«Μαλλιά κουβάρια» ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – Αττική Αυλαία

  • Αλλο λαϊκό θέατρο, άλλο αρπαχτή

  • ****«Μαλλιά κουβάρια» ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – Αττική Αυλαία Θέατρο «Θανάσης Βέγγος», Κορυδαλλός
  • Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Οκτωβρίου 2010

Ολοκληρώνω τις θερινές παραστάσεις μου με το «Μαλλιά κουβάρια» στο θέατρο «Θανάσης Βέγγος», στον Κορυδαλλό. Ας πω από τώρα ότι πρόκειται για μία από τις περιπτώσεις που η κριτική θα κάλυπτε κάποτε με μονόστηλα των 150 λέξεων -τότε που η έκτασή της αντανακλούσε τη σημασία του καλλιτεχνικού εγχειρήματος.

Ελένη Καστάνη, Κώστας Φλωκατούλας και Γιώργος Παρτσαλάκης. Με ποιους όρους έγινε η διανομή;
Ελένη Καστάνη, Κώστας Φλωκατούλας και Γιώργος Παρτσαλάκης. Με ποιους όρους έγινε η διανομή;
Δεν αξίζει μεγαλύτερη αναφορά· το πράγμα θυμίζει κονσέρβα ανοιγμένη από καιρό, που σερβίρεται από ανόρεχτους ηθοποιούς σε ανόρεχτους θεατές με το πρόσχημα της «λαϊκής διασκέδασης». Ποιος φταίει γι’ αυτό; Οι ηθοποιοί είναι ασφαλώς ταλαντούχοι και έμπειροι, και ίσως στις πρώτες εμφανίσεις της, αρχές καλοκαιριού, η κωμωδία του Λάσκαρη να ήταν καλύτερα κουρδισμένη και περισσότερο εύφορη. Οχι όμως στο θέατρο του Κορυδαλλού. Εκεί παραλάβαμε το άδειο κέλυφος αυτού που αρχικά θα πρέπει να ήταν η διδασκαλία του Θανάση Θεολόγη από βραχνιασμένους, αηδιασμένους από την επανάληψη και την κακουχία επαγγελματίες, που κατέληξαν στο «Βέγγος» αφού πρώτα περιέφεραν την παράστασή τους -κανονικά, της Βέροιας- όπου μπορεί να φανταστεί κανείς, σε θέατρα τέτοιων και χειρότερων προδιαγραφών με του Κορυδαλλού. Στην ίδια πρακτική, που επαναλαμβάνεται κάθε χρόνο από πολλούς συναδέλφους τους, περιέφεραν μαζί με τα μαλλιά και κουβάρια το ταλέντο και την επαγγελματική ευσυνειδησία τους σε κάθε γωνιά της χώρας, με όλες τις συνθήκες. Ωσπου τα ευτέλισαν εντελώς. Μετά την Επίδαυρο αρχίζει το πανηγύρι Καθώς δεν έχω πολλά να πω για την παράσταση, μού μένει χώρος για τη διατύπωση συμπερασμάτων που δεν αφορούν την ίδια, αλλά το μεγαλύτερο μέρος του θερινού μας ρεπερτορίου. Γιατί, ας πούμε πως για τα «Μαλλιά κουβάρια» της Βέροιας, λίγα -όχι όμως και τόσο λίγα- θα περίμενε κανείς. Μα, στα ίδια θέατρα και προγράμματα των ίδιων δήμων συναντά κανείς και εκείνες τις παραστάσεις που -κάποτε- στην Επίδαυρο εκλήθησαν να παραδώσουν δείγματα του καλλιτεχνικού τους ήθους. Και μετά τα φουσκωμένα λόγια περί αρχαίου δράματος και περί ανάγκης παρέμβασης στο περιεχόμενό του, συναντά κανείς τους θιάσους -ελεύθερους αλλά και κρατικούς- να συμμετέχουν αυτοβούλως στη διάψευση των αρχικών τους προθέσεων. Σε ποιο σημείο ακριβώς σταματά το φρόνημα και σε ποιο αρχίζει το αίτημα για λαϊκό θέατρο, η αρπαχτή της πιάτσας, η ανάγκη επιβίωσης στην οικονομική κρίση, η εκμετάλλευση του κοινού; Πόσοι δέχονται (ή ανέχονται) το ψαλίδισμα, τον εκφυλισμό της τέχνης τους για χάρη μιας bon pour l’ Orient αντίληψης περί δημοτικής ψυχαγωγίας; Και μέσα στο καλοκαιρινό πανηγύρι συντεχνιακής συγκάλυψης, ποια διδάγματα να λαμβάνουν άραγε τα νεότερα μέλη των θιάσων (επιμένω: των κρατικών, ιδιαιτέρως), παιδιά που εισέρχονται γεμάτα ενθουσιασμό στις ορχήστρες του εθνικού μεγαλείου μας για να μάθουν αμέσως ύστερα με ποιους όρους ασκείται το επάγγελμα στην Ελλάδα; Αντε μετά να πιάσεις το όραμα από την αρχή, σε κάποιο κλειστό θεατράκι της Αθήνας το χειμώνα… Απολιθωμένα στο χρόνο αστειάκια Τα «Μαλλιά κουβάρια» είναι μια τυπική περίπτωση φάρσας -όχι ακόμα «φαρσοκωμωδίας», όπως αναγράφει το πρόγραμμα-, που πιστοποιεί ότι ακόμα και η Αθήνα του προ-προηγούμενου αιώνα είχε αναπτύξει μια κάποια αστική συνείδηση, ικανή να επιβάλει το δικό της είδος διασκέδασης. Εδώ έχουμε με αφορμή την εθνική υπόθεση του Μακεδονικού Αγώνα την κατασκευή ενός ξέφρενου παιχνιδιού διασκέδασης και υπεκφυγής από τα εθνικά προβλήματα(!), πρωτόλειο αστικού δανδισμού και -βέβαια- αστικής επιπολαιότητας. Αποτελεί μίμηση ξένων προτύπων ασφαλώς -και υπάρχουν πολλά-, ο Λάσκαρης όμως καταφέρνει να δημιουργήσει από αυτό και σχεδόν από το πουθενά τη δική του «ιθαγένεια». Στα «Μαλλιά κουβάρια» βλέπουμε πράγματι με έναν παράξενο και λοξό τρόπο κάτι από την ψυχοσύνθεση, τα όνειρα και τις ψυχώσεις της αστικής ελληνικής τάξης, στο τέλος του 19ου αιώνα. Από εκεί και πέρα το έργο γεμίζει από τις προσωπικές εμμονές του συγγραφέα του (όπως την περίφημη πεθεροπληξία του), με τα μάλλον απολιθωμένα στο χρόνο αστειάκια του, με τη σκηνική ατμόσφαιρα της εποχής που έχει πια ξεχαστεί, το ταμπεραμέντο των υπερ-εύθικτων κυριών και υπερ-οξύθυμων κυρίων του θεάτρου του, που δύσκολα σήμερα γίνεται πιστευτό. Δεν είναι διόλου εύκολη υπόθεση να αναβιώσει κανείς τη σκηνή του Λάσκαρη. Χρειάζεται τεχνική που στηρίζεται στην ταχύτητα και την ακρίβεια, εξάσκηση στην επί σκηνής ξιφομαχία λόγων και αντίλογων. Τερτίπια ενός ερασιτεχνικού θεάτρου Περιττό να πούμε ότι στο «Βέγγος» είδαμε την πλέον εκφυλισμένη εκδοχή των παραπάνω. Δεν θα σχολιάσω εδώ τις ερμηνείες. Αδυνατώ όμως να καταλάβω με ποιους όρους έγινε η διανομή. Τι είδους ζευγάρι είναι ο Κώστας Κουντουπής του Γιώργου Παρτσαλάκη (εξαιρετικός από μόνος του ηθοποιός) με την Ευφροσύνη Κουντουπή της Ελένης Καστάνη (που ξοδεύεται σε τσιρίδες και ακκίσματα). Πώς δένουν οι δυο αυτοί με τον καθαρόαιμο φαρσικό Φουρούση του Κώστα Φλωκατούλα. Και, τέλος, ποιος επέλεξε την Μαίρη Σαουσοπούλου για την κυρία Ευγενία και την Ιωάννα Δελάκου για δύο μάλιστα ρόλους, της Ευπραξίας και της κυρίας Λουλά.

Τερτίπια ερασιτεχνικού θεάτρου δίπλα στην αγωνία επαγγελματιών που απεγνωσμένα επιζητούν την αποδοχή του κοινού, ακόμα και αυτογελοιοποιούμενοι. Εντελώς αδιάφορος ο κύριος Τρακαράς του Παναγιώτη Παναγόπουλου. Μόνος επιζήσας της παράστασης ο Παναγιώτης Τσίτσας στον ρόλο του Μενέλαου Λουλά. Δεν είχε να κάνει πολλά, τα έκανε όμως τουλάχιστον ευσυνείδητα. *

Advertisements

Δημοτικών Θεάτρων … καλοκαίρι

«Μαλλιά κουβάρια»
  • ΘΥΜΕΛΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τετάρτη 22 Σεπτέμβρη 2010
Βαρέως «χειμαζόμενα», λόγω της μακρόχρονης οικονομικής ασφυξίας τους, τα Δημοτικά Περιφερειακά Θέατρα (ΔΗΠΕΘΕ), παλεύοντας προσδοκούν να πάρουν μια «ανάσα ζωής» το καλοκαίρι, με περιοδεύουσες παραστάσεις τους, ακόμα και συμπράττοντας με ιδιωτικούς θιάσους. Μετά την παράσταση των «Ιππέων» του Αριστοφάνη, στα Επιδαύρια, από το ΔΗΠΕΘΕ Αγρινίου, σε σύμπραξη με τη «Θεατρική Διαδρομή», η σημερινή στήλη κλείνει την αναφορά της στο φετινό θεατρικό καλοκαίρι, με τις παραστάσεις τεσσάρων άλλων ΔΗΠΕΘΕ.

— ΔΗΠΕΘΕ Λάρισας – «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας».

Την παλιά αγάπη, πρωτοπόρα και μαεστρική τέχνη του, στο «Θεσσαλικό Θέατρο», την επιθεώρηση, «αναβίωσε» φέτος ο διευθυντής του Κώστας Τσιάνος. Γιορτάζοντας τα 35χρονα του Θεάτρου, ανέβασε μια επιθεώρηση, η οποία πρωτίστως κειμενικά, αλλά και μουσικο-στιχουργικά, αποτελεί μια σοβαρή προσπάθεια «αναζωογόνησης» του επιθεωρησιακού είδους. Μια επιθεώρηση που επαναφέρει στο φως της σκηνής εξαιρετικά, ανθεκτικά και σήμερα νούμερα από παλιές επιθεωρησιακές παραστάσεις του Θ.Θ., νούμερα που είχαν γράψει ο Λάκης Λαζόπουλος και οι Θανάσης Παπαθανασίου – Μιχάλης Ρέππας και το θαυμάσιο υμνητικό τραγούδι για κορυφαίους θεατρίνους της παλιάς επιθεώρησης, σε στίχους της Λίνας Νικολακοπούλου. Προσθέτει νέα, επίκαιρης θεματικής νούμερα του ίδιου και της Αννας Χατζησοφιά. «Μνημονεύει» τον Γιάννη Φλερύ, με το σπαρταριστό νούμερο «Βραδιά μπαλέτου» (παρωδία της «Λίμνης των κύκνων»), βασισμένο σε μια ιδέα του αλησμόνητου χορογράφου. Και, επιπλέον, τιμά την προσφορά του Μποστ, με το «μποστικά» έμμετρο σατιρικό κείμενο που έγραψε ο Κ. Τσιάνος, με τίτλο «Οι αγαπητικοί της βοσκοπούλας». Κείμενο με σπονδυλωτά αλλά ενιαίας μορφολογικής και επίκαιρης θεματολογικής «ραχοκοκκαλιάς» νούμερα, που «ηθογραφούν» ανθρώπινους τύπους και αντιλήψεις της ελληνικής υπαίθρου υπό τις σημερινές συνθήκες της «Τρόικας» και του ΔΝΤ. Παλιά και νέα κείμενα, οι μελωδικότατα χιουμοριστικές συνθέσεις του Διονύση Τσακνή (ιδίως το τραγούδι της έναρξης και το «Ρέκβιεμ»), με την «εύφορη» χορογραφία του Φωκά Ευαγγελινού και τα εύστοχα κοστούμια και το σκηνικό του Αγγελου Μέντη, υπό την πολύπειρη σκηνοθετική και υποκριτική καθοδήγηση του Κώστα Τσιάνου, συνθέτουν μια πολύ ευφρόσυνη παράσταση, με ομόψυχο υποκριτικό κέφι και καλές επιδόσεις από όλους, ανεξαιρέτως, τους ηθοποιούς, με κυρίαρχες των Γιώργου Ψυχογιού, Πάνου Σταθακόπουλου, Γρηγόρη Σταμούλη, Ελένη Ουζουνίδου.

«Ο αρχοντοχωριάτης»

— ΔΗΠΕΘΕ Κρήτης – «Ο αρχοντοχωριάτης».«Γιαλαντζί Μολιέρο» χαρακτηρίζεται αυτοσαρκαζόμενη η παράσταση του μολιερικού «Αρχοντοχωριάτη», σε απόδοση, διασκευή και σκηνοθεσία του Γιάννη Καλατζόπουλου. Κι όμως, πρόκειται για διασκευή υπόδειγμα σεβασμού απέναντι σε ένα κλασικό έργο. Σεβασμός που συχνά εκλείπει σε ανεβάσματα κλασικών έργων από «επιφανείς» ξένους και εγχώριους διασκευαστές και σκηνοθέτες. Ο Γ. Καλατζόπουλος, με μακρά και πολύ επιτυχή ενασχόληση με διασκευές σπουδαίων θεατρικών έργων και κλασικών παραμυθιών, έχει κατακτήσει το «μέτρο» εκείνο που σέβεται το περιεχόμενο και τη μορφή, το ήθος και το πνεύμα, την πλοκή, τους χαρακτήρες και τη γλώσσα του πρωτοτύπου έργου. Καμιά αρετή, κανένα χαρακτηριστικό, ούτε καν η εποχή του μολιερικού έργου δε χάθηκαν με τη διασκευή και σκηνοθεσία του Γ. Καλατζόπουλου. Το διασκευαστικό και σκηνοθετικό «πείραγμα» του έργου έγινε με το γλωσσικό εκσυγχρονισμό του. Με κωμικές «πινελιές» που θυμίζουν γελοίες επιθυμίες, συμπεριφορές σημερινών ανοήτων που μεγαλοπιάνονται και προσπαθώντας να γίνουν αποδεκτοί από τη σημερινή κοινωνική «αριστοκρατία» κινδυνεύουν να γίνουν όχι μόνο περιγέλαστοι αλλά και βορά διαφόρων παρασίτων, αετονύχηδων και απατεώνων, όπως κινδυνεύει ο κυρ-Ιορδάνης, ο πρωταγωνιστής της μολιερικής κωμωδίας. Και με τον εμπλουτισμό του έργου με τραγούδια και χορευτικά. Η μετατροπή – καλοζυγισμένη μάλιστα – του «Αρχοντοχωριάτη» σε μουσικο-χορευτική κωμωδία είναι όχι μόνο θεμιτή αλλά και αρχόζουσα στην – καταγόμενη από τη λαογέννητη κομέντια ντελ άρτε – μολιερική κωμωδία. Η σκηνοθεσία με το χιούμορ, την υπογράμμιση των φαρσικών καταστάσεων και τη γοργορυθμία της, τα όμορφα κοστούμια εποχής της Βάλιας Μαργαρίτη, τη ζωντανά εκτελεσμένη επί σκηνής εύηχη μουσική του Δημήτρη Λέκκα, τα χορογραφικά «παίγνια» της Κατερίνας Ανδριοπούλου και τις πολύ κεφάτες, αρμόζουσες στα πρόσωπα που έπλασε ο Μολιέρος, ερμηνείες από όλους τους ηθοποιούς, κάνουν απολαυστική την παράσταση. Με κυρίαρχους στην πρόκληση γέλιου τους πηγαία κωμικούς ηθοποιούς Δημήτρη Πιατά (Αρχοντοχωριάτης), Τάσο Παλατζίδη (υπηρέτης Κοβιέλος), Τάκης Παπαματθαίου (γελοιογραφικότατος Δάσκαλος Χορού και κόμης Κοράντης) και το σουμπρετίστικο μπρίο της Νικολέττας Βλαβιανού (καμαριέρα).

«Οι αγαπητικοί της Βοσκοπούλας»
AGLOPOULOS

— ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας – «Μαλλιά κουβάρια».Το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, σε συμπαραγωγή με την «Αττική Αυλαία», ανέβασε το έργο του Νικολάου Λάσκαρη «Μαλλιά κουβάρια». Μια φαρσοκωμωδία γραμμένη το 1897, που πρωτοπαρουσιάστηκε την ίδια χρονιά στην ακμάζουσα τότε – οικονομικά και θεατρικά – Σύρο, προς διασκέδαση μεν της συριανής αστικής τάξης, αλλά και «καυτηρίασης» των πολιτικών αφελειών, των προλήψεων, των οικογενειακών, συζυγικών, ερωτικών, φιλικών και κοινωνικών σχέσεων και συμπεριφορών της αστικής τάξης. Με πρόσχημα το Μακεδονικό πρόβλημα, ο συγγραφέας εμπλέκει όλα τα πρόσωπα του έργου σε αλλεπάλληλες φαρσικές καταστάσεις. Το κεντρικό πρόσωπο, ο Κουντουπής, χάριν των σκοπών της Εθνικής Εταιρείας για την απελευθέρωση της Μακεδονίας, φεύγει για λίγες μέρες από το σπίτι του, λέγοντας ψέματα στη ζηλιάρα σύζυγό του ότι χρειάζεται μπάνια για τους ρευματισμούς του. Με το ψέμα, την απουσία του, τη ζήλια της γυναίκας του, την πεθερά του, κι ένα χαζοβιόλη ομοϊδεάτη του, θα μπερδευτούν ονοματεπώνυμα, ένα παντρεμένο και ένα υποψήφιο ζευγάρι. Θα γίνουν όλοι και όλα «μαλλιά κουβάρια». Τελικώς, όλα και όλα ξεμπλέκουν αισίως. Η κωμωδία υπηρετήθηκε γόνιμα από όλους τους συντελεστές της: Θανάσης Θεολόγης (σκηνοθεσία), Πέννυ Αμπλά (κοστούμια), Ακης Χειρδάρης (σκηνικό), Θανάσης Ροδίτης (μουσική επιμέλεια). Πρωτίστως υπηρετήθηκε από τους κυρίαρχους υποκριτικά Γιώργο Παρτσαλάκη και Ελένη Καστάνη και τις καλές κωμικές ερμηνείες των Κώστα Φλωκατούλα, Μαίρης Σαουσοπούλου, Παναγιώτη Παναγόπουλου.


* «Μαλλιά κουβάρια» του Νικόλαου Λάσκαρη – ΔΗΠΕΘΕ Πάτρας – Θέατρο Απόλλων

ΕΚΤΟΣ Εδρας

Σαμπάνια σερβιρισμένη σε μισόκιλα

ΚΡΙΤΙΚΗ Του ΓΡΗΓΟΡΗ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Το ωραίο με τον Λάσκαρη είναι ότι δεν δείχνει να κρατά κανένα μυστικό. Το έργο του μοιάζει σαν κάθε περίπτωση καθαρής φάρσας, με εύθυμο κατασκεύασμα χωρίς περίσσιες θεωρητικές κόχες ή υπαινιγμούς. Πρόκειται για μια στιγμή, ένα ανέκδοτο, ένα ευφυολόγημα, που ανεβαίνει για να εκφράσει τη χαρά του σανιδιού, την προσήλωση του συγγραφέα στην ευθυμία, τη διασκέδαση και την επίπλαστη παρηγορία των θεατών του.

Γιώργος Ψυχογιός, Θοδωρής Σκούρτας και Ελένη Ζιώγα σε μια σκηνή από την παράσταση

Ο Νικόλαος Λάσκαρης ωστόσο δεν είναι μόνο αυτό: εξέφρασε μέσα από το έργο του -καλλιτεχνικό, επιστημονικό και επιστημονικοφανές, όπως και μέσα από τη ίδια τη στάση του βίου του- τη στενή, αμφίβολη ασφαλώς και σαφώς επιτηδευμένη ελληνική εκδοχή της μπελεπόκ στο γύρισμα του αιώνα και στην εποχή της τρικούπειας νεόκοπης αστικής τάξης. Της τάξης που μπορούσε να περιφράξει το δικό της χώρο μεταξύ Νεάπολης και Βουλής, όπου θα κυκλοφορούσαν οι δανδήδες της, θα διασταυρωνόντουσαν τα κουτσομπολιά της και θα γεννιόντουσαν οι μύθοι της.

Αν υπάρχει λοιπόν κάτι το ενδιαφέρον στα γραπτά του, είναι αυτό το βουητό της ανερχόμενης αστικής τάξης που αισθάνεται και αντιλαμβάνεται το μύθο της, που νιώθει αρκετή αυτοπεποίθηση για να τον εκπέμψει με δανεικές (όχι όμως και αλλότριες) εικόνες και που διαθέτει πια αρκετή αυτογνωσία, ώστε να μπορεί να χαρεί με δικές της μορφές και σχήματα. Και αν θα χαρακτηρίζονταν στο μέλλον πλαστά τα θεατρικά της καμώματα, για την εποχή και τους αστούς της παρέμεναν ενεργά στο πλαίσιο της συσπείρωσης και αλληλο-αναγνώρισής τους. Ναι, χωρίς αμφιβολία ήταν μια θεατρολογία φυγής από τα φαρμακερά προβλήματα της εποχής το έργο του Λάσκαρη. Ηταν όμως για τους αστούς επίσης η διέξοδος που περνούσε μέσα από το δικό τους σπίτι, φορούσε τα δικά τους ρούχα και χαίρονταν με τις δικές τους σαχλαμάρες.

Το να ανεβάζεις επομένως τα «Μαλλιά κουβάρια» στο θέατρο Απόλλων της Πάτρας -ειδικά στο θέατρο Απόλλων- είναι σαν να συμμετέχεις στην επιστροφή του έργου στον φυσικό του χώρο. Το περιβάλλον του θεάτρου που ανέδειξε η αστική τάξη, το πλαίσιο της μπούκας, ο σκηνικός τόπος της πολυθρόνας, όπου με βεβαιότητα θα λιποθυμήσει κάποια στιγμή η κομψή και ζηλιάρα συμβία, ο τόπος του τραπεζιού μπροστά στο οποίο θα βηματίσει αργότερα ο εκνευρισμένος στυλοβάτης του οίκου, δεν συνιστούν εδώ δανεικά στοιχεία: αποτελούν αυθεντικά στοιχεία του κώδικα επικοινωνίας του έργου με την τάξη που το γέννησε και το αγάπησε.

Η παράσταση στο θέατρο Απόλλων είναι, με μια λέξη, γιορτή θεάτρου. Από εκεί και πέρα η απόδοση παραμένει ευθύνη του σκηνοθέτη Κώστα Τσιάνου. Κύριο μέλημα του τελευταίου ήταν να απομονώσει τα «Μαλλιά κουβάρια» από την εποχή τους και να τα στρέψει από την αστική πηγή στον λαϊκό δέκτη τους: με παρεμβολές, που φτάνουν μέχρι τη φαρσοκωμωδία, φανερώνει τα ερείσματα της φάρσας και τη συνδέει με το περιρρέον καρναβάλι. Το κύριο μάλιστα χαρακτηριστικό της προσέγγισης περιλαμβάνει την οπισθοχώρηση του είδους στο βοντβίλ και -με την προσθήκη τραγουδιών από τη Σοφία Καμαγιάννη- στην «κωμωδία μετ’ ασμάτων».

Δεν υπάρχει αμφιβολία πως πρόκειται για προσπάθεια που αποδίδει: το κατάμεστο θέατρο ακούγεται ευχαριστημένο. Αδιάφορο αν, προσωπικά, αδυνατούσα για κάποιο λόγο να συμμετάσχω στη γενική ευδαιμονία. Ισως γιατί περίμενα να δω περισσότερο Λάσκαρη και λιγότερο μια κατά Τσιάνο διασκευή. Τα «Μαλλιά κουβάρια» διασώζονται ως λαμπρό ντόπιο δείγμα του σαμπανίτη που άφριζε άλλοτε στα ευρωπαϊκά βουλεβάρτα: το σερβίρισμά του σε μισόκιλα ξενίζει.

Υποκριτικά η παράσταση ήταν άνιση, αν και αυτό δεν βαρύνει μόνο τους ηθοποιούς της. Ο Θοδωρής Σκούρτας και η Ελένη Ζιώγα, στους ρόλους του ζεύγους Κουντουπή, δυσκολεύονται στους ρυθμούς του βουλεβάρτου. Ο Σπύρος Τσεκούρας επωμίζεται τον μάγκα σαν Τρακαράς. Και ο εξ Αιγύπτου ερχόμενος αστός Μενέλαος Λουλάς παρουσιάζεται από τον Παντελή Παπαδόπουλο με τη μορφή κυνηγού κροκοδείλων. Ο Γιώργος Ψυχογιός μοιράζει ευφορία σαν Κώστας Φουρουσής, ανήκει όμως και αυτός σε άλλο είδος. Πιο πιστοί στο είδος είναι οι δεύτεροι ρόλοι: Ναταλία Στεφανού σαν πεθερά, Σπύρος Αυγουστάτος σαν υπηρέτης, Γιώτα Μηλίτση σαν υπηρέτρια και μοιραία γυναίκα. Κεφάτη παράσταση και μελετημένη. Αποτελεί ωστόσο μυστήριο γιατί επιλέγει να κάνει τη διαδρομή Αθήνας-Πάτρας μέσω Λάρισας. * ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ – 26/01/2009