Ο κοµίστας Ιονέσκο

  • Του Κώστα Γεωργουσόπουλου, ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 18 Οκτωβρίου 2010

Σκηνή από την  παράσταση  «Μακµπέτ» που  παίζεται για δεύτερο χρόνο στο  θέατρο «Στούντιο  Μαυροµιχάλη»

Συχνά κάνω τη λογική ερώτηση: τι τάχα θα ήταν ο δραµατουργός Ιονέσκο χωρίς τον Ζαρί και τον Βιτράκ
Η ερώτηση είναι λογική διότι η έρευνα έως τώρα έχει απαντήσει τι οφείλει ο γαλλικός µοντερνισµός µέσω της µετάφρασης του Μποντλέρ στον Εντγκαρ Αλαν Πόε, τι οφείλει ο υπερρεαλισµός στον Λοτρεαµόν και τον τελώνη Ρουσό, τι οφείλει ο Στανισλάβσκι στον Γεώργιο, δούκα του Μαϊνίγκεν και στην Ελεονόρα Ντούζε και τι οφείλει ο Τσαρούχης στον Κόντογλου και στον Θεόφιλο.

Μιλάει για γόνιµες επιρροές, στροφές προς µιαν άλλη οπτική των πραγµάτων. Μια, κυριολεκτικά, στροφή της βίδας, αν όπου βίδα, ο νους, το µυαλό, πώς λέµε «σου ‘στριψε η βίδα». Ο Ζαρί, το παιδί-θαύµα του παγκόσµιου θεάτρου, αφού σε ηλικία 15 χρόνων προίκισε την ιστορία του θεάτρου µε ένα αριστουργηµατικό εξάµβλωµα (!), τον «Βασιλιά Ιµπί». Το έργο αυτό λίγο πριν από το τέλος του 19ου αιώνα ήταν η σχολική σάτιρα που έγραψε και δίδαξε επί σκηνής στο σχολείο του ο νεαρός µαθητής Ιµπί, σε εορταστικό επί τη αποφοιτήσει πρόγραµµα µε στόχο τον καθηγητή του που δίδασκε Οιδίποδα (το όνοµα Ιµπί ήταν το παρατσούκλι του καθηγητή, παθιασµένου όπως φαίνεται αρχαιολάτρη). Το έργο του νεαρού θεατρικού επαναστάτη ήταν ένα αριστούργηµα γλωσσικής ευφορίας, αφηγηµατικού οίστρου, σατιρικής καταιγίδας και καινοτόµου δοµής. Ακολουθώντας την ανοιχτή φόρµα του Σαίξπηρ αφηγείται µε τρόπο επικό τα γελοία καµώµατα ενός υπερφίαλου και καυχησιάρη δειλού, δηλαδή ενός τυπικού Καπιτάνου (ενός τύπου που έρχεται από τον αριστοφανικό Λάµαχο, περνάει στον Πλαύτο, γίνεται Φάλσταφ, ποιητικός Δον Κιχώτης, Κρητικός Τζαβάρλας και Επτανήσιος Χάσης).

Οι υπερρεαλιστές θεωρούσαν τον Ιµπί καταγωγικό πρόσωπο του δόγµατός τους και τον Ζαρί, πρόδροµο της σύλληψης της αισθητικής του «θεσπέσιου πτώµατος».

Από την άλλη ο Βιτράκ έγραψε το µοναδικό υπερρεαλιστικό έργο που είχε µέλλον. Το «Βιτράκ ή τα παιδιά στην εξουσία». Είναι ένα αριστούργηµα όπου η εξέγερση κατά των κατεστηµένων ηθικών και κοινωνικών θεσµών και ιδεών συνδυάζεται µε τις θεωρίες για τα όνειρα και τη σεξουαλικότητα, αλλά και την ενόρµηση του θανάτου του Φρόυντ. Είναι γνωστό πως οι θεωρητικές αρχές του υπερρεαλισµού είχαν ως σταυρικά στοιχεία την ψυχανάλυση και την «ερµηνευτική των ονείρων» του Φρόυντ και τη µαρξιστική ερµηνεία από τον Λένιν και τον Τρότσκι. (Εξ ου και αργότερα η τριχοτόµηση του κινήµατος!).

Χωρίς τον Ζαρί και τον Βιτράκ ο Ιονέσκο πιθανόν να είχε γράψει τα πρώτα έργα του αλλά δεν θα είχε ούτε την υποδοχή ούτε την επιδοκιµασία που βρήκε στη δεκαετία του ‘50.

Ρουµάνος γαλλοµαθής και καθηγητής των γαλλικών έως ότου εγκαταστάθηκε στη Γαλλία, έγραψε τα τρία πρώτα έργα του, όλα µονόπρακτα («Η φαλακρή τραγουδίστρια», «Το µάθηµα», «Οι καρέκλες»), εκµεταλλευόµενος τη διδασκαλική του εµπειρία. Η έλλειψη γλωσσικής και σηµασιολογικής κατανόησης, η αυταρχική σχέση δασκάλου – µαθητή, η κενότητα των ιδεολογιών και των δογµατικών συνταγών.

Τα περισσότερα από τα έργα του Ιονέσκο είχαν ηµεροµηνία λήξεως. Εδρασαν και επέδρασαν στην εποχή τους, αλλά γρήγορα ξεπεράστηκαν από τα ίδια τα γεγονότα. Π.χ. ο «Ρινόκερος» είχε νόηµα στην εποχή που οδεύαµε στην αµερικανοποίηση, στον προθάλαµο της παγκοσµιοποίησης. Σήµερα τι µπορεί να πει όταν η πλατεία του θεάτρου είναι γεµάτη από αυτοϊκανοποιηµένους ρινόκερους;

Παθιασµένος αντικοµµουνιστής, ο Ιονέσκο όταν στον «Ιάκωβο ή η υποταγή» έβαζε ένα πτώµα (µια ιδεολογία) να µεγαλώνει συνεχώς και να κατακλύζει το δωµάτιο, σατίριζε τον σταλινικό δογµατισµό. Μετά τον θάνατο του Στάλιν, µετά το «πτώµα» Μπρέζνιεφ, µετά την κατάρρευση, δεν έχει αντικείµενο, ή µάλλον έχει, και δεν γνωρίζω αν θα άρεσε στον γαλλορουµάνο ακαδηµαϊκό, αφού το σηµερινό πτώµα που τουµπάνιασε είναι ο καπιταλισµός.

Το µόνο, πιθανόν, έργο του Ιονέσκο που θα επιβιώσει είναι «Ο βασιλιάς πεθαίνει» και ίσως το υπαρξιακό σαρτρικό «Πείνα και δίψα».

Πέρυσι και φέτος σε επανάληψη ο «Θεατρικός Οργανισµός Νέος Λόγος» στο θέατρο «Στούντιο Μαυροµιχάλη» ανέβασε σε θαυµάσια µετάφραση Ερρίκου Μπελιέ ένα από τα τελευταία έργα του Ιονέσκο: «Μακµπέτ». Πρόκειται για ένα πρωτότυπο έργο που αντλεί απλώς και αδροµερώς την υπόθεση από τον «Μάκβεθ» του Σαίξπηρ. Εξάλλου και ο Σαίξπηρ άντλησε το στόρι της τραγωδίας του από ένα σκωτσέζικο χρονικό. Ο Σαίξπηρ είναι ποιητής, ο Ιονέσκο είναι απελπισµένος είρων. Επειδή στο βάθος είναι ένας ροµαντικός ηθικολόγος. Οσο µάλιστα γερνούσε γινόταν ένας αντιδραστικός ιεροκήρυκας. Το έργο του είναι ένα σχηµατικό, απλουστευτικό, σχεδόν δασκαλίστικο σκηνικό δοκίµιο απάνω στην ιστορία ως κρεατοµηχανή! Διαβάζοντας σωστά τον Σαίξπηρ διαπίστωσε πως ο καµβάς των έργων του είναι µια συνεχής αιµατηρή αλυσίδα αλληλοϋπονοµεύσεων, αλληλοεξοντώσεων, µια αλληλουχία θυτών και θυµάτων.

ΙΝFΟ

«Μακµπέτ» (του Ιονέσκο) στο θέατρο «Στούντιο Μαυροµιχάλη» κάθε Παρασκευή, Σάββατο και Κυριακή (Μαυροµιχάλη 134, Εξάρχεια. Τηλ. 210-6453.330)

  • Σαν τις φούσκες των κόµικς

Η γραφή του έργου σαφώς παραπέµπει στην παρωδία, στο γκροτέσκο και θα έλεγα σαφέστερα στα κόµικς. Ο θεατρικός λόγος έχει περιοριστεί σε µονολόγους ρητορικούς και µονόλεκτες εκτιµήσεις σαν τις φούσκες των κόµικς. Θέµα η ρητορική της εξουσίας, η ανελέητη µαταιοδοξία για εξουσία, ο κυνισµός των σχέσεων, η προδοσία της φιλίας, η εκπόρνευση ανδρών και γυναικών για χάρη της εξουσίας.

Υπάρχει µάλιστα και µια έξυπνη αναφορά στη «Μάνα Κουράγιο» του Μπρεχτ, όταν ανάµεσα στους νεκρούς µιας αιµατηρής µάχης περιφέρεται ένας πωλητής λεµονάδας για δροσιστικό!

Μέτριο έργο, εύκολο και εν τέλει δηµαγωγικό, αφού καταγράφει αδροµερώς την επιφάνεια και αφήνει το τοπίο της ιστορίας χωρίς τη διαλεκτική του εξήγηση.

Ο Φώτης Μακρής που σκηνοθέτησε και πρωταγωνιστεί στο έργο υπερτόνισε την γκροτέσκο και αισθητικά γραφική πύκνωση των κόµικς καθοδηγώντας τους πέντε υπόλοιπους συνεργάτες που υποδύονται ποικίλους ρόλους. Μια επιτρεπόµενη λύση, αφού η θέση η ιδεολογική του συγγραφέα είναι πως η ιστορία είναι µια επανάληψη ρόλων που φορούν διαφορετικά προσωπεία. Η κίνηση που επιµελήθηκε η Στέλλα Κρούσκα κυρίαρχο στοιχείο στην παράσταση που κυριαρχείται από µιµική και σωµατικότητα.

Ολοι οι ηθοποιοί, Μακρής, Κρούσκα, Καπόγιαννη, Ντούσκα, Πλειώνης, Μανουσάκης στήριξαν µε εξωτερικά µέσα και υπερβολή µιµικής ένα έργο που λέει αυτονόητα πλέον πράγµατα µε χονδρικό τρόπο.

Advertisements

Ο Ιονέσκο σήμερα

  • Πολενάκης Λέανδρος
  • Η ΑΥΓΗ: 14/03/2010

Για το θέατρο του Ιονέσκο έγραψα πρόσφατα, με την ευκαιρία της παράστασης του έργου «Μακμπέτ» στο Studio Μαυρομιχάλη από τον Θεατρικό Οργανισμό «Νέος Λόγος», σε σκηνοθεσία του Φώτη Μακρή. Υποστήριζα την άποψη ότι ο Γαλλορουμάνος συγγραφέας, που εντάσσεται συνήθως στο «Θέατρο του Παραλόγου», δεν είναι ίσως αυτό που εκ πρώτης όψεως μοιάζει, ένας αιρετικός δηλαδή της δραματικής τέχνης… αλλά περισσότερο ένας μαχόμενος οπαδός του ορθόδοξου, αρραγούς, απόλυτου ανθρωπιστικού ιδεώδους της όψιμης Αναγέννησης, που κόπτεται και θρηνεί για την ουσιαστική εγκατάλειψή του από την ευρωπαϊκή σκέψη σήμερα, σαρκάζοντας την τραγική διάψευση όλων των επαγγελιών περί ελευθερίας, ισότητας και δικαιοσύνης!

Αυτό που θα μείνει τελικά από το έργο του Ιονέσκο είναι η επανεγκατάσταση του ανθρώπου για άλλη μια φορά στο κέντρο του κόσμου, με όλα τα θετικά και τα αρνητικά που συνεπάγεται κάτι τέτοιο. Στα θεωρητικά κείμενά του διακηρύσσει αυτή την αρχή ανοιχτά… και στο θέατρό του απλώς τη μεταμφιέζει σε «παράλογο» -α λα Μπέκετ-, τον οποίο θαυμάζει, όπως μας λέει, για την υπαρξιακή του αγωνία μπροστά στο αδιέξοδο του σύγχρονου πολιτισμού! Θέλει με αυτόν τον τρόπο να τραβήξει την προσοχή μας πάνω στις ολέθριες συνέπειες που θα έχει για την ανθρωπότητα η εγκατάλειψη των μεγάλων «ανθρωπιστικών» αρχών της: πρόκειται, μας λέει, για μία επιδημία που μεταβάλλει τους ανθρώπους σε «ρινόκερους», όπως στο ομώνυμο έργο του, όπου βλέπουμε να προσβάλλεται ανάμεσα στους πρώτους από τον «ιό» ένας διαπρεπής ορθολογιστής φιλόσοφος!

Διαπιστώνουμε ότι ο συγγραφέας, που έγινε πλατιά γνωστός ως εκφραστής του «παραλόγου» με την αναρχική μορφή του έργου του, δεν αποκρούει σε αυτά το νόημα και τον λόγο! Δηλώνει, αντίθετα, σε υπερθετικό βαθμό την αγωνία του για την απουσία του νοήματος, την έκλειψη του λόγου, ακόμη και στα «λογικά» έργα των συγκαιρινών του! Μέσα στην υπερβολή της κλειστής του φόρμας, μπορούμε να διακρίνουμε σήμερα ίσως… έναν παραπλανημένο κλασικό «ευσεβή» και ανθρωπιστή συγχρόνως, που «ξαστόχησε».

Τα πιο πάνω μαζί με την τραγική συνείδηση της θνητότητας του ανθρώπου, βρίσκονται στο θεμέλιο της ιονεσκικής «μαύρης κωμωδίας»: Ο βασιλιάς πεθαίνει. Θα μπορούσαμε ίσως να πούμε ότι ο Ιονέσκο εδώ πηγαίνει ένα βήμα πιο πέρα στη «μεταφυσική» του, εκθέτοντας αμεσότερα την έμμονη ιδέα του, ότι όλες οι «αμαρτίες» του ανθρώπου, φθόνος, επιθετικότητα, απληστία κ.ά. προέρχονται από την ασέβεια και την αδυναμία του να βιώσει «τραγικά» τον θάνατο. Αποπειράται στο έργο αυτό να «θεραπεύσει» το κακό δραματοποιώντας την ίδια τη νεκρώσιμη ακολουθία της Καθολικής Εκκλησίας, μπολιάζοντάς την εναλλάξ με μεσαιωνικά γοτθικά και αναγεννησιακά μπαρόκ στοιχεία! Τι μείξη! Όσοι γνωρίζουν το στρατευμένο θέατρο των Ιησουιτών της αντιμεταρρύθμισης θα αναγνωρίσουν ίσως κάποια ίχνη του σε αυτό το έργο, που εν μέρει απέχει από τον αμιγή άναρχο, αυθόρμητο λίγο ή πολύ χαρακτήρα των πρώτων κωμωδιών του, για να επικεντρωθεί στην πένθιμη τυμπανοκρουσία της «ματαιότητας των εγκοσμίων»! Πρόκειται, με άλλα λόγια, για ένα έργο λόγιο, εργαστηριακό, με στοιχεία διδακτισμού, σίγουρα δύσκολο στην ανάγνωση και στη σκηνική εφαρμογή του, που απαιτεί λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στις αποκλίνουσες κάποτε δομές του, την τραγική και την γκροτέσκο.

Η σκηνοθεσία της Μάνιας Παπαδημητρίου στο «Υπόγειο» του Θεάτρου Τέχνης (επιμέλεια κίνησης Πέρσα Σταματοπούλου), τεντώνει ώς τα άκρα το γκροτέσκο. Δίνει το έργο, με υπερβατικά σκηνικά και κοστούμια (Έλλη Παπαγεωργακοπούλου, Τατιάνα Σουκορούκωφ), με λοξούς φωτισμούς (Λευτέρης Παυλόπουλος), με ανάλογα βίντεο (Φοίβος Κοντογιάννης), με τη ζωντανή μουσική του Κώστα Βόμβολου διδαγμένη και εκτελεσμένη ωραία στο πιάνο από τη Μαρίνα Χρονοπούλου, σαν μια παράσταση ενός χαώδους, μακάβριου γοτθικού, μπαρόκ μυθώδους τσίρκου, που οι άνθρωποί του ξέρουν ότι είναι η τελευταία και κάνουν τα πάντα για να αναβάλουν το τέλος της! Όλες οι προσπάθειές τους όμως είναι από πριν καταδικασμένες!

Μια άποψη ενδιαφέρουσα και ερεθιστική, που όμως δεν ολοκληρώθηκε καθώς δεν συμπεριέλαβε την τραγικότητα της ματιάς του Ιονέσκο, την τεχνολογία και τη μεταφυσική του. Όλα θύμιζαν ένα αενάως επαναλαμβανόμενο θεατρικό παιχνίδι για το παιχνίδι. Απουσίαζε ακόμη ο εσωτερικός συντονισμός, αφήνοντας την υφολογική πανσπερμία να κυριαρχεί: μια ποικίλη σώρευση επίπονων αλλά διαφορετικών υποκριτικών μεθόδων και τρόπων των ηθοποιών, φυγόκεντρα «κουρδισμένων», χωρίς άξονα κεντρικό, που μοιραία κούραζε τον θεατή εξαντλώντας τη ματιά του… (Θοδωρής Αντωνιάδης, Γεράσιμος Γεννατάς, Σοφιάννα Θεοφάνους, Μαρία Κόμη – Παπαγιαννάκη, Λένα Παπαληγούρα, Ανδρέας Μαυραγάνης).

Η Μαρίνα Χρονοπούλου στο πιάνο διαθέτει επίσης έντονο θεατρικό προφίλ. Η στρωμένη μετάφραση είναι του Μπελιέ.

<!–

Ο Ιονέσκο σήμερα

–>

Ερωτες ροκοκό, έρωτες ταπείνωσης

Ενας a cheval νέος – παλιός Μαριβώ κι ένας βίαιος έρωτας

Κριτική Γιάννης Βαρβέρης

Μαριβώ: Η Κληρονομιά, σκην.: Φώτης Μακρής. Θέατρο: Νέος λόγος (studio Μαυρομιχάλη)

Ανδρέας Μήτσου: Ο κύριος Επισκοπάκης, σκην.: Στέλιος Μάινας. Θέατρο: «Εύπλους» (στο «104»)

«Επινοώ τον εαυτό μου αλλά για τη συντήρησή του σε χρειάζομαι. Αγάπησέ με» Νατάσα Χατζιδάκι «Άδηλος αναπνοή», 2008

Με αδιάκοπη ευφορία παρακολούθησα τον νεωτερικό Μαριβώ («Η κληρονομιά»-1736) που σκηνοθέτησε φρέσκα και μοντέρνα ο Φώτης Μακρής. Κράτησε τη θέρμη της αμφίρροπης ως εκ του χρήματος ερωτικής πλοκής, σεβόμενος απόλυτα τον μετρ του είδους μεταφραστή Ανδρέα Στάικο και τις γλωσσικές του ταχυδακτυλουργίες, ενώ ουσιαστικά ένωνε διαρκώς την κλασική εποχή με τη σημερινή νευρώδη κινητικότητα και τη συμπεριφορά μας. Εξυπνα γκαγκ, γυμνή, μπρεχτίζουσα όψη (Γ. Λυντζέρης) κι ένας συνδυασμός παραδοσιακής υποκριτικής και νεανικής «τρελής» δροσιάς και αθωότητας μέσα σε περιβάλλον που θύμιζε «φτωχό θέατρο» του Γκροτόφσκι, ελάφρυναν το κλασικό marivaudage.

Στον Μαριβώ ο κίνδυνος σήμερα είναι να ακινητοποιήσεις τον θεατή σου στη θέση του ακροατή, κίνδυνο που με πολλά ανάλαφρα τεχνήματα (συμμετοχή του κοινού, ειρωνικό παίξιμο, τεχνικοί αιφνιδιασμοί, καταιγιστική ή διακεκομμένη δράση) απέφυγε ο Μακρής. Συνάμα, πλούτισε την παράσταση με Γάλλους τραγουδοποιούς (Adamo, Legrand, Gainsbourg), κατά τις οδηγίες ενός έκπαλαι λάτρη αυτής (και όλης) της μουσικής, του Ιάκωβου Δρόσου. Τις πρωταγωνιστικές εδώ χορογραφίες και την κίνηση επιμελήθηκε με επιθετική ζωντάνια η Στέλλα Κρούσκα, ιδεώδης κάτοχος και χειρίστρια, μαζί με τη δυναμική Μαρία Μαλταμπέ, του συγκεκριμένου μεικτού πλην νόμιμου ύφους που ζήτησε η σκηνοθεσία. Τις πλαισίωσαν, όχι στο ίδιο επίπεδο αλλά με διδαγμένη επάρκεια, ο Αλ. Αλπίδης, η Μαρ. Κορδώνη, ο Δημ. Πλειώνης και ο ίδιος ο Φ. Μακρής.

Ο θεατρικός οργανισμός «Νέος Λόγος» εργάζεται ποιοτικά αλλά ως πλάνης από το 1997. Στον δικό τους πια χώρο τα μέλη της ομάδας έλυσαν με απλότητα αλλά και πολλή προσοχή και φαντασία το αίνιγμα του εν ευφραδεία βαρύφορτου και περίπλοκου Μαριβώ ως ευχάριστου σημερινού θεατρικού επιχειρήματος. Δεν είναι καθόλου λίγο.

  • «Ο κύριος Επισκοπάκης»

Μια άλλου είδους επιτυχία κατήγαγε ο σημαντικός μας πεζογράφος Ανδρέας Μήτσου: μετέφερε χωρίς τραύματα ή μάλλον με πρόσθετες θεατρικές αρετές τη νουβέλα του «Ο κύριος Επιτροπάκης» στη σκηνή. Με ζωντανούς διαλόγους, βίαιες ανατροπές, ηθικές απογυμνώσεις ακραίων περιοχών της συνείδησης, «ταπείνωσε» το δειλό και συμβατικό άρρεν ως ανάξιο της μοιχείας, εφόσον επιστρέφει στον οικογενειακό κλωβό. Το θήλυ, ψηφίζοντας την ποίηση της ανδρείας, θα ακολουθήσει τον Βούλγαρο μόρτη, που από εκβιαστής οικογενειών μεταβάλλεται σε ερωτευμένο βιταλιστή εραστή.

Αν εξαιρέσει κανείς τη φιλολογική σκευή του Μήτσου, η οποία κατά σημεία τον οδηγεί στον εκφραζόμενο στοχασμό ή στο φιλοσοφικό τσιτάτο, το νεύρο της γραφής του, η λαϊκή του έως και λούμπεν γλώσσα και το πλούσιο μεταλλείο των ψυχογραφικών του παρατηρήσεων πλαισιώνουν το ερωτικό του τρίγωνο χαρίζοντάς του αλήθεια, οδύνη, αισθαντικότητα, πικρές γεύσεις και βαθύτερες καταγγελίες της ερωτικής αναπηρίας.

Νεοελληνικό θέατρο άρτιο παρέλαβε ο Στέλιος Μάινας (που έπαιξε με επιθετική «απόγνωση» έναν ουτιδανό και γελοίο Επισκοπάκη) και μας το παρέδωσε με όλους τους χυμούς, τη σφοδρότητα και τα απροσδόκητά του. Βοηθήθηκε πολύ και πολύ ουσιαστικά από τους αλλοδαπούς συσκηνοθέτες Κρίστοφερ Μπίτσινγκ και Ντάγκλας Φουτ, που κατηύθυναν με εμπνευσμένο και σίγουρο χέρι τους φωτισμούς, την εικόνα, τους ήχους. Ο Πάνος Βασιλονικολός, με εξαίρετα μουσικά κομμάτια, έντυσε αισθηματικά την παράσταση, ενώ, πέρα από τα αρμόδια κοστούμια, η Αγγελική Αθανασιάδου χρησιμοποίησε ως ιδιοφυές σκηνικό ένα μεγάλο «μεκανό» για πολλές μεταμορφώσεις και χρήσεις.

Ο νταής του Κώστα Καζανά ήταν νομίζω ό,τι καταλληλότερο, αβίαστο, φυσικό και λάμπον μέσα στο όλο εγχείρημα. Κολακεύομαι που τον είχα ξεχωρίσει από το 1982 στο «Θεατρικό Εργαστήρι Θεσσαλονίκης» του Νίκου Ναουμίδη, στα «Γούστα του κυρίου Σλόαν» του Ορτον. Τέλος, η Κάτια Σπερελάκη (το γυναικείο διακύβευμα) χάρισε στον εαυτό της μια χρησιμότατη μαθητεία μέσα σ’ αυτό το εντυπωσιακό σύνολο.