«Μήδεια, σ’ αγαπώ»

  • «Πολιτισμός: μια κοσμική τραγωδία» του Δημήτρη Δημητριάδη από την ομάδα bijoux de kant σε σκηνοθεσία Γιάννη Σκουρλέτη στο Ιδρυμα Μιχάλης Κακογιάννης
«Μήδεια, σ’ αγαπώ»
Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη (Μήδεια) και ο Γιώργος Παπαπαύλου (Ιάσων) στην παράσταση του Γιάννη Σκουρλέτη
Τα τεχνάσματα της υποκριτικής τέχνης ταιριάζουν στη Μήδεια: ξέρει πολύ καλά πώς να υποδυθεί την αβοήθητη, την απροστάτευτη, την εγκαταλελειμμένη από τους ανθρώπους. Παρουσιάζει αριστοτεχνικά τον εαυτό της ως θύμα αλαζόνα συζύγου, προδομένη για χάρη μιας νεότερης γυναίκας, ολομόναχη σε ξένη χώρα, με την τιμή της τραυματισμένη και το μυαλό της γεμάτο σκέψεις αυτοχειρίας. Ικέτιδα πέφτει στα πόδια του Κρέοντα για να τη λυπηθεί και κροκοδείλια δάκρυα χύνει ενώπιον του Ιάσονα για να τον παραπλανήσει. Ιέρεια του μελοδράματος, περιμένει την κατάλληλη στιγμή προτού αφαιρέσει το πέπλο της ευάλωτης και αποκαλύψει τη σκληρή, εκδικητική και υπερφιλόδοξη πλευρά της.
Αν η Μήδεια του Ευριπίδη είναι φυσικό ταλέντο, η Μήδεια στην εκδοχή του Δημητριάδη πασχίζει να υποδυθεί έναν ρόλο που την πνίγει με το βάρος του. «Είμαι η Μήδεια» επαναλαμβάνει ξανά και ξανά προσπαθώντας εναγωνίως να πείσει τον εαυτό της ότι είναι αυτή που δηλώνει ότι είναι – να βρει το σθένος να γίνει Μήδεια και να δικαιώσει το κλέος της διαβόητης τραγικής ηρωίδας που στοιχειώνει αιώνες τώρα τη φαντασία μας.
Δεν είναι καθόλου απλή υπόθεση. Εγκλωβισμένη στο κέλυφος της «Μήδειας», στο υπερ-εγώ ενός ρόλου που εγείρει υψηλότατες θεατρικές προσδοκίες, η ηρωίδα του Δημητριάδη δεν αισθάνεται καθόλου «σπουδαία» σαν την πρόγονό της, την κόρη του θεού Ηλιου, που ανέβηκε στο άρμα της και αναχώρησε λάμποντας προς τους ουρανούς. Τούτη εδώ νιώθει θνητή, προσκολλημένη στη γη: πρέπει να προβεί σε μια τρομερή πράξη, αλλά δεν τα καταφέρνει. «Ελα, ευλογημένη κακία μου, έλα και νίκησέ με, κάνε με Μήδεια» παρακαλάει μονολογώντας όταν συνειδητοποιεί ότι της είναι αδύνατο να σκοτώσει τα παιδιά της.
Τούτη δω η Μήδεια έχει απολέσει τις μαγικές ικανότητές της· νιώθει μια συνηθισμένη γυναίκα. Αυτή η αδυναμία να υπερβεί την κανονικότητά της και να ανταποκριθεί στις επιταγές ενός ένδοξου παρελθόντος συνιστά τον όλεθρο και την τραγικότητά της.
Αν η σύλληψη μιας ανήμπορης, καθημερινής Μήδειας ασκεί δραματουργική γοητεία, δεν μπορούμε να πούμε το ίδιο για το σύνολο του έργου «Πολιτισμός: μια κοσμική τραγωδία». Φαίνεται πως μαζί με το καθημερινό ανοίγει η πόρτα και εισβάλλει και το μπανάλ: ο Κρέων σκοτώνει την κόρη του Γλαύκη γιατί την κρυφολαχταρούσε και δεν ήθελε να την παντρέψει με άλλον άντρα· έξαλλος ο Ιάσων τα μαζεύει για να φύγει μακριά με τα παιδιά, αφού πρώτα αυτός και η Μήδεια τα ρωτήσουν τι προτιμάνε: να πάνε με τον μπαμπά ή να μείνουν με τη μαμά;· μόνο η λέξη «διαζύγιο» δεν φιγουράρει στο κείμενο αλλά ούτως ή άλλως τα ίδια τα τέκνα «χωρισμένων» γονιών εμφανίζονται στο τέλος για να πουν και αυτά τον πόνο τους.
Ποια η βαθύτερη ανάγκη να δούμε τα παιδιά επί σκηνής; Για να βεβαιωθούμε ότι τη γλίτωσαν; Ποια ή ανάγκη μετάλλαξης του μύθου, ώστε η Γλαύκη να πεθαίνει από το χέρι του ερωτευμένου πατέρα της; Ενα κραυγαλέο σχόλιο στην άρρωστη, αιμομικτική εποχή μας; Η ιδέα της απογυμνωμένης Μήδειας δεν συνάδει με αυτά τα ευρήματα εύκολου εντυπωσιασμού. Η συγγραφική σύγχυση επιτείνεται από τη σκηνοθετική, που ρέπει προς την επιδειξιμανία, τη φλυαρία και τον θόρυβο. Ολόκληρος ο υπόγειος χώρος του Ιδρύματος Κακογιάννη μετατρέπεται σε σκηνή του «Πολιτισμού»: μια έκταση σχεδόν αχανής για τα συνήθη θεατρικά δεδομένα – οριακά βλέπουμε τους ηθοποιούς όταν βρίσκονται στο βάθος της -,παραγεμισμένη με δεκάδες αντικείμενα πάσης φύσεως (δεμάτια άχυρο, χαρτοκιβώτια, πατίνια, ανεμιστήρες, χάρτινα ποτήρια καφέ, πλαστικές καρέκλες, παλιές φωτογραφίες, ένας Τζέιμς Ντιν, μια ψωμιέρα, κ.ο.κ.) που «μπουκώνουν» το βλέμμα του θεατή με την αυτάρεσκα υπερβολική τους ποσότητα και το προφανές σχόλιο στον πολιτισμό μας ως συνονθύλευμα από objets trouvés.
Μέσα σε αυτό το τοπίο οι ηθοποιοί προσπαθούν να βρουν τη θέση τους. Για όλους υπάρχει μια «δουλειά» να κάνουν: ο ένας τρώει από ένα μικρό κατσαρολάκι, η άλλη λικνίζεται φορώντας ζαρτιέρες και κραδαίνοντας ένα περίστροφο, ο τρίτος τρίβεται με τη χρυσή του φούστα πάνω στα έπιπλα ή στο μπετόν, διανύοντας όλα τα μήκη και τα πλάτη της σκηνής (πράγμα που παίρνει ώρα, προφανώς). Η Καρυοφυλλιά Καραμπέτη, με τζιν, πανύψηλες γόβες και γούνινο τζάκετ, βρίσκεται κουρνιασμένη στο κεντρικό κρεβάτι, όταν η παράσταση αρχίζει. Με τη δική της περίπτωση συμβαίνει το εξής, γρήγορα συνειδητοποιούμε: όταν χαμηλώνει τους τόνους και γίνεται πιο «εσωστρεφής», τότε παρασύρει τον θεατή σε μια υπόγεια διάσταση, ατμοσφαιρική και σύγχρονη (όπως στον μονόλογο «Πόσο εύχομαι να μην είχα γεννηθεί»). Οταν επιδίδεται σε παλιακά ξεσπάσματα, κραδαίνει απειλητικά μαχαίρι στον αέρα, στήνεται ανάσκελα στα σεντόνια ή σέρνεται στα πατώματα φωνάζοντας «Παλιάνθρωπε!», τότε μας «πετάει» αμέσως έξω αφήνοντάς μας με τεράστια απορία για αυτές τις επιλογές. Η σκηνοθεσία τη θέλει «θεά» αλλά την ωθεί σε μεγέθη εκκωφαντικά: υπερμεγέθεις χειρονομίες – σωματικές και φωνητικές – που μόνο ως κακή ερμηνεία της έννοιας του μελό μπορούν να εκληφθούν.
Υπάρχουν δυο-τρεις στιγμές όπου «κάτι» συμβαίνει επί σκηνής: χαρακτηριστικά θα ξεχώριζα το τραγουδιστικό σόλο της Γλαύκης (Λένα Δροσάκη), «Μήδεια, στο γάμο μου σε θέλω δίπλα μου, Μήδεια, σ’ αγαπώ», το οποίο συνιστά μια ανακουφιστική στιγμή αυτοσαρκασμού και χιούμορ – δύο στοιχείων που θα ωφελούσαν σημαντικά την παράσταση αν αναγνωριζόταν η αξία τους από τους συντελεστές. Και ίσως τότε σκηνές όπως αυτή όπου ο Ιάσων πακετάρει βαλίτσες να προσέδιδαν μια πραγματικά μεταμοντέρνα διάσταση σε αυτό το κατά τα άλλα σοβαροφανές εγχείρημα. Αν η αναπόφευκτα γελοία πλευρά της καθημερινότητας δεν γίνει εξίσου σεβαστή με τις υπόλοιπες, τότε καταλήγουμε στην ακούσια παρωδία, την παρωδία που δεν έχει συναίσθηση του εαυτού της και μένει να ποζάρει ανεξήγητα τσίτσιδη, όπως η πρωταγωνίστρια στο κλείσιμο της παράστασης.