως, ούτε η εκσυγχρονιστική κειμενική παρέμβαση στη μετάφραση της Χρύσας Προκοπάκη, ούτε τα μακράν του ποιητικά ρεαλιστικού ήθους του τσεχοφικού έργου, δίκην αποστασιοποιητικού σχολιασμού, σκηνοθετικά ευρήματα της μπρεχτίζουσας σκηνοθεσίας του Γιάννη Χουβαρδά, για να εκφραστεί η κοινωνιολογική και ανθρωπολογική επικαιρότητα του έργου. Με το «μοντέρνο» σχεδιαστικά, ψυχρό χρωματικά σκηνικό, με τους ηθοποιούς παραταγμένους κάθετα, ο ένας δίπλα στον άλλο, στα πλάγια της σκηνής, χωρίς να αλληλοκοιτάζονται να εκφέρουν ψυχρά, συναισθηματικά άχρωμα, τα λόγια τους, με τρία μόνο από τα κεντρικά πρόσωπα να κινούνται κάποιες στιγμές στο κέντρο της σκηνής, και την Σόνια, ως επίκεντρο του έργου, να κινείται κυρίως στο προσκήνιο, να λένε (βιντεοσκοπημένα ή ζωντανά) γνωστά αισθηματικά γαλλικά τραγούδια και να χορεύουν, μπορεί να αναδείχθηκε το ειρωνικό χιούμορ και η επικαιρότητα του έργου, αλλά χάθηκε το ποιητικό ήθος του, το υπόκρυφο δραματικό στίγμα του, η μελαγχολική ατμόσφαιρά του, η γλυκύτητα που αναδύεται από κάποια πρόσωπα του έργου. Ισως, η τσεχοφική δραματουργία δεν ταιριάζει στην ιδιοσυγκρασία του σκηνοθέτη.

  • «Μαρά/ Σαντ» του Πέτερ Βάις

Μαρξιστής, επηρεασμένος από τον Μπρεχτ, συγγραφέας σπουδαίων πολιτικο-ιστορικών θεατρικών έργων, ο Πέτερ Βάις, στους μεταπολεμικούς καιρούς ανάπτυξης του λαϊκού, εργατικού και κομμουνιστικού κινήματος στην Ευρώπη, αλλά και εμφάνισης και επιθετικής δράσης δήθεν «επαναστατικών» τρομοκρατικών ομάδων (λ.χ. «Ερυθρές ταξιαρχίες»), το 1964 παρουσιάζει την τελική γραφή του έργου του «Μαρά/ Σαντ», επαναφέροντας στο προσκήνιο την ταξική πολιτική σκέψη και διαχρονική διδαχή του φλογερού, ασυμβίβαστου, αταλάντευτου λαϊκού επαναστάτη, δημοσιογράφου, συγγραφέα, ιδεολογικού διαφωτιστή, προπαγανδιστή και υπερασπιστή της Γαλλικής Επανάστασης Ζαν – Πολ Μαρά, επισημαίνοντας και τους κινδύνους ιδεολογικής σύγχυσης και εκτροπής από τα συλλογικά ταξικά αιτήματά τους, αλλά και συκοφάντησής τους με περίεργα και παράλογα φαινόμενα τρομοκρατίας, στο όνομα μάλιστα του λαού. Ο Βάις με τη μέθοδο του «θεάτρου μέσα στο θέατρο» και με μπρεχτικού τύπου ιντερμέδια, με αφηγητή και τραγούδια – χορικά, συνδύασε την παντοτινά και οικουμενικά επίκαιρη διδαχή του Μαρά για την επαναστατική διεκδίκηση, κατάκτηση, σίγουρη και διαρκή εξασφάλιση από το λαό της συλλογικής ταξικής ελευθερίας του, με τους παραμονεύοντες κινδύνους παραπλάνησης, ξεστρατίσματος, συκοφάντησης και ματαίωσης των κατακτήσεών του, προς χάριν της ατομικιστικής ελευθερίας και προς όφελος των ταξικών αντιπάλων του. Αξιοποιώντας το πραγματικό γεγονός – ότι καταδικασμένος, λόγω αχαλίνωτης, σαδομαζοχιστικής σεξομανούς διαφθοράς, να ζει για τριάντα σχεδόν χρόνια στο ψυχιατρικό άσυλο του Σαραντόν, ο μαρκήσιος ντε Σαντ περνούσε τον καιρό του σ’ αυτό, γράφοντας και ανεβάζοντας παραστάσεις με ψυχοπαθείς τροφίμους, με μια ολότελα φανταστική πλοκή – εμφανίζει τον Σαντ να ανεβάζει στο άσυλο μια παράσταση για τη δολοφονία του Μαρά, υπό την εποπτεία, υποτίθεται, του διευθυντή του ασύλου και των νοσοκόμων, με σχιζοφρενείς να παριστάνουν όλα τα ιστορικά πρόσωπα (Μαρά, Σομόν Εβράρ – γυναίκα του Μαρά, Σαρλότ Κορντέ – νεαρή ψυχασθενής φόνισσα του Μαρά, Ντιπερέ – γιρονδίνος βουλευτής, πολέμιος της επανάστασης, εραστής της Κορντέ, Ζακ Ρου – επαναστάτης, πρώην παπάς), αλλά και τα φανταστικά πρόσωπα. Ο Βάις, μέσω της πλοκής του αντιπαραθέτει τον ανυποχώρητα επαναστατικό λόγο του Μαρά στον ελευθεριάζοντα ατομικισμό του – διανοούμενου μεν αλλά και ταξικά αντίθετου με το συλλογικό αίτημα ελευθερίας, ισότητας, ισοτιμίας, κατάργησης κάθε μορφής εκμεταλλευτικής ατομικής ιδιοκτησίας προς όφελος όλου του λαού και της προόδου όλης της κοινωνίας – Σαντ. Ο Μαρά δολοφονήθηκε καταγγέλλοντας όσους πρόδωσαν την επανάσταση και παρέδωσαν το λαό σε νέους εκμεταλλευτές του και προσπαθώντας να αφυπνίσει ξανά την εργατική τάξη, υπογραμμίζει συνεχώς ο Βάις. Οποιος καταπιάνεται σκηνοθετικά με αυτό το τόσο καθαρά μαρξιστικό πολιτικό έργο, αν δεν ταυτίζεται ιδεολογικά μαζί του, κινδυνεύει να το «διαβάσει» μονοσήμαντα, αναδείχνοντας δηλαδή μόνο το θεατρολογικό του ενδιαφέρον, είτε αμήχανος να ταλαντεύεται ανάμεσα στο διτό θέμα του και στην αλληγορία των προσώπων και της φόρμας του. Αυτή η αμηχανία είναι έκδηλη στην παράσταση που σκηνοθέτησε η Εφη Θεοδώρου. Η παράσταση του έργου στην εξαιρετική μετάφραση του Μάριου Πλωρίτη, είναι φροντισμένη, καλαίσθητη εικαστικά (σκηνικά – κοστούμια Εύας Μανιδάκη). Φανερώνει το θαυμασμό της σκηνοθέτιδας για το έργο και μόχθο, δικό της και των συνεργατών της. Ομως, σκηνοθεσία, θέλοντας να «επικαιροποιήσει» το έργο αφ’ ενός με τη ροκ μουσική του Νίκου Πλάτανου, που με την ηχητική ένταση της ζωντανής μπάντας βάζει σε δεύτερη μοίρα, επικαλύπτει το λόγο του Βάις, αλλά και με πρόσθετα κείμενα που αλλάζουν το φινάλε του έργου και αλλοιώνουν το διαχρονικό και αφ’ εαυτού του εξαιρετικά επίκαιρο μήνυμα του έργου, κείμενα που επιτρέπουν να δημιουργηθεί η λαθεμένη εντύπωση ότι ο Βάις θεωρούσε μάταιη τη Γαλλική Επανάσταση και κατ’ επέκταση κάθε επανάσταση. Επιπλέον, η σκηνοθεσία, ίσως θέλοντας να είναι λιτή, να αποφύγει τη γραφικότητα και τους υποκριτικούς θεατρινισμούς, στέρησε τις ερμηνείες των ρόλων από τη «δόση» της παράνοιας, της τρέλας, με την οποία τους «κόσμισε» ο συγγραφέας, για να υπογραμμίσει την ανερμάτιστη ιδεολογικά και κοινωνικά, τρομοκρατική βία παρανοϊκών ατόμων και ομάδων. Ο,τι από το στοιχείο της «τρέλας» των ρόλων σώζεται, οφείλεται στο ένστικτο, στη συνθετική ερμηνευτική ικανότητα των ταλαντούχων ηθοποιών της διανομής. Ο Κώστας Βασαρδάνης εξισορρόπησε την ψυχοδιανοητική διαταραχή του τροφίμου με τον επαναστατικό στοχασμό και λόγο του Μαρά. Πολύ καλή η «ψυχωσική» ερμηνεία της Κόρας Καρβούνη στο ρόλο της Κορντέ και του Πρόδρομου Τσινικόρη (φλογερός Ζακ Ρου). Ο Μηνάς Χατζησάββας κάπως αμήχανα και διεκπεραιωτικά υποδύθηκε τον Σαντ. Η αρμόζουσα στον πολιτικό χαρακτήρα του έργου είναι η ερμηνεία του Θέμι Πάνου (διευθυντής του ασύλου), όπως και του Μάκη Παπαδημητρίου (τελάλης – αφηγητής).